ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση, DPO σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.




Παρασκευή 11 Απριλίου 2008

To δικομματικό πολιτικό σύστημα. Διέρχεται όντως κρίση;

Μέρος Β'


Στην Ελλάδα, υπάρχει έντονο το φαινόμενο του δικομματισμού. Ένα άτυπο όριο που τίθεται είναι το να συγκεντρώνουν τα δύο κόμματα εξουσίας, άνω του 80% των ψήφων κατά τις εκλογές. Παρατηρεί επίσης κανείς ότι ο δικομματισμός έχει συνδεθεί με περιόδους όπου η χώρα γνώρισε σταθερότητα και ανάπτυξη (Τρικουπική εποχή, Βενιζέλος, Μεταπολίτευση), ενώ επί πολυκομματισμού επέρχονταν οι πολιτικές αναταραχές (1925 όπου οδηγηθήκαμε στη δικτατορία Πάγκαλου, 1936 με αποτέλεσμα το καθεστώς Μεταξά, 1965-7 Χούντα). Ο δικομματισμός από την άλλη δεν είναι πανάκεια, καθώς η εδραίωση ενός πολωτικού κλίματος οδηγεί σε περιπέτειες (Βενιζελικοί-Αντιβενιζελικοί στον Εθνικό Διχασμό, σύγκρουση Ανακτόρων – Ε.Κ. και ερχομός των Συνταγματαρχών).

Οι Έλληνες Πολίτες, νιώθουν ότι το δικομματικό σύστημα τους παρέχει ασφάλεια και σταθερότητα. Διακεκριμένοι θεωρητικοί έχουν ακολουθήσει αντίστοιχες οδούς σκέψης, με πιο ακραία αυτή του F.A. Hermens (Democracy of Anarchy, Notre Dame, Ινδιάνα ΗΠΑ, 1941), ο οποίος θεωρεί ως αίτιο των δεινών της Ευρώπης (του Μεσοπολέμου) την ύπαρξη πλουραλισμού στα κόμματα, χωρίς να υπάρχουν δύο πόλοι εξουσίας, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ (DemocraticsRepyblicans). H εμπιστοσύνη του Έλληνα προς τα δύο εκάστοτε μεγάλα κόμματα εξουσίας, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα πελατειακών σχέσεων με την εξουσία ή άλλου είδους εξαρτήσεων. Ο πολιτικός πολιτισμός της ελληνικής πραγματικότητας δεν είναι έτοιμος για πολυκομματισμό, ως προς τη διεκδίκηση της εξουσίας. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς την κρίση το πολιτικού συστήματος, και το βραχύβιο των τότε κυβερνήσεων με τους Αποστάτες το 1965, όπου η Ε.Κ. δε σχημάτιζε κυβέρνηση και η ΕΡΕ δεν συγκέντρωνε την πλειοψηφία, ή το 1989 με το εκλογικό σύστημα όπου η ΝΔ με 45% των ψήφων (σχεδόν απόλυτη πλειοψηφία) δεν μπορούσε να αποκτήσει αυτοδυναμία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς τα ποσοστά που φερέλπιδες κομματικοί σχηματισμοί απέτυχαν να σπάσουν την κυριαρχία των ΝΔ κα ΠΑΣΟΚ, για να μείνουμε μόνο στα τελευταία 30 περίπου χρόνια (ΔΗΑΝΑ, ΠΟΛΑΝ, ΔΗΚΚΙ, Κίνημα Ελευθέρων Πολιτών). Το επιχείρημα που αντιτάσσεται ότι υπήρξαν εκλογές όπου τα μικρά κόμματα συγκέντρωσαν σεβαστό αριθμό ψήφων, αποκρούεται με το γεγονός ότι συνήθως επρόκειτο για εκλογές «χαμηλού ενδιαφέροντος», όπως οι Ευρωεκλογές (κάκιστα έχουν αποκτήσει αυτό το χαρακτήρα, καθώς οι σημαντικότερες πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται στην Ε.Ε. και το Ευρωκοινοβούλιο, πλέον με τη διαδικασία της συναπόφασης παίζει σημαντικό ρόλο). Όμως τότε λειτουργούν τα αντανακλαστικά τη χαλαρής ψήφου, αφού όπως θεωρεί ο ψηφοφόρος, δεν διακυβεύεται το ποιος θα είναι κυβέρνηση, και έτσι η υποστήριξη των μικρότερων κομμάτων δεν έχει χαρακτήρα ρίσκου ως προς την πολιτική σταθερότητα. Αντίστοιχα στις δημοσκοπήσεις, οι ψηφοφόροι εκφράζουν ευκολότερα τη δυσαρέσκειά τους για τα κόμματα εξουσίας και την αντίστοιχη συμπάθεια προς τα κόμματα της ήσσονος αντιπολίτευσης. Και πάλι όμως, πάνω από την κάλπη ο ψηφοφόρο, στη στάθμιση που κάνει επί των αποτελεσμάτων της ψήφου του, κρίνει ότι η σταθερότητα είναι προτιμότερη από την περιπέτεια.

Ο δικομματισμός δεν είναι ένα φαινόμενο που ενδημεί μόνο στην Ελλάδα. Οι Έλληνες ψηφοφόροι δεν είναι οι στενόμυαλοι και προσκολλημένοι στις λογιών λογιών εξυπηρετήσεις που τους παρέχει το υπάρχον πολιτικοκομματικό σύστημα. Μέσα από την ύπαρξη του ισχυρού δεύτερου πόλου, οι πολιτικές είναι αποτελεσματικότερες. Ο διπολικός κόσμος του Ψυχρού Πολέμου, παρείχε μεγαλύτερη ασφάλεια, από τον πολυπολικό του Μεσοπολέμου που οδήγησε στον Β’ Π.Π. ή από τον μονοπολικό της σημερινής Pax Americana. Οι πλέον ώριμες πολιτικές κοινωνίες στηρίζονται στο δικομματισμό. Στη Γερμανία (παρά τις πρόσφατες εξελίξεις) το πολιτικό παιχνίδι παίζεται ανάμεσα στο C.D.U-C.S.U. και το S.P.D. Στη Βρετανία οι Labors (εργατικοί-σοσιαλδημοκράτες) εναλλάσονται στην εξουσία με τους Conservatives (συντηρητικοί), ενώ στη Γαλλία οι Γκωλικοί (UMP) υπερισχύουν τα τελευταία 14 χρόνια των αντιπάλων σοσιαλιστών (SP). Ακόμα και οι Ιταλοί κατάλαβαν το μάταιο της πολυαρχίας σε επίπεδο κομμάτων καθώς έως το 2003 οι κυβερνήσεις συνασπισμού πολλών μικρών κομμάτων μεταξύ τους ήταν συνήθως μονοετούς διάρκειας. Έτσι ενώθηκαν σε δύο μεγάλους πολιτικούς συνδυασμούς (με την Αριστερά - «Ελιά», να είναι αρκετά ετερόκλητη, από Κεντρώους έως Κομμουνιστές) με σκοπό την κυβερνητική σταθερότητα.

Σκοπός του παρόντος άρθρου δεν είναι να προβεί σε πολιτικές αναλύσεις των τρέχουσων εξελίξεων στην Ελλάδα. Παρόλα αυτά η σημαντική άνοδος ενός κόμματος της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), είναι αξιοπρόσεκτη. Ο χαμένος σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο το γειτνιάζον πολιτικά κόμμα (ΠΑΣΟΚ), αλλά το πολιτικό status quo εν συνόλω. Όμως έτσι το αντίπαλο κόμμα εξουσίας (ΝΔ) ενισχύεται καθώς οι κεντρώοι ψηφοφόροι αναζητούν λύσεις σε αυτό, διότι το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, τείνει προς τον Αριστερό χώρο, παρά το Κέντρο. Η εποχή μας όμως, απαιτεί νέες πολιτικές, τολμηρές και αποτελεσματικές. Ο Αριστερός λόγος είναι, για την ώρα, λόγος διαμαρτυρίας, χωρίς να προτείνονται λύσεις σε επίπεδο κυβερνητικής τακτικής. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία και τον παλαιομοδίτικο σοσιαλισμό του ζιβάγκο. ΗΗΗΗΔΦΔΦΗ ΝΔ καλώς πράττει όταν μετατίθεται προς το κέντρο, καθώς έτσι αποκτά μεγαλύτερη εκλογική δύναμη και συνεπώς γίνεται πιο αξιόπιστη προς τους πολίτες. Η προσωπική μας άποψη είναι ότι ο δικομματισμός δεν είναι αρνητικό στοιχείο.

Τα σύγχρονα κόμματα εξουσίας είναι πολυσυλλεκτικά, και έτσι μέσω της σύνθεσης απόψεων έρχεται η δημιουργία έργου. Η ενίσχυση των άκρων (δεξιά και αριστερά) δεν ευνοεί τη χώρα, η οποία απαιτεί αλλαγές σε πολλά επίπεδα, προκειμένου να παραμείνει δυναμική στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον. Από την άλλη οι κυβερνήσεις μεγάλου συνασπισμού, δεν είναι αποτελεσματικές. Στη Γερμανία όπου εφαρμόστηκαν στο τέλος του 1966 (κοκκινόμαυρος συνδυασμός) και το 2006 μεταξύ του CDU και SPD, αν και στην αρχή επιτεύχθηκε ένα μίνιμουμ συναίνεσης, κυρίως στην οικονομία, έπειτα ενόψει κοινωνικών αντιδράσεων και πολιτικών τακτικών ο μεν πρώτος το 1969 κατέρρευσε, του δε δεύτερου η τύχη αναμένεται. Στην Ελλάδα, δεν θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο τόσο για λόγους συναισθηματικούς (αν και η υπέρβαση του 1989 – κυβέρνηση Τζαννετάκη ήταν σημαντικότερη) όσο και για λόγους ουσίας. Είναι γνωστό ότι η παγκόσμια πολιτική πρακτική ευνοεί φιλελεύθερες πολιτικές. Ποιο ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να συνεργαστεί με τη ΝΔ, σε μια κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού, όταν το πρώτο, δεν έχει ακόμα αποσαφηνίσει την ιδεολογία του; Πώς θα επιτευχθεί ένα ελάχιστο κομματικής αβροφροσύνης και πολιτικής συναίνεσης, όταν λ.χ. επί της αναθεώρησης του άρθρου 16 Συντ., ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ ανέκρουσε πρύμναν ενόψει των εσωκομματικών αντιδράσεων, ενώ η συγκυρία απαιτούσε τη συναίνεση; Τα παραπάνω δείχνουν ότι οι ιδέες για έναν ευρύτερο συνασπισμού δεν έχουν βάση και ως εκ τούτου, η λύση θα έρθει από αλλού. Είτε το αριστερό κόμμα, θα συρρικνωθεί σε ένα ποσοστό, μικρότερο από αυτό που οι δημοσκοπήσεις του δίνουν και θα επανακάμψει το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, είτε θα διχαστεί ο από το Κέντρο και προς τα Αριστερά χώρος, προς όφελος του φιλελεύθερου κόμματος.

Τετάρτη 2 Απριλίου 2008

Το δικομματικό πολιτικό σύστημα. Διέρχεται όντως κρίση;


(Μέρος Α’)


Εισαγωγή

Οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας, οδηγούν στο εύκολο συμπέρασμα ότι ο δικομματισμός διέρχεται κρίση, ότι τα δύο κόμματα εξουσίας χάνουν ερείσματα στην κοινωνία, ότι ήρθε η ώρα για συνεργασίες κ.α. Η αλήθεια βέβαια βρίσκεται κάπου στη μέση. Για να γίνουν όμως πιο κατανοητά τα πορίσματα των δημοσκοπήσεων, που καταγράφουν τον παλμό των πολιτών και ψηφοφόρων, και πιο εύκολα ερμηνεύσιμα τα δεδομένα που αποτυπώνουν καλό θα ήταν να υπήρχε ένας πιο αναλυτικός και ουσιαστικός διάλογος. Η εξήγηση των μορφών των κομματικών συσχετισμών, και δη αυτό του δικομματισμού, και η επικέντρωσή τους στα εγχώρια δεδομένα, θα είναι χρήσιμη. Έτσι κάθε ενεργός πολίτης θα κατανοήσει καλύτερα τα τεκτενόμενα και θα σχηματίσει πληρέστερη γνώμη και άποψη.

Κόμματα

Το κομματικό φαινόμενο, είναι βασικός θεσμός του δημοκρατικού πολιτεύματος. Προέκυψε, κατά την άσκηση των κοινοβουλευτικών και εκλογικών δραστηριοτήτων, και θεωρείται ως αναγκαία συνέπεια του αντιπροσωπευτικού δημοκρατικού συστήματος. Τα κόμματα και η λειτουργία τους κατοχυρώνονται από το άρθρο 29 του Συντάγματος. Τα κόμματα διακρίνονται από τις ομάδες πίεσης (συνδικαλιστικές οργανώσεις, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, σύλλογοι κ.α.) οι οποίοι δεν στοχεύουν την άσκηση πολιτικής εξουσίας (όπως τα κόμματα), αλλά σκοπό έχουν τον επηρεασμό της πολιτικής εξουσίας σε συγκεκριμένα ζητήματα. Τα πολιτικά κόμματα δεν πρέπει να συγχέονται με δημοτικές ή νομαρχιακές παρατάξεις. Τα κόμματα από άποψη νομικής προσωπικότητας, θεωρούνται ενώσεις προσώπων (όχι Ν.Π.Ι.Δ., όχι Ν.Π.Δ.Δ.). Έχουν ικανότητα δικαίου (είναι φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων), έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα, καθώς και δικαίωμα δικαστικής παράστασης. Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα είναι αυτό της μονήρους Βουλής, δηλαδή υπάρχει μόνο ένα κοινοβουλευτικό σώμα.

Οι κομματικού σχηματισμοί που πετυχαίνουν την είσοδό τους στο Κοινοβούλιο, συγκροτούν κοινοβουλευτικές ομάδες, οι οποίες κατοχυρώνονται, στην Ελλάδα, και από τον Κανονισμό της Βουλής. Η επιδίωξη των μεγάλων κομματικών ομάδων είναι η συγκέντρωση των ψήφων, που θα καταστήσουν δυνατή την ύπαρξη δεδηλωμένης πλειοψηφίας στο σύνολο των βουλευτών (στην Ελλάδα 150+1). Σημαντικό ρόλο στη δημιουργία δύο πόλων εξουσίας παίζει και το πρωθυπουργικό σύστημα, όπου ο πρωθυπουργός είναι φορέας της Λαϊκής Εντολής και διαμορφώνει την πολιτική βούληση της Κυβέρνησης (primus solus). Έτσι στα κόμματα επικρατούν ισχυρές προσωπικότητες, στις αρχηγικές θέσεις. Δημιουργείται ένα μεσσιανικό πολιτικό κύμα, όπου η προσωπικότητα του ηγέτη αποτελεί καταλυτικό σημείο στην επιλογή του ψηφοφόρου. Δημιουργείται κλίμα ευφορίας και προοπτικής στα κόμματα, που εμπνέονται από τον ηγέτη. Έτσι συσπειρώνονται οι οπαδοί του κόμματος, προσθέτονται νέοι και διευρύνεται η εκλογική του επιρροή. Το κόμμα καθίσταται ισχυρό και έτσι διεκδικεί την εξουσία. Έτσι προκειμένου να αντιμετωπιστεί το ισχυρό, αρχηγοκεντρικό κόμμα εξουσίας, δημιουργείται ένα κόμμα με αντίστοιχα χαρακτηριστικά που λειτουργεί ως αντίβαρο. Συνεπώς ενισχύονται διαρκώς αυτοί οι δύο πόλοι εξουσίας και έτσι οδηγείται το πολιτικό σύστημα στον δικομματισμό.

Στην πολιτική πρακτική και θεωρία υπάρχουν δύο προσεγγίσεις ως προς την τάση της λειτουργίας των κομμάτων. Αφενός μεν η άποψη για αναγκαιότητα πολυκομματικών συστημάτων (λ.χ. Ιταλία, Βέλγιο, Γερμανία) αφετέρου ο δικομματισμός. Ο δικομματισμός ευδοκιμεί στα αγγλόφωνα κράτη (Αγγλία, Η.Π.Α), στις λατινικές χώρες (Ισπανία, Πορτογαλία, Γαλλία) αλλά και στην Ελλάδα.

Αίτια δικομματισμού

Τα αίτια του δικομματισμού, είναι αρκετά. Χωρίς να είναι απόλυτα, καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τη φυσιογνωμία του πολιτικού συστήματος, και αρκετά από τα χαρακτηριστικά του δικομματισμού βρίσκουν εφαρμογή και στην ελληνική πραγματικότητα.

Σε ότι έχει να κάνει με τους κοινωνικούς παράγοντες, αξίζει να αναφερθεί ότι στα δικομματικά συστήματα, και στην Ελλάδα, δεν αναπτύχθηκε έντονα η ταξική συνείδηση. Εντός των δύο κομμάτων εξουσίας συνυπάρχουν αστοί, μεσαίοι, αγρότες, εργάτες. Πέραν του λ.χ. του Κ.Κ.Ε., το οποίο απευθύνεται σε συγκεκριμένες ταξικές κατηγορίες, και τα μικρότερα ακόμα κόμματα δεν θέτουν ταξικά κριτήρια στις πολιτικές τους. Η κόντρα με το κεφάλαιο, την πλουτοκρατία και τους λίγους και ευνοημένους, μάλλον είναι λεκτικό πυροτέχνημα, παρά υπαρκτή πολιτική. Έτσι εντός δύο μεγάλων πολιτικών ομάδων συνυπάρχουν πολλές πολιτικές τάσεις, που όμως συμμείχθησαν και επικράτησαν οι δύο συνιστώσες, η σοσιαλδημοκρατία και ο φιλελευθερισμός. Επίσης, όπου δεν, δεν υφίσταται άμεση ανάμιξη της θρησκείας στην πολιτική σκηνή, όπως στην Ελλάδα, διατηρούνται οι δύο ισχυροί πόλοι εξουσίας (κυρίως ο δεξιός). Έτσι δεν υπήρξε ποτέ χριστιανοδημοκρατικό κόμμα, πλάι σε ένα συντηρητικό ή σε ένα φιλελεύθερο (π.χ. στο Λαϊκό Κόμμα, την ΕΡΕ ή τη ΝΔ). Τέλος τα όρια μεταξύ των ιδεολογιών δεν είναι έντονα ούτε οδήγησαν σε έντονες συγκρούσεις. Έτσι δεν υπάρχουν πολλά παρακλάδια της σοσιαλδημοκρατίας, όπως στη Γερμανία με το SPD και το νέο κόμμα του Λαφοντέν die Linke, ούτε μικρές ομάδες του κεντροδεξιού χώρου όπως με τον προ Μπερλουσκόνι ιταλικό συντηρητικό χώρο. Ακόμα, ο αγροτικός χώρος δεν απέκτησε ουδέποτε κοινή πολιτική συνείδηση όπως έγινε στις Σκανδιναβικές χώρες. Τέλος στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ ισχυρά εθνικιστικά κόμματα, που θα ξέφευγαν από τις ιδεολογικές διαφορές (δεξιά, κέντρο, αριστερά) όπως στο Βέλγιο όπου υπάρχουν τέσσερα σοσιαλδημοκρατικά και λαϊκά κόμματα, από δύο σε Φλάνδρα και Βαλλονία.

Ο θεσμικό παράγοντας είναι από την άλλη, ίσως ο σημαντικότερος για τον καθορισμό και την διατήρηση του δικομματικού πολιτικού συστήματος. Σε ό,τι έχει να κάνει με το θεσμικό παράγοντα, καθοριστική είναι η σημασία του νομικού πλαισίου λειτουργίας των κομμάτων και κυρίως του εκλογικού συστήματος. Ως εκλογικό σύστημα ορίζεται το νομοθετικό κείμενο που καθορίζει των τρόπο διενέργειας των εκλογών, τα διαδικαστικά της ψηφοφορίας και κυρίως των τρόπο κατανομής των εδρών βάσει των ψήφων. Έτσι τα εκλογικά συστήματα χωρίζονται σε αναλογικά, τα οποία είναι αυτά όπου οι έδρες κατανάμενται βάσει του συνολικού αριθμού των ψήφων που κάθε κόμμα έλαβε, ως ποσοστό επί των ψήφων. Από την άλλη το πλειοψηφικό σύστημα ευνοεί το πρώτο, ή και το δεύτερο κόμμα, προσθέτοντας επιπλέων έδρες, σε αυτές που έχουν αναλογικά κατανεμηθεί. Μια άλλη μορφή του πλειοψηφικού συστήματος είναι αυτή, στην οποία ο αριθμός των εδρών αυξάνεται όσο τα ποσοστά επί των ψήφων είναι υψηλά (αν λ.χ. το επί βουλής 100 εδρών, το 10% των ψήφων αντιστοιχεί σε 5 βουλευτές, το 20% σε 30 βουλευτές, και το 30% σε 50+1 βουλευτές).

Νόμοι Ντιβερζέ

Επί των εκλογικών συστημάτων, βρίσκουν εφαρμογή συχνά (παρ’ όλη τη σφοδρή κριτική που έχουν δεχτεί) οι τρεις νόμοι του Μ. Ντιβερζέ (1946). Οι τρεις αυτοί κοινωνιολογικοί νόμοι, είναι καταρχήν ότι η αναλογική εκπροσώπηση οδηγεί σε ένα σύστημα ποικίλων (ακόμα και η ελάχιστη μειοψηφία έχει εκπροσώπηση στη βουλή) και ανεξάρτητων (η συμμαχίες κομμάτων δεν ευνοούν κανέναν) μεταξύ τους κομμάτων. Δεύτερον, το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα σε δύο γύρους οδηγεί σε ένα σύστημα ποικίλων (στον 1ο γύρο τα συγγενή κόμματα κατέρχονται στη μάχη διασκορπισμένα, χωρίς ιδιαίτερο κίνδυνο για το συγγενή χώρο) και αλληλοεξαρτώμενων (στο δεύτερο γύρο τα συγγενή κόμματα, συνασπίζονται έναντι του κοινού αντιπάλου) κομμάτων. Και στην περίπτωση αυτή ο πολυκομματισμός παραμένει. Το πλειοψηφικό σύστημα 2 γύρων ίσχυσε μέχρι το 2006 στις τοπικές εκλογές (καθώς το όριο του 42% αλλοιώνει το χαρακτήρα του δεύτερου νόμου). Τρίτον και τελευταίο, το πλειοψηφικό σύστημα σε ένα γύρο, οδηγεί στο δικομματισμό. Τα συγγενή κόμματα, συνασπίζονται υπό τη σκέπη ευρεύτερων ιδεολογιών (δεξιά – αριστερά) ή ακόμα ακόμα συγχωνεύονται. Ισχύει επίσης η λογική της «χαμένης ψήφου», όπου ο ψηφοφόρος θεωρεί ότι σπαταλά την ψήφο του, στηρίζοντας ένα μικρό κόμμα, που αποκλείεται να επικρατήσει στις εκλογές και προτιμά να στηρίξει ένα από τα μεγάλα κόμματα εξουσίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο τρίτος νόμος του Ντιβερζέ, λειτουργεί τόσο σαν επιταγχυντής όσο και σαν επιβραδυντής εξελίξεων. Επιβραδύνει τα γεγονότα, καθώς καθιστά δύσκολη την εμφάνιση νέων κομμάτων (εξουσίας), όσο το νέο κόμμα δεν εξασφαλίζει ηγετική πορεία, ενώ επιταχύνει τις εξελίξεις όταν το νέο κόμμα αποκτήσει ηγετική φυσιογνωμία. Αντίθετα το αναλογικό σύστημα (πρώτος νόμος) λειτουργεί αντίστροφα. Ένα κόμμα αρκείται και σε μικρό αριθμό ψήφων ώστε να εξασφαλίσει έδρες στη βουλή. Έτσι ένα παλαιό κόμμα, δεν παύει ποτέ να υφίσταται, ενώ η εμφάνιση ενός νέου είναι εύκολη υπόθεση. Οι παραπάνω παρατηρήσεις είναι σημαντικές, αλλά όχι απόλυτες, καθώς η σχέση μεταξύ των εκλογικών καθεστώτων και των κόμματων δεν είναι αυτόματη ή με ισχύ φυσικού νόμου εξηγήσιμη και προβλέψιμη.

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης