ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση, DPO σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.




Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αντισυνταγματικό το παράβολο των 200€ για κατάθεση έφεσης ως "καθαρά εισπρακτικό μέτρο". Απόφαση 108/2014 Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων

ΕφΙωαννίνων 108/2014

Παράβολο έφεσης - Αντισυνταγματικότητα διατάξεων άρθ. 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 - Ιδιόγραφη διαθήκη - Πρακτικά δημοσίευσης διαθήκης - Επισύναψη φωτοτυπίας - Ανακοπή ακύρωσης -.

Κρίθηκε ότι δεν έχει κατατεθεί, κατά την άσκηση της έφεσης, το παράβολο που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και εν συνεχεία με το άρθρο 93 παρ. 1 του νόμου 4139/2013, η παράλειψη όμως αυτή δεν καθιστά απαράδεκτη την έφεση, όπως απειλείται από τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν ανεφάρμοστες, επειδή θίγουν τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη και, συνεπώς, είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς τις αυξημένης ισχύος διατάξεις που θεσπίζουν το εν λόγω δικαίωμα, ήτοι τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ, 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε (για δεύτερη φορά) με το ν.δ. 53/1974 και έχει, μαζί με τα Πρωτοκολλά της, υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ και εκείνες του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Το αρμόδιο για τη δημοσίευση διαθήκης όργανο, προβαίνει στη δημοσίευση, αφού προηγουμένως εξετάσει, αυτεπαγγέλτως και διαπιστώσει, ότι πρόκειται για υποστατή διαθήκη, ήτοι έγγραφο που έχει χαρακτήρα διάταξης τελευταίας βούλησης, κάτι που δεν συμβαίνει, πλην άλλων και όταν η ανάγνωση του είναι αδύνατη, αφού τότε αποκλείεται η παραπάνω διαπίστωση, ενώ η δημοσίευση, τεχνητά, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, δυνατή μόνο με την επισύναψη φωτοτυπίας του στην πράξη δημοσίευσης, ουδένα των σκοπών δημοσιότητας που επιδιώκονται, εξυπηρετεί (σχόλια και απόφαση από τον ιστότοπο του ΔΣΑ).

Αριθμός απόφασης 108/2014

ΤΟ ΜΌΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

 
      Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Λάμπρο Καρέλο, Εφέτη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος Εφετών και τη γραμματέα Αναστασία Βαρδάκα.

      Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 2 Απριλίου 2014, για να δικάσει την εξής υπόθεση:

      Της εκκαλούσης ..., κατοίκου Κήπων Ζαγορίου Ιωαννίνων, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μπάσιο.

      Με την 24/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων απορρίφθηκε η από 8-7-2013 (αρ. κατ. 759/17-7-2013) ανακοπή της εκκαλούσης.

      Την ανωτέρω απόφαση προσέβαλε η ανακόπτουσα με την από 14-3-2014 (αρ. κατ. 36/20-3-2014) έφεση της, με την οποία ζητά, όσα αναφέρονται σ' αυτή,

      Με την 119/21-3-2014 πράξη ορίστηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της έφεσης η ανωτέρω.

      Εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο και παραστάθηκε η εκκαλούσα, όπως αναφέρεται παραπάνω.

     Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσης ζήτησε, όσα αναφέρονται στις προτάσεις του και στα πρακτικά.


ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ


     Η υπό κρίση από 14-3-2014 (αρ. κατ. 36/20-3-2014) έφεση στρέφεται κατά της 24/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρων 741 επ. ΚΠολΔ), η από 8-7-2013 (αρ. κατ. 759/17-7-2013) ανακοπή της εκκαλούσης, για την ακύρωση της από 18-5-2012 πράξης και των 293/2012 πρακτικών δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Η έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η εκκαλούσα δεν επικαλείται και από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ενώ, από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, στις 31-1-2014, δεν έχει περάσει τριετία (άρθρα 495, 498, 499, 500, 518 παρ. 2, 739, 741, 760 επ. ΚΠολΔ). Επίσης, αρμόδια φέρεται στο Δικαστήριο τούτο (άρθρα 19, 741, 760 επ. ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 19 ισχύει μετά το άρθρο 4 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, σύμφωνα με τα άρθρα 72 παρ. 2 και 4 και 77 παρ. 1 του νόμου αυτού), με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο 44 παρ. 1 του νόμου 3994/2011 (σύμφωνα με τα άρθρα 72 παρ. 2 και 4 και 77 παρ. 1 του νόμου αυτού), με την εφαρμογή και των άρθρων 748 και 760 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 760 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 532, 533 παρ. 1, 741 ΚΠολΔ).

     Πρέπει να σημειωθεί, ότι, ναι μεν δεν έχει κατατεθεί, κατά την άσκηση της έφεσης, το παράβολο που προβλέπεται από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 και εν συνεχεία με το άρθρο 93 παρ. 1 του του νόμου 4139/2013, η παράλειψη όμως αυτή δεν καθιστά απαράδεκτη την έφεση, όπως απειλείται από τις παραπάνω διατάξεις, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις τυγχάνουν ανεφάρμοστες, επειδή θίγουν τον πυρήνα του ατομικού δικαιώματος προσφυγής στη δικαιοσύνη και, συνεπώς, είναι ανίσχυρες ως αντίθετες προς τις αυξημένης ισχύος διατάξεις που θεσπίζουν το εν λόγω δικαίωμα, ήτοι τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία κυρώθηκε (για δεύτερη φορά) με το νδ 53/1974 και έχει, μαζί με τα Πρωτοκολλά της, υπερνομοθετική, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, ισχύ και εκείνες του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Είναι αλήθεια, ότι οι παραπάνω διατάξεις δεν στερούν από τον κοινό νομοθέτη την ευχέρεια να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για την άσκηση ενδίκων μέσων και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης. Για να είναι όμως ανεκτές οι δικονομικές αυτές προϋποθέσεις και διατυπώσεις πρέπει να είναι συναφείς με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και περαιτέρω να μη υπερβαίνουν τα όρια εκείνα πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του ατομικού δικαιώματος που προστατεύεται από τις παραπάνω διατάξεις (ΑΕΔ 33/95 ΕλΔικ 36-571). Η διάταξη του άρθρου 12 παρ. 2 του νόμου 4055/2012 ουδεμία των προϋποθέσεων αυτών πληροί, όπως, ενόψει του οικονομικού βάρους που επιβάλλει, θα έπρεπε, για να είναι ανεκτή. Ειδικότερα:


     Το ποσό των διακοσίων (200) (σήμερα) ευρώ της αξίας του παραβόλου, που αξιώνει, για να μην απορριφθεί ως απαράδεκτη η έφεση, συνιστά, με τις σημερινές οικονομικές συνθήκες της Χώρας, οικονομικό βάρος, στο οποίο αδυνατεί αντικειμενικά να ανταποκριθεί σημαντικό μέρος των Ελλήνων πολιτών, με συνέπεια να αποκλείονται αυτοί από τη δυνατότητα προσφυγής στη δικαιοσύνη. Ο αριθμός αυτός βαίνει συνεχώς αυξανόμενος, λόγω της συνεχώς επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασης της Χώρας. Σε κάθε περίπτωση, ενόψει της ιερότητας του θεσμού της απονομής της δικαιοσύνης, της κεφαλαιώδους σημασίας της για την ειρηνική κοινωνική συμβίωση και της πρωταρχικής υποχρέωσης της πολιτείας για την απονομή της, το μέτρο θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί, έστω και ενός μόνο πολίτη την παραπάνω δυνατότητα να στερούσε και, όχι, όπως εν προκειμένω, που τη στερεί από σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο τμήμα του πληθυσμού.

     Εκτός τούτων, πρόκειται για καθαρά εισπρακτικό μέτρο, με το οποίο επιδιώκεται, μέσω του θεσμού της απονομής της δικαιοσύνης, αύξηση των δημοσίων εσόδων και, συνεπώς, για μέτρο, το οποίο ούτε στην εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων αποσκοπεί, ούτε την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης υπηρετεί, καθόσον: α) η ανάγκη «αποτροπής άσκησης αβασίμων ενδίκων μέσων», με την οποία επιχειρείται η δικαιολόγηση του με την αιτιολογική έκθεση (ΚΝοΒ 60-561), επαρκώς, αλλά και δικαιότερα, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ειδικότερα παρακάτω, θεραπεύεται με τις από ετών υφιστάμενες διατάξεις του άρθρου 205 ΚΠολΔ, έτσι ώστε να παρίστανται η νέα ρύθμιση περιττή ως προς την απονομή της δικαιοσύνης τουλάχιστον και η ανωτέρω δικαιολόγηση της μη πειστική, β) Με την υπόψη νομοθετική ρύθμιση προβλέπεται επιστροφή του παραβόλου μόνο «σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης» του διαδίκου που το κατέθεσε και όχι, όπως στην αιτιολογική έκθεση αναφέρεται και, όπως, για λόγους συνέπειας και προς αυτή, αλλά και προς τον ανωτέρω προβαλλόμενο σκοπό, θα έπρεπε, αν πρόκειται για μη αβάσιμο ένδικο μέσο. Βέβαια και αν ακόμη προβλεπόταν η επιστροφή του παραβόλου στην περίπτωση του μη αβασίμου ενδίκου μέσου και πάλι θα επρόκειτο για μέτρο που δεν συνάδει με την αποτελεσματική λειτουργία της δικαιοσύνης και των δικαστηρίων, αφενός μεν διότι δεν αποκλείεται το σφάλμα της δικαστικής κρίσης που θα το χαρακτήριζε ως αβάσιμο και αφετέρου διότι το αβάσιμο ένδικο μέσο δεν ταυτίζεται και δεν συμπίπτει με το προδήλως απερίσκεπτο ή αστήρικτο. Αν, συνεπώς, πρόθεση του νομοθέτη του παραπάνω νόμου δεν ήταν αυτή που προαναφέρθηκε, αλλά η υποβοήθηση της αποτελεσματικής λειτουργίας και απονομής της δικαιοσύνης, οπωσδήποτε θα έκανε λόγο, όχι, όπως πράττει, για αβάσιμο, αλλά για προδήλως απερίσκεπτο ή αστήρικτο ένδικο μέσο, παράλληλα δε, θα προέβλεπε την επιστροφή του παραβόλου, όχι σε περίπτωση ολικής ή μερικής νίκης, αλλά σε κάθε περίπτωση που, σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, η έφεση,, έστω και αν απορρίφθηκε και, συνεπώς, ηττήθηκε ο εκκαλών, δεν υπήρξε προδήλως απερίσκεπτη ή αστήρικτη, γ) Πέραν των ανωτέρω, αν ο πραγματικός σκοπός της υπόψη νομοθετικής ρύθμισης δεν ήταν εκείνος που προαναφέρθηκε, η επιστροφή του παραβόλου θα προβλεπόταν, όχι μόνο σε περίπτωση μερικής ή ολικής νίκης εκείνου που το κατέθεσε, αλλά σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο θα έκρινε ότι η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν ήταν αβάσιμη, αφού άλλο απόρριψη της έφεσης, η οποία απόρριψη επάγεται με την υπόψη νομοθετική ρύθμιση, ανεξάρτητα από την αιτία απόρριψης, εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και άλλο δικαστική κρίση για το ότι η έφεση που ασκήθηκε ήταν αβάσιμη, περίπτωση, η καταπολέμηση της οποίας, εφόσον συνέτρεχαν και οι ανωτέρω λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, θα συνέβαλε στην αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης, δ) Δεν προβλέπεται δυνατότητα επιστροφής του παραβόλου ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο, απορρίψει μεν την έφεση, κρίνει, όμως, δικαιολογημένη την άσκηση αυτής στη συγκεκριμένη περίπτωση και όπως, για τη συμφωνία της υπόψη νομοθετικής ρύθμισης με τις παραπάνω αυξημένης ισχύος διατάξεις, θα έπρεπε, ε) Ο φορολογικός σκοπός της ανωτέρω νομοθετικής ρύθμισης, αλλά και η προς τις παραπάνω διατάξεις αντίθεση της συνάγεται και από το ότι δεν απαλλάσσονται της σχετικής υποχρέωσης ακόμη και οι διάδικοι που αδυνατούν να καταβάλουν την οικεία δαπάνη, λόγω ένδειας, με συνέπεια να στερούνται αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, στ) Συναρτώντας η ανωτέρω ρύθμιση τη δυνατότητα άσκησης έφεσης από την οικονομική κατάσταση του εκκαλούντος, παραβιάζει ευθέως τις παραπάνω αυξημένης ισχύος διατάξεις και το ατομικό δικαίωμα που προαναφέρθηκε και το οποίο κατοχυρώνεται μ' αυτές, ζ) Αν πραγματική πρόθεση του νομοθέτη της ανωτέρω ρύθμισης ήταν η εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων και της δικαιοσύνης και όχι ταμειακός σκοπός που προαναφέρθηκε, τότε δεν θα απαλλασσόταν της σχετικής υποχρέωσης το Δημόσιο, αφενός μεν διότι με τον τρόπο αυτό εισάγεται αδικαιολόγητο προνόμιο υπέρ του Δημοσίου έναντι των ιδιωτών διαδίκων και έτσι παραβιάζεται η αρχή της δικονομικής ισότητας που κατοχυρώνεται με τις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (σχετ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 27.11.2012 στην υπόθεση Bayar & Gubruz Κατά Τουρκίας, ΝοΒ 61-1370) και 4 παρ. 1 του Συντάγματος και αφετέρου διότι σημαντικό μέρος της επιβάρυνσης των δικαστηρίων οφείλεται σε ένδικα μέσα που ασκεί το Δημόσιο, αφού, με ελάχιστες, για προφανείς λόγους, εξαιρέσεις, το σύνολο των υποθέσεων, στις οποίες είναι διάδικο, διέρχεται, ακριβώς λόγω του ότι ουδεμία δικαστική δαπάνη συνεπάγεται γι' αυτό, απ' όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ακόμη και εκείνες που η δικονομική τους τύχη είναι γνωστή και αναμενόμενη ή πρόκειται για υποθέσεις ήσσονος σημασίας. (Σημ. Μ. Μαργαρίτη υπό την ΑΠ 1739/12 ΝοΒ 61-998). η) Δεδομένου ότι το παράβολο θεσπίζεται ως προϋπόθεση του παραδεκτού της έφεσης, η μη προκαταβολή του, επαγόμενη απόρριψη της έφεσης, δεν επιτρέπει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει, βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερα η οικονομική δυνατότητα του εκκαλούντος, για το αν η επιβολή του συνιστά δυσανάλογο περιορισμό του κατοχυρωμένου από τις παραπάνω διατάξεις δικαιώματος πρόσβασης στο δικαστήριο, κάτι που θα μπορούσε να συμβεί, με την πρόβλεψη καταλογισμού του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την απόφαση του για την ουσία της υπόθεσης, αφού μόνο τότε θα μπορούσε να κρίνει ειδικά για όλες τις παραμέτρους σχετικά με το δικαιολογημένο ή μη της επιβολής του. θ) Αφού, τέλος, το παράβολο αποτελεί προκαταβολική κύρωση σε βάρος του εκκαλούντος, για την περίπτωση που αυτός δεν ήθελε εξέλθει ολικά ή μερικά νικητής του δικαστικού αγώνα, με τη θέσπιση του ως προϋπόθεσης παραδεκτού της έφεσης, πριν δηλαδή την κρίση για τη νίκη ή ήττα του εκκαλούντος, δεν εξυπηρετείται ο προβαλλόμενος σκοπός της αποτροπής αβάσιμων εφέσεων, αφού η έφεση, βάσιμη ή αβάσιμη, έχει ήδη ασκηθεί, πέραν του ότι με την υπόψη ρύθμιση η κρίση για το βάσιμο ή μη αυτής μεταφέρεται σε διάφορο από το κατά το Σύνταγμα αρμόδιο όργανο και μάλιστα πριν τη διεξαγωγή του δικαστικού αγώνα, ενώ, παράλληλα, το βάσιμο ή μη της έφεσης, ως θέμα που συναρτάται αποκλειστικά και μόνο με το κατά πόσο ο εκκαλών έχει δίκιο στη συγκεκριμένη περίπτωση ή όχι, είναι, αλλά και θα πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητο από παράβολα ή και την προκαταβολή τους. Θα αποτραπεί έτσι και το παράδοξο να διαβλέπει το Εφετείο, ότι η έφεση είναι και στην ουσία βάσιμη και ότι, για, προφανείς ακόμη, λόγους δικαιοσύνης, επιβάλλεται η παραδοχή της, πλην να την απορρίπτει, λόγω μη (προ)καταβολής του οικείου παραβόλου από τον εκκαλούντα.

     Τα ανωτέρω δεν παραλλάσσουν από τη διαπίστωση ότι οι αυξημένης   ισχύος   διατάξεις που προαναφέρθηκαν, δεν κατοχυρώνουν τα ένδικα μέσα και το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας που ενδιαφέρει εν προκειμένω. Και τούτο, διότι, το δικαίωμα ενδίκου μέσου, ήτοι το δικαίωμα επανεξέτασης της υπόθεσης από ανώτερο δικαστήριο, προβλέπεται από το άρθρο 2 του Εβδόμου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νόμο 1705/1987 και το οποίο, αφορά μεν ποινικές καταδίκες, πλην, όμως, επειδή απηχεί γενικότερη άποψη του διεθνούς νομοθέτη για δικαίωμα ολοκληρωμένης προσφυγής του ατόμου στη δικαιοσύνη, εφαρμόζεται αναλογικά και εν προκειμένω (Κ. Χιώλου, Αντισυνταγματικοί περιορισμοί ασκήσεως αναιρέσεων κατά αποφάσεων διοικητικών δικαστηρίων, ΝοΒ 44-328 επ.) και το οποίο άρθρο ευθέως παραβιάζεται με το παραπάνω παράβολο ως προϋπόθεση παραδεκτού της έφεσης και, μάλιστα, αδιακρίτως, για κάθε υπόθεση, αφού εξαρτά το παραδεκτό του ενδίκου αυτού μέσου από την παραπάνω οικονομική προϋπόθεση, η οποία είναι άσχετη με τους περιορισμούς της παραγράφου 2 του ανωτέρω άρθρου του Εβδόμου Πρωτοκόλλου, των οποίων θα μπορούσε να γίνει αναλογική μεταφορά με την υπόψη νομοθετική ρύθμιση, ενώ η επιστροφή του παραβόλου με τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν θεραπεύει την παραβίαση (και την αδικία), αφού δεν αίρει τον αποκλεισμό όσων δεν μπορούν να το προκαταβάλουν. Εκτός τούτων, όταν, παρά την, κατά τα ανωτέρω, έλλειψη σχετικής υποχρέωσης, προβλέπεται νομοθετικά η δυνατότητα άσκησης έφεσης, οι προϋποθέσεις που θεσπίζονται για την παραδεκτή άσκηση της, δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα αυστηρές σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και, πολύ περισσότερο, να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση στο ένδικο αυτό μέσο, όπως, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, συμβαίνει με το παράβολο για το οποίο γίνεται λόγος.

      Τέλος, οι παραπάνω διατάξεις είναι ανεφάρμοστες, επειδή παραβιάζουν και τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 Συντ.), καθόσον, προβλέποντας, αδιακρίτως, το παράβολο ως προϋπόθεση παραδεκτού της έφεσης, προβαίνουν σε διάκριση των πολιτών σ' αυτούς που έχουν την οικονομική δυνατότητα προκαταβολής του, η οποία τους επιτρέπει την πρόσβαση στη δικαιοσύνη και σ' αυτούς, που, μη έχοντας τη σχετική δυνατότητα, στερούνται το έννομο αυτό αγαθό, διάκριση, όμως και στέρηση μη ανεκτές σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Τα ίδια ισχύουν και ως προς το ενιαίο, ανεξάρτητα δηλαδή από το αντικείμενο της διαφοράς, ύψος του παραβόλου.

      Το παραπάνω ύψος του παραβόλου δεν αναιρεί όλα όσα ανωτέρω εκτέθηκαν, πρωτίστως, διότι ή το ύψος του είναι χαμηλό και, συνεπώς, δυνατή η προκαταβολή του, από όλους, οπότε δεν επιτυγχάνεται ο προβαλλόμενος σκοπός της αποτροπής αβασίμων εφέσεων ή το ύψος του είναι πρόσφορο για την αποτροπή αβασίμων εφέσεων, οπότε, όμως, αδύνατη η προκαταβολή του από τους μη έχοντες τη σχετική δυνατότητα.

      Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1769, 1771, 1774 ΑΚ και 808 ΚΠολΔ, το αρμόδιο για τη δημοσίευση διαθήκης όργανο, προβαίνει στη δημοσίευση, αφού προηγουμένως εξετάσει, αυτεπαγγέλτως και διαπιστώσει, ότι πρόκειται για υποστατή διαθήκη, ήτοι έγγραφο που έχει χαρακτήρα διάταξης τελευταίας βούλησης (Μπαλής, ΚλρΔ, 1965, παρ. 76. Βουζίκας, ΚλρΔ, β' τεύχος, 1975, παρ.94/ΙΙ, σελ. 354. Παπαντωνίου, ΚλρΔ, 1985, παρ. 76, σελ. 307. Μπέης, ΠολΔικ, άρθρο 808, σελ. 892, 897. Επίσης, Π. Νικολόπουλος, στον ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, άρθρο 1769, αρ. 9), κάτι που δεν συμβαίνει, πλην άλλων και όταν η ανάγνωση του είναι αδύνατη, αφού τότε αποκλείεται η παραπάνω διαπίστωση, ενώ η δημοσίευση, τεχνητά, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, δυνατή μόνο με την επισύναψη φωτοτυπίας του στην πράξη δημοσίευσης, ουδένα των σκοπών δημοσιότητας που επιδιώκονται, εξυπηρετεί. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από τις διατάξεις του Τρίτου Κεφαλαίου του ΚλρΔ του ΑΚ και εκείνες του άρθρου 173 του ίδιου Κώδικα για την ερμηνεία των διαθηκών, αφού η ερμηνεία προϋποθέτει ύπαρξη διαθήκης, ενώ, στην παραπάνω περίπτωση, δεν υφίσταται διαθήκη, με την ανωτέρω νομική έννοια του όρου, για να τεθεί και θέμα ερμηνείας της. Στην υπόθεση που εκδικάζεται, από τα 293/2012 πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με τα οποία δημοσιεύθηκε, με την επισύναψη φωτοτυπίας του σ' αυτά, το από 7-5-2011, ως ιδιόγραφη διαθήκη του … φερόμενο, κείμενο, όπως και από το πρωτότυπο του κειμένου αυτού, που προσκομίζεται, συνάγεται, ότι η ανάγνωση του εν λόγω κειμένου είναι αδύνατη, με συνέπεια να μη μπορεί να διαγνωσθεί, όχι μόνο το περιεχόμενο του, αλλά ούτε και το όνομα  του προσώπου απ' το οποίο τούτο προέρχεται. Ενόψει τούτων και σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, το κείμενο αυτό δεν συνιστά υποστατή διαθήκη και, ως εκ τούτου, η δημοσίευση του ως διαθήκης ήταν αδύνατη.

Αφού, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν δέχτηκε τα ανωτέρω, αλλά, αντίθετα, έκρινε, ότι ορθώς δημοσιεύθηκε το εν λόγω κείμενο ως ιδιόγραφη διαθήκη του ..., απορρίπτοντας στη συνέχεια την παραπάνω ανακοπή ακύρωσης της πράξης και των πρακτικών δημοσίευσης του, εσφαλμένα τις αποδείξεις και, συγκεκριμένα, το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού εκτίμησε και τις ανωτέρω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό, οι σχετικοί λόγοι έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και στην ουσία. Στη συνέχεια, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κρατηθεί και εκδικασθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1, 741, 760 επ. ΚΠολΔ), πρέπει, σύμφωνα με όσα προεξετέθησαν, η παραπάνω ανακοπή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία και να ακυρωθούν η πράξη και τα πρακτικά δημοσίευσης της ανωτέρω ως διαθήκης φερομένης, σύμφωνα με το διατακτικό, χωρίς σκέψη για δικαστική δαπάνη, πρωτίστως, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρα 106, 741, 746, 760 επ. ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ


ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 24/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ την 8-72013 (αρ. κατ. 759/17-7-2013) ανακοπή.

ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή αυτή. Και

ΑΚΥΡΩΝΕΙ την από 18-5-2012 πράξη της Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων και τα 293/2012 πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού σχετικά με τη δημοσίευση του, ως ιδιόγραφη διαθήκη του ... φερομένου, από 7-5-2011
κειμένου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 29 Απριλίου 2014, χωρίς να παρίστανται η εκκαλούσα και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της.

               Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ                Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Αντισυνταγματικότητα πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ σε εμπράγματες αγωγές, 210/2014 ΜονΠρωτΧανίων


Η πρώτη απόφαση, σε νομολογιακή συνέχεια της οποίας εκδόθηκε η 15203/2014 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δέχεται ότι: "εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών)."
Ορθότατα δέχεται επίσης πως: "η παραπάνω ρύθμιση [περί πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ] συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε  πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών."
Τέλος κρίνει επί πιο συγκεκριμένων παραδειγμάτων που όμως δεν αναφέρονται περιοριστικά αλλά ενδεικτικά (λ.χ. μισθωτικές διαφορές) πως: "ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της κυριότητάς του... θα πρέπει να απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς....και έτσι ο πολίτης θα στερείται ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε καταπατητή. "
 
Το κείμενο της απόφασης έχει ως εξής:
 
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
                                ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ     210/2014
                         ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΧΑΝΙΩΝ
Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Ιωάννη Ευαγγελάτο, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τη Διευθύνουσα το Πρωτοδικείο Χανίων Πρόεδρο Πρωτοδικών και τη Γραμματέα Νίκη Αντωνιάδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2014 για να δικάσει την υπόθεση:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Χ.Τ. του Ι., κατοίκου Χανίων, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Χαράλαμπου Πιτσιγαυδάκη.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο παραστάθηκε δια της Δικαστικής Αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευδοκίας Σαφαρή.
Ο καλών-ενάγων με την από 18-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2013 κλήση του, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επαναφέρει προς συζήτηση και ζητεί να γίνει δεκτή η από 9-1-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/2012 αγωγή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 14-6-2012, οπότε και ματαιώθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 4223/2013, όπως αυτή ήδη τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 παρ. γ αρ. 5 του Ν 4254/2014: «Μετά το άρθρο 54 του ν. 4174/2013 προστίθεται νέο άρθρο 54Α που έχει ως εξής:«Άρθρο 54Α Υποχρεώσεις τρίτων για τον Ενιαίο Φόρο Ιδιοκτησίας Ακινήτων. 1. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Αυτοδικαίως άκυρος είναι ο συμβολαιογραφικός τίτλος και για τη σύνταξη κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού.. 3. Εάν δεν είναι δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο του πιστοποιητικού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 του ν. 3842/ 2010 (Α` 58) με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει το Φ.Α.Π. για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του Φ.Α.Π. ή έχει ρυθμίσει το Φ.Α.Π. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη..5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.» Η διάταξη αυτή που είναι προφανές ότι είναι φορολογικής φύσης, θίγει, παραβιάζει και έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.) και τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος (δικαίωμα της ιδιοκτησίας, δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας και αρχή της αναλογικότητας). Ειδικότερα, στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, το οποίο συμφωνεί και με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ, κατοχυρώνεται το θεμελιώδες δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, αποτελεί δε θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Οι δικονομικές λεπτομέρειες που είναι επιτρεπτό να καθορίζει κάθε κράτος μέλος της Ένωσης δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων των πολιτών. Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974 (ΦΕΚ Α` 256) ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φάρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές με τις οποίες κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, αναγνωρίζεται παράλληλα η εξουσία των Κρατών προς επιβολή φόρων και θέσπιση μέτρων προς εξασφάλιση της καταβολής τους. Τα Κράτη διαθέτουν ευρύτατη εξουσία ως προς τον προσδιορισμό των φόρων και τους τρόπους εισπράξεως τους κατ` εκτίμηση των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων τους. Όμως, εφόσον η επιβολή φορολογίας αποτελεί επέμβαση στην περιουσία του προσώπου, πρέπει η σχετική ρύθμιση να αποτελεί μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των επιταγών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων υπό την έννοια της ύπαρξης αναλογίας μεταξύ χρησιμοποιουμένων μέσων και επιδιωκομένων σκοπών, ενόψει μάλιστα και της, κατά το χρόνο θέσπισης της ως άνω φορολογικής διάταξης, ιδιαιτέρως δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας (συνεχούς μείωσης μισθών και συντάξεων και επιβολής αλλεπαλλήλων φορολογικών βαρών επί εισοδημάτων και περιουσιών). Ο δικονομικός φραγμός, που τίθεται από τις παραπάνω διατάξεις, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας υπό το φως των σημερινών δυσχερών οικονομικών συνθηκών, που βιώνουν οι πολίτες που φέρουν το βάρος αυτών, ουσιαστικά στερεί αυτούς της απλής δυνατότητας προσφυγής στο δικαστήριο. Το απλό ταμειακό συμφέρον, που προκύπτει, δεν συνιστά λόγο γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, για τον οποίο θεσπίζεται η παραπάνω διάταξη ως αναγκαία προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε εμπράγματης αγωγής. Ενώ, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία αναλογία, που επιβάλλεται να τηρείται, μεταξύ του νομοθετικά προστατευόμενου δικαιώματος του ατόμου και του σκοπού που το νομοθέτημα εξυπηρετεί. Επομένως, η παραπάνω ρύθμιση συντελεί απλά σε άνιση μεταχείριση των πολιτών του, από το ίδιο το κράτος, που τίθεται σε  πλεονεκτική θέση έναντι αυτών, εξασφαλίζοντας πρωταρχικά και κύρια το δικό του δημοσιονομικό οικονομικό συμφέρον, συρρικνώνοντας το ατομικό δικαίωμα των πολιτών του σε εύκολη πρόσβαση στα δικαστήρια, την οποία θα έπρεπε να εγγυάται και όχι να χρησιμοποιεί τη Δικαιοσύνη και την ευχέρεια προσφυγής σε αυτήν ως μέσο πίεσης για την τακτοποίηση των φορολογικών υποχρεώσεων των πολιτών.  Επιπλέον, η επιβολή φόρου ακίνητης περιουσίας, παράλληλα προς υφιστάμενους άλλους φόρους, δεν πρέπει να θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και δεν πρέπει να εξαρτά το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στη Δικαιοσύνη από τις συγκεκριμένες φορολογικές του υποχρεώσεις. Διαφορετικά θα ελλοχεύει ο κίνδυνος ο υπερχρεωμένος ιδιοκτήτης να μην είναι σε θέση να προσκομίσει το ως άνω πιστοποιητικό και η εμπράγματη αγωγή του με την οποία ζητεί να προστατεύσει το δικαίωμα της κυριότητάς του, που του παρέχει άμεση, απόλυτη και καθολική εξουσία πάνω στο ακίνητο (άρθρα 973 και 1000 του ΑΚ), θα πρέπει να απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς, αφού το δικαστήριο δεν θα υπεισέρχεται στην ουσία της ένδικης διαφοράς και έτσι ο πολίτης θα στερείται ουσιαστικά της εξουσίας να απαγορεύει απόλυτα κάθε επέμβαση τρίτου στο ακίνητό του χωρίς την άδεια του και θα βρίσκεται εκτεθειμένος και απροστάτευτος απέναντι στην αυθαιρεσία του οποιουδήποτε καταπατητή. Εξάλλου, σε κάποιες περιπτώσεις η αδυναμία καταβολής του φόρου μπορεί να σχετίζεται με την μη καταβολή των μισθωμάτων και επομένως η ασυνέπεια του μισθωτή όχι μόνο κάνει τον εκμισθωτή φορολογικό παραβάτη, αλλά τον εμποδίζει και να του ασκήσει οποιαδήποτε εμπράγματη αγωγή. Εν κατακλείδι, δεν θα μπορούσε μια καθαρά φορολογικού χαρακτήρα διάταξη, που δεν αφορά στην προστασία των συναλλασσομένων σε σχέση με τα ακίνητα ή δεν επιδιώκει την παροχή δικαστικής προστασίας, να αποτελεί ειδική διαδικαστική προϋπόθεση μιας εμπράγματης αγωγής και προαπαιτούμενο προκειμένου να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας. Άλλωστε, στόχος της δίκης πρέπει να είναι πάντοτε η έκδοση απόφασης επί της ουσίας και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις πρέπει να έχουν σκοπό να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας και να αποτελούν εγγυήσεις ορθής δικαστικής απόφασης (βλ Ολ. ΣΤΕ 601/2012 NOB 2012.376, Ολ. ΣΤΕ 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008, ΑΠ 293/2014, ΑΠ 1164/2009, ΑΠ 205/2006 Α δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος, ΕΔΔΑ απόφαση της 2.12.1985, Svenska κατά Σουηδίας, αριθμ. 1 1036/84, απόφαση της 14.12.1988, Wasa κατά Σουηδίας, αριθμ. 13013/87, απόφαση της 16.1.1995, Ricardo Travers κατά Ιταλίας, αριθμ. 15117/89, Νικόλαος Νίκας Πολιτική Δικονομία Ι σ. 415).
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης (άρθρο 224 ΚΠολΔ) ισχυρίζεται ότι είναι αποκλειστικός κύριος ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση «………..» του Δήμου Χανίων και περιγράφεται αναλυτικά κατά θέση, έκταση και όρια στην κρινόμενη αγωγή. Ότι το ως άνω ακίνητο περιήλθε στην κυριότητά του δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………… συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Χανίων …………………, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι το ανωτέρω ακίνητο εμφανίζεται σύμφωνα με τις πρώτες σχετικές με το Δήμο Χανίων κτηματολογικές εγγραφές με ΚΑΕΚ ………………….. και αναγραφόμενο ως δικαιούχο του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας το εναγόμενο. Με βάση αυτό το ιστορικό ο ενάγων, επικαλούμενος έννομο συμφέρον και συγκεκριμένα προσβολή του δικαιώματος της κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου, ζητεί να αναγνωριστεί αποκλειστικός κύριος του περιγραφόμενου στην αγωγή επίδικου ακινήτου, κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 100%, να διαταχθεί η διόρθωση στα Κτηματολογικά Βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων, ώστε στο Κτηματολογικό Φύλλο με ΚΑΕΚ …………………….να αναγραφεί ως αποκλειστικός κύριος του ως άνω ακινήτου και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική του δαπάνη. Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται στο δικαστήριο αυτό για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία (άρθρα 14 παρ.2, 29, 218 παρ.1 και 176 ΚΠολΔ, 6 παρ.2 και 17 παρ.4 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει σήμερα). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1033 επ. ΑΚ, 6 παρ.2, 12 παρ.1 στοιχ.α΄, 13 παρ.2, 17 παρ.1 του ν. 2664/1998, 68 και 70 ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της: α) ασκήθηκε εμπρόθεσμα (εντός της προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 6 παρ.2 του ν. 2664/1998, όπως ισχύει σήμερα), β) ο ενάγων προσκομίζει το υπ’ αριθμ. πρωτ. ………/2012 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων, από το οποίο προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στα οικεία κτηματολογικά φύλλα του επίδικου ακινήτου (άρθρο 220 ΚΠολΔ, σε συνδ. με 12 παρ.1 στοιχ.ιβ του ν. 2664/1998). Εξάλλου, είναι παραδεκτή η συζήτηση της αγωγής, χωρίς να υφίσταται ανάγκη προσκόμισης από τον ενάγοντα του πιστοποιητικού του ΕΝΦΙΑ, καθώς η διάταξη του άρθρου 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013 που ορίζει ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, αν δεν προσκομισθεί το ως άνω πιστοποιητικό, είναι μη εφαρμοστέα, επειδή έρχεται σε ευθεία αντίθεση τόσο με το άρθρα 17,20 και 25 του Συντάγματος, όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη.
Από την εκτίμηση της ένορκης ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα του ενάγοντος, που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά και των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος ενός αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση «……….»έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης του 771,40 τμ, κατά δε νεότερη και ακριβή μέτρηση 844 τμ, όπως αυτό εμφανίζεται στο από …………….. τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού ………….. Το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα από αγορά δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………….. συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Χανίων …………….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο ………. με ΑΜ ……….. Ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος, …………………., είχε αποκτήσει το ως άνω ακίνητο από αγορά από τον ……………….., δυνάμει του υπ’ αριθμ. …………..συμβολαίου της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ωστόσο, σύμφωνα με τις πρώτες σχετικές με τον πρώην Δήμο Σούδας και νυν Δήμο Χανίων κτηματολογικές εγγραφές, το ακίνητο, που έλαβε ΚΑΕΚ ………………, εμφανίζεται εσφαλμένα ότι ανήκει στο εναγόμενο κατά αποκλειστική και πλήρη κυριότητα. Περαιτέρω, το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίσθηκε ότι το επίδικο ακίνητο του ανήκει, εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός δεν ενισχύθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο, καθώς δεν προσκομίζεται ούτε ένα σχετικό έγγραφο, ούτε το εναγόμενο εξέτασε μάρτυρα στο ακροατήριο, ούτε προκύπτει ότι κοινοποιήθηκε στο παρελθόν στον ενάγοντα ή στο δικαιοπάροχό του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι υφίσταται αδιάλειπτη και συνεχής σειρά νόμιμων τίτλων δυνάμει των οποίων ο ενάγων έχει αποκτήσει από το έτος 1982 το ακίνητο χωρίς ποτέ να ενοχληθεί και να αμφισβητηθεί η κυριότητά του από κανέναν. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό, ενώ, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατ’ άρθρο 22 του Ν. 3693/1957, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
                                           ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο ενάγων είναι αποκλειστικός κύριος σε ποσοστό 100% του περιγραφόμενου στο ιστορικό της παρούσας ακινήτου, το οποίο βρίσκεται στη θέση «……………..» του Δήμου Χανίων (πρώην Δήμου Σούδας) έκτασης κατά τον τίτλο κτήσης του 771,40 τμ, κατά δε νεότερη και ακριβή μέτρηση 844 τμ και φέρει ΚΑΕΚ ………………
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τη διόρθωση στα Κτηματολογικά Βιβλία και λοιπά κτηματολογικά στοιχεία του Κτηματολογικού Γραφείου Χανίων σχετικά με το ως άνω ακίνητο, ώστε να αναγραφεί ότι ο ενάγων έχει την αποκλειστική και πλήρη κυριότητα του ανωτέρω ακινήτου με τίτλο κτήσης το υπ’ αριθμ. …………….. συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Χανίων ………….., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Χανίων στον τόμο ………….με ΑΜ …………
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
KPIΘHKE, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στα Χανιά, στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 25 Απριλίου 2014.
O ΔIKAΣTHΣ                                             H ΓPAMMATEAΣ

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης