ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση, DPO σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.




Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διεθνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2016

"Η ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια" από τις εκδόσεις University Studio Press: ISBN: 978-960-12-2247-9

Είμαι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω εκ νέου πως διατίθεται σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία το βιβλίο με τη διατριβή μου, από τις εκδόσεις επιστημονικών βιβλίων και περιοδικών University Studio Press:
Τα στοιχεία του βιβλίου, από δελτίο τύπου του εκδοτικού οίκου, είναι τα παρακάτω: 
Τίτλος:
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ, 1974-1989
Συγγραφέας:
ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΑΝΤ. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙ∆ΗΣ
Kατηγορία:
Ιστορία - Πολιτική
ISBN: 978-960-12-2247-9
∆ιάσταση:
17×24 εκ. (μαλακό εξώφυλλο)
Αριθμός σελίδων:
388
Έτος έκδοσης:
2015
Τιμή με Φ.Π.Α.:
€ 26,00



Τρίτη 1 Μαρτίου 2016

Κυκλοφορία βιβλίου "H ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια, 1974-1989", από τις εκδόσεις University Studio Press.


Παραθέτω καταχώρηση του εκδοτικού οίκου University Studio Press, σχετικά με την κυκλοφορία του βιβλίου μου με τίτλο: H ελληνική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια, 1974-1989. 

Το βιβλίο είναι διαθέσιμο σε όλα τα μεγάλα βιβλιοπωλεία. 

Τα στοιχεία επικοινωνίας του εκδοτικού οίκου παρατίθενται πιο κάτω:
University Studio Press:
Αρμενοπούλου 32, ΤΚ 54635, Θεσσαλονίκη, φαξ: 2310216647, info@universitystudiopress.gr
Σόλωνος 98, ΤΚ 10680, Αθήνα, φαξ: 2103605090, sotiriadou@universitystudiopress.gr
Τηλέφωνο επικοινωνίας για Θεσσαλονίκη και Αθήνα: 2310208731 & 2310209637.

"Η ελληνική εξωτερική πολιτική τη δεκαπενταετία 1974-1989, για την προώθηση των διμερών και πολυμερών σχέσεων με τα βαλκανικά κράτη, αποτέλεσε τη βάση στην οποία στηρίχθηκαν οι μετέπειτα επιλογές των ελληνικών κυβερνήσεων.
Η λεπτομερής και τεκμηριωμένη έρευνα του Δρ. Νομικής του ΑΠΘ Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, μόλις κυκλοφόρησε
".


https://www.facebook.com/UniversityStudioPress/photos/a.194530284229978.1073741828.193610380988635/223355144680825/?type=3&theater

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2015

Ο αιγυπτιώτης Ελληνισμός.Η κρίση του 1956 και οι επαφές Καραμανλή-Νάσσερ το 1957.


Δημοσίευση σε: Ιστορία Εικονογραφημένη, τ. 564, Ιούλιος 2015, σ. 13-26.


Εισαγωγή

Στην Αίγυπτο η παρουσία της ελληνικής παροικίας ήταν σημαντική και οι ελληνικές κυβερνήσεις επιδίωκαν τη διατήρηση καλών σχέσεων με το αιγυπτιακό κράτος. Η Ελλάδα, κατά τη μεταπολεμική περίοδο, ενδιαφερόταν τόσο για τις τύχες της παροικίας όσο και για τη στήριξη που θα μπορούσε να προσφέρει η Αίγυπτος στο Κυπριακό. Στα πλαίσια αυτά, κατά την κρίση του Σουέζ το 1956 η ελληνική κυβέρνηση στήριξε την Αίγυπτο. Ο στόχος ήταν να εξομοιώσει, στα πλαίσια της μείωσης της επιρροής των πρώην αποικιακών δυνάμεων, τις προσπάθειες των Κυπρίων για Ένωση με την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ και την αντίσταση στην επέμβαση Ηνωμένου Βασιλείου και Γαλλίας. Ταυτόχρονα οι επαφές που ανέπτυξε ο Καραμανλής με το Νάσσερ ήταν σημαντικές στο να βελτιωθούν αισθητά οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.
Ωστόσο οι καλές διμερείς σχέσεις δεν αποτέλεσαν αποτρεπτικό παράγοντα για τη φυγή των Αιγυπτιωτών Ελλήνων ύστερα από τις εθνικοποιήσεις στις οποίες προέβη το καθεστώς του Νάσσερ. Τα πρώτα μέτρα που έλαβε η Αίγυπτος για τη συμμετοχή των ημεδαπών στις επιχειρήσεις της χώρας πάρθηκαν το 1947, ενώ η επικράτηση της κεντρικά σχεδιαζόμενης οικονομίας το 1957 έπληξε ιδίως τις ελληνικές τράπεζες. Το σημαντικότερο πλήγμα στην παροικία επέφερε η υιοθέτηση του πρώτου 5ετούς προγράμματος σχεδιασμού στην οικονομία το 1960 και των νόμων που ακολούθησαν την περίοδο 1961-1963. Η ελληνική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποτρέψει τη λήψη αυτών των μέτρων, και περισσότερο επεδίωξε την επιβράδυνσή τους παρά τη μη υλοποίηση.
Για λόγους οικονομίας στο παρόν άρθρο μελετώνται οι διμερείς επαφές κατά την κρίση στο Σουέζ και η επίσκεψη του Καραμανλής στο Κάιρο το 1957. Γίνεται αναφορά στην επίσκεψη Νάσσερ στην Αθήνα το 1960, στα μέτρα που έλαβε το αιγυπτιακό καθεστώς την περίοδο 1961-1963 και στις ελληνικές αντιδράσεις αλλά μόνο επιγραμματικά· προκειμένου να αναλυθούν τα γεγονότα των αρχών της δεκαετίας του ’60 απαιτείται αυτοτελές και ξεχωριστό κείμενο, ώστε η παρουσίασή τους να είναι λεπτομερέστατα αιτιολογημένη. Παρόλα αυτά οι επαφές της περιόδου 1956-1960 είναι ενδεικτικές για τη στάση που τήρησε η ελληνική πλευρά, αφού στα πλαίσια αυτά βασίστηκαν οι διμερείς σχέσεις και τα επόμενα χρόνια.

Η έξοδος των Ελλήνων και η κρίση του Σουέζ

Φυγή των Ελλήνων
Το αρχικό πλήγμα στην παροικία επέφερε η κατάργηση των διομολογήσεων. Αυτές καταργήθηκαν με τη συνθήκη του Μοντρέ το 1937. Η τελευταία πρόβλεπε μια 12ετή μεταβατική περίοδο στο τέλος της οποίας θα έπαυαν πλήρως τα οφέλη των διομολογήσεων. Η συνθήκη του Μοντρέ όριζε πως στην Αίγυπτο το καθεστώς παραμονής των αλλοδαπών υπηκόων των άλλοτε διομολογητικών χωρών θα ρυθμίζονταν με διμερείς συμφωνίες εγκατάστασης. Ελλάδα και Αίγυπτος ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις το 1947, οι οποίες διακόπηκαν το 1951. Αρχικά η κυβέρνηση του βασιλιά Φαρούκ αποφάσισε -το καθεστώς των Ελεύθερων Αξιωματικών που ήρθε στην εξουσία στις 23 Ιουλίου 1952, υπό τον Μωχάμετ Ναγκίπ αρχικά και από το 1954 υπό το Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσσερ, υλοποίησε- να ρυθμιστούν τα θέματα διαμονής των αλλοδαπών υπηκόων στη χώρα με νόμο και όχι με διμερείς συμφωνίες. Τούτο καθώς θεωρούσαν πως οι διμερείς συμφωνίες αποτελούσαν μια διαφορετική μορφή του καθεστώτος των διομολογήσεων[1].
Μετά την επικράτηση των Ελεύθερων Αξιωματικών, οι οποίοι αρχικά ψήφισαν Σύνταγμα το 1953 αλλά το 1954 (οπότε και την εξουσία ανέλαβε ο Νάσσερ), επέβαλαν μονοκομματικό καθεστώς, αυξήθηκε έντονα η ανεργία στους κόλπους της ελληνικής παροικίας. Από το 1947 οι ανώνυμες εταιρίες στην Αίγυπτο έπρεπε να απασχολούν, σε ποσοστό 75% στους υπαλλήλους και 90% στους εργάτες, ημεδαπούς. Ταυτόχρονα θα έπρεπε καλύπτεται από τους Αιγύπτιους το 65% του μισθολογικού κόστους των εταιριών.
Η Ελλάδα αδυνατώντας να ενσωματώσει τους Αιγυπτιώτες Έλληνες ενθάρρυνε μέσω των προξενικών αρχών τη μετανάστευση σε άλλες χώρες, ιδίως στην Αυστραλία. Ιδρύθηκε μάλιστα Ταμείο Μεταναστεύσεως, προκειμένου με άτοκα δάνεια να χρηματοδοτήσει τη μετακίνηση. Αδυνατούσε να απορροφήσει το εγχώριο εργατικό δυναμικό και σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να παρέχει εργασία σε παλλινοστούντες από την Αίγυπτο. Επίσης υπήρχε φόβος για εξάπλωση κομμουνιστικών ιδεών στους άνεργους εργάτες. Άλλωστε ήταν νωπές οι μνήμες από τις προσπάθειες και τις αντίστοιχες δυσκολίες ενσωμάτωσης των προσφύγων του 1922[2]
Η κρίση του Σουέζ -βλ. παρακάτω- επιτάχυνε τις διαδικασίες μετανάστευσης από την Αίγυπτο. Ωστόσο δεν οφείλεται σε αυτή η δραματική μείωση της παροικίας· το αντίθετο θα μπορούσε να ειπωθεί συνέβη καθώς η Ελλάδα υποστήριξε την Αίγυπτο στη διαμάχη με Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία. Παρόλα αυτά, οι αποφάσεις του Νάσσερ δεν στρεφόντουσαν κατά των ελληνικών κοινοτήτων αλλά του συνόλου των αλλοδαπών στη χώρα. Στις αρχές Ιανουαρίου 1957 η αιγυπτιακή οικονομία υιοθέτησε το σύστημα του κεντρικού σχεδιασμού. Την ίδια στιγμή εκδόθηκαν νομοθετικά διατάγματα που εθνικοποιούσαν -έως το 1962- τις τράπεζες, τις ασφαλιστικές εταιρίες και τις εμπορικές αντιπροσωπείες. Μελετητές αναφέρουν πως οι εθνικοποιήσεις έπληξαν έως και το ⅓ των μελών της παροικίας. Ιδίως η εθνικοποίηση των τραπεζών Εθνικής και Εμπορικής στερούσε από την παροικία την πρόσβαση σε φθηνό δανεισμό και αποτελούσε τροχοπέδη στις εμπορικές και βιομηχανικές δραστηριότητες των Ελλήνων[3].

Η κρίση του Σουέζ
Ο Νάσσερ αναζητούσε κεφάλαια για την κατασκευή μεγάλου φράγματος στο Ασουάν του Νείλου. Προσπαθώντας να προσεταιριστεί την ΕΣΣΔ, στις 27 Σεπτεμβρίου 1955 ήρθε σε συμφωνία αγοράς όπλων από την Τσεχοσλοβακία. Στην ουσία αποτελούσε αναβολή της εξόφλησης από την ΕΣΣΔ αιγυπτιακών σιτηρών και βάμβακα. Από την άλλη, την κατασκευή του φράγματος ευνοούσε ο υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Eisenhower, John Foster Dulles. Οι ΗΠΑ, μην επιθυμώντας να υπαχθεί η Αίγυπτος στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, προσέφεραν 56 εκ. $ (και άλλα 14 εκ. το Ηνωμένο Βασίλειο) για την κατασκευή του φράγματος. Όμως η συμφωνία με την Τσεχοσλοβακία αποτέλεσε αφορμή για τους Βρετανούς να αποσύρουν τη χρηματοδότηση. Το Φεβρουάριο του 1956 οι Αίγυπτος και Παγκόσμια Τράπεζα συμφώνησαν να χρηματοδοτούσε η τελευταία, και άλλες δυτικές χώρες, το φράγμα. Σε μια ύστατη κίνηση να αναλάβουν το έργο, οι Σοβιετικοί προσέφεραν χρηματοδότηση 1,12 δισ. $ με πολύ χαμηλό επιτόκιο. Απαντώντας, ο Dulles δήλωσε πως οι ΗΠΑ θα απείχαν από τη χρηματοδότηση του φράγματος του Ασουάν[4].
Η αλλαγή της στάσης των ΗΠΑ προερχόταν εξαιτίας πιέσεων τόσο από το εσωτερικό όσο και των επαφών του Νάσσερ με το Ανατολικό Μπλοκ. Ειδικότερα, υπήρχαν φόβοι στις νότιες Πολιτείες για αύξηση παραγωγής του ανταγωνιστικού αιγυπτιακού βαμβακιού. Ταυτόχρονα στην κατεύθυνση αυτή πίεζαν φίλα προσκείμενοι Αμερικανοί, τόσο της κυβέρνηση της Ταϊβάν (είχε μεσολαβήσει η αναγνώρισης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από το Νάσερ το Μάιο του 1956), όσο και του Ισραήλ[5]. Αντιρρήσεις εξέφρασαν και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή, όπως η Τουρκία και το Ιράκ, φοβούμενοι υπέρμετρη ενδυνάμωση της Αιγύπτου[6].
Σε απάντηση στην αμερικανική άρνηση, ο Νάσσερ ανακοίνωσε στις 26 Ιουλίου 1956 την εθνικοποίηση της διώρυγας του Σουέζ. Έντονα αντέδρασε το ΗΒ αφού στη διώρυγα υπήρχε στρατιωτική βάση 80.000 ατόμων και τον έλεγχο της διώρυγας ασκούσε βρετανική εταιρία. Διακυβεύονταν επομένως, κατά τη βρετανική άποψη, τόσο οικονομικά όσο και γεωστρατηγικά συμφέροντα[7]. Αντιρρήσεις πρόβαλλε και η Γαλλία, εξαιτίας της στήριξης του Νάσσερ στους αυτονομιστές της Αλγερίας. Προκειμένου να εξευρεθεί ειρηνική λύση στο ζήτημα συγκλήθηκε μεταξύ 16 και 23 Αυγούστου διεθνής διάσκεψη στο Λονδίνο, στην οποία προσκλήθηκε και η Ελλάδα.

Ελληνική στάση κατά την κρίση
Ήδη από τον Απρίλιο του 1956 η Ελλάδα επέδειξε έντονο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην περιοχή. Αυτό ήταν λογικό καθώς στη διώρυγα εργάζονταν Έλληνες της παροικίας σαν πλοηγοί, υπάλληλοι και εργάτες. Η συμμετοχή τους ήταν εντονότατη και έφτασαν να αποτελούν και έως το 85% του εργατικού δυναμικού της εταιρίας. Οι πλοηγοί εξακολούθησαν να εργάζονται έως και την έναρξη των συγκρούσεων στη χερσόνησο του Σινά, στις 31 Οκτωβρίου 1956[8].
Στις 21 Μαρτίου 1956 ο υπουργός Άνευ Χαρτοφυλακίου της κυβέρνησης Καραμανλή, Γρηγόριος Κασιμάτης, είχε συνομιλίες στο Κάιρο με το Νάσσερ. Κοινός τόπος των συνομιλιών ήταν η προσήλωση των δύο κρατών στην αρχής της αυτοδιάθεσης και η άρνηση κάθε μορφής αποικιοκρατίας. Ο Νάσσερ εξέφρασε την χωρίς όρους στήριξη της χώρας του στις προσπάθειες των Κυπρίων για αυτοδιάθεση αφού «τούτο επιβάλλει η πίστη της Αιγύπτου στο δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών». Ταυτόχρονα χαρακτήρισε τους Αιγυπτιώτες Έλληνες «αδερφούς» αναφέροντας πως δεν υφίσταντο αρνητικές διακρίσεις σε βάρος τους, αλλά αντίθετα πως επιθυμούσε την ευημερία τους. Ο Κασιμάτης μετέφερε την ελληνική άποψη για την κρίση του Σουέζ, εντάσσοντάς τη στη γενικότερη προσπάθεια για αυτοδιάθεση των λαών, άρα και της Κύπρου, από τις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Είχε εντολή να προσκαλέσει το Νάσσερ για επίσκεψη στην Αθήνα αλλά, κατόπιν αμερικανικών πιέσεων στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών, αυτό τελικά δε συνέβη[9]
Έγινε έτσι ξεκάθαρο από τις πρώτες με τη νασσερική Αίγυπτο πως κύριο μέλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν τόσο η εκμετάλλευση της συγκυρίας για προβολή και σύνδεσή της με το Κυπριακό, όσο και η προστασία της παροικίας. Ταυτόχρονα όμως η Ελλάδα δε θα παραβίαζε τις νατοϊκές τις υποχρεώσεις. Ουσιαστικά θα προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί τη θέση της. Από τη μια γειτνίαζε με τη Μέση Ανατολή και από την άλλη δεν είχε διαταραγμένες σχέσεις με τους Άραβες –ιδίως λόγω της εναντίωσης στην αποικιοκρατία ένεκα του Κυπριακού ή μη συμμετοχής της σε στρατιωτικά σύμφωνα όπως αυτό της Βαγδάτης- ενώ ταυτόχρονα οι Αμερικανοί δε θεωρούσαν πως κινδύνευε η τήρηση των υποχρεώσεων της Ελλάδας προς τους δυτικούς συμμάχους της[10].
Η Ελλάδα, προσκλήθηκε να συμμετάσχει στη διάσκεψη του Λονδίνου για το Σουέζ. Η πρόσκληση αφορούσε 8 κράτη που μετείχαν στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης (του 1888, που κήρυσσε τη διώρυγα ουδέτερο έδαφος υπό βρετανική προστασία) και 16 κράτη που αποτελούσαν τους κύριους χρήστες της διώρυγας. Τη διάσκεψη επίσπευσαν το ΗΒ, η Γαλλία και κυρίως οι ΗΠΑ που επιθυμούσαν την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης προκειμένου να μη στραφεί η Αίγυπτος προς βοήθεια στην ΕΣΣΔ.

Η διάσκεψη του Λονδίνου
Στις 4 Αυγούστου ο Dulles μέσω επιστολής του καλούσε τον Καραμανλή να παραστεί η Ελλάδα στη διάσκεψη του Λονδίνου[11]. Είχε προηγηθεί και συνάντηση του Καραμανλή και τον Αμερικανό επιτετραμμένο στην Αθήνα Ray Thurston[12]. Οι ΗΠΑ διαβλέποντας πως, λόγω Κυπριακού και ελληνικής παροικίας, η Ελλάδα θα δίσταζε να λάβει μέρος στη Διάσκεψη άσκησαν στον Καραμανλή πίεση, κατά τον ως άνω τρόπο. Η κυβέρνηση βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς η επιστολή διέρρευσε στον τύπο της εποχής[13].
Στις 8 Αυγούστου 1956 έλαβε χώρα σύσκεψη στην Αθήνα μεταξύ του πρωθυπουργού Καραμανλή και των υπουργών Εξωτερικών και Προεδρίας Ευάγγελου Αβέρωφ και Κωνσταντίνου Τσάτσου. Αποφασίστηκε να επιδοθούν επιστολές του Αβέρωφ προς τους πρέσβεις του ΗΒ, της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Το περιεχόμενό τους έκανε λόγο για πρόθεση είτε για μετάθεση για αργότερα της διάσκεψης είτε για αλλαγή του τόπου, εκτός Λονδίνου, εξαιτίας του Κυπριακού και των τεταμένων ελληνοβρετανικών σχέσεων[14]. Την ίδια πρόταση μετέφερε αυθημερόν στον Αιγύπτιο πρεσβευτή, σε συνάντηση μαζί του όπου και ανέφερε πως η Ελλάδα δεν μπορούσε να κινηθεί εκτός των νατοϊκών της δεσμεύσεων. Απαντώντας στον Αβέρωφ ο Αιγύπτιος διπλωμάτης εξέφρασε την κατανόηση της χώρας του για τις ελληνικές προτάσεις[15]. Τελικά, στις 11 Αυγούστου 1956 το υπουργικό συμβούλιο ανακοίνωσε πως η Ελλάδα δε θα συμμετείχε στη διάσκεψη, αφού «υφ’ ους όρους καλείται η Διάσκεψις του Λονδίνου και υπό τας γνωστάς ειδικάς συνθήκας, υφ’ ας τελεί σήμερον η Ελλάδας» δε θα μπορούσε να είχε εποικοδομητικό ρόλο.
Οι συνθήκες που επικαλέστηκε η κυβέρνηση Καραμανλή είχαν να κάνουν τόσο με την αρνητική στάση της Αιγύπτου για τη διάσκεψη όσο και με τις ψυχρές ελληνοβρετανικές σχέσεις λόγω Κυπριακού. Τα κίνητρα της Ελλάδας ανάγονταν στην επιθυμία για προστασία των περιουσιακών στοιχείων της παροικίας, η εξασφάλιση των οποίων ήδη φαινόταν πως θα ήταν δύσκολη υπόθεση, και για προώθηση του αιτήματος διευθέτηση του Κυπριακού. Η απόφαση της κυβέρνησης έβρισκε σύμφωνη και την αντιπολίτευση αλλά και την κοινή γνώμη (δημοσιογραφικές πληροφορίες της εποχής για διαφωνίες του Αβέρωφ δεν επιβεβαιώνονται από άλλες πηγές), ενώ τόσο η Αίγυπτος όσο και άλλα αραβικά κράτη δέχθηκαν με «ευγνωμοσύνη» -όπως μεταγενέστερα έγραψε ο Αβέρωφ- την ελληνική στάση[16]. Οι Αμερικανοί, παρά την αρνητική ελληνική στάση, δεν αμφέβαλλαν για την τήρηση των συμμαχικών της υποχρεώσεων και κατανόησαν την πίεση υπό την οποία βρισκόταν ο Καραμανλής, που προσπάθησε να ελιχθεί όπως φάνηκε με τις προτάσεις για αναβολή ή αλλαγή του τόπου της διάσκεψης. [17].

Η κρίση του Σουέζ στον ΟΗΕ
Η διάσκεψη του Λονδίνου κατέληξε σε αποτυχία. Στις 29 Οκτωβρίου 1956 το Ισραήλ, εισέβαλε στη χερσόνησο του Σινά και στις 31 του ίδιου μήνα το ΗΒ και η Γαλλία συντάχθηκαν με την κυβέρνηση του Τελ Αβίβ, επιχειρώντας την κατάληψη της διώρυγας. Στην τριμερή επέμβαση αντέδρασαν έντονα τόσο η ΕΣΣΔ όσο και οι ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί φοβόντουσαν την έξαρση του αραβικού εθνικισμού, την αύξηση της σοβιετικής επιρροής στη Μέση Ανατολή ή ακόμα και τυχόν σοβιετική εμπλοκή, κατά το πρότυπο της Ουγγαρίας, όπου ταυτόχρονα επενέβησαν στρατεύματα του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Αντίθετα επιζητούσαν την αντικατάσταση της βρετανικής από την αμερικανική επιρροή, ιδίως στον Κόλπο, προκειμένου να αποκτούσαν προνομιακή πρόσβαση στην παραγωγή πετρελαίου της περιοχής[18].
Μετά την τριμερή επέμβαση συγκλήθηκε σύνοδος των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα δε στήριξε τις βρετανογαλλικές ενέργειες, συντασσόμενη με τη στάση των ΗΠΑ (αντίθετα με τη Δυτική Γερμανία, το Βέλγιο και η Ολλανδία)[19]. Στη 1 Νοεμβρίου 1956 συγκλήθηκε έκτακτα, ύστερα από γιουγκοσλαβικό αίτημα, η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Την Ελλάδα εκπροσώπησε ο μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ Χ. Ξανθόπουλος-Παλαμάς, ο οποίος στην τοποθέτησή του κατήγγειλε και καταδίκασε τη στάση ΗΒ και Γαλλίας ως αντιβαίνουσα στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ· χρησιμοποίησε σκληρές εκφράσεις χαρακτηρίζοντας την επέμβαση διεθνές έγκλημα στα πλαίσια αποικιοκρατικών αντιλήψεων. Ταυτόχρονα ο Αβέρωφ δήλωσε πως η κυβέρνησή του θα συμμορφωθεί απόλυτα με την απόφαση της Γ.Σ.[20]. Τελικά η Γενική Συνέλευση με ψήφισμά της υιοθέτησε το αμερικανικό σχέδιο περί άμεσης αποχώρησης των ξένων στρατευμάτων και εγκατάστασης διεθνούς δύναμης υπό τον ΟΗΕ (διαφώνησαν ΗΒ, Γαλλία, Ισραήλ, Αυστραλία και Ν.Ζηλανδία).
Η Ελλάδα γενικότερα ήταν απόλυτα ικανοποιημένη για την εξέλιξη σε επίπεδο ΟΗΕ αλλά και τη στάση των ΗΠΑ στην κρίση του Σουέζ. Η πλήρης αποτυχία της βρετανικής πολιτικής στην ανατολική Μεσόγειο έδωσε την αφορμή στην κυβέρνηση Καραμανλή να κάνει λόγο για «ψυχολογική αποτυχία» και ζητούσε «θετική και ρεαλιστική πολιτική» έναντι του Νάσσερ[21].
Τα αποτελέσματα της ελληνικής διπλωματίας ήταν θετικά. Οι ΗΠΑ αποδέχθηκαν τη διαφοροποίηση της Ελλάδας και τη μη συμμετοχή της στη διάσκεψη του Λονδίνου, δίχως να διαταραχθούν οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Με την Αίγυπτο οι σχέσεις βελτιώθηκαν και την ίδια στιγμή η Ελλάδα μπόρεσε να προβάλλει τις διεκδικήσεις της στο Κυπριακό. Προσπάθησε να εξομοιώσει την κρίση του Σουέζ με το θέμα της Κύπρου, στο πλαίσιο των αρνητικών πρακτικών των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Ωστόσο η στήριξη του αραβικού κόσμου στο Κυπριακό δεν ήταν ενιαία, αφού υπήρχε αμφισβήτηση της ηγετικής μορφής του Νάσσερ από άλλα αραβικά κράτη. Επιπλέον, το Κυπριακό δε λύθηκε στα πλαίσια του ΟΗΕ· ακόμα και στη τελευταία συζήτηση του Κυπριακού στη Γενική Συνέλευση το 1958 η πλειονότητα των αραβικών κρατών δε στήριξε τις ελληνικές θέσεις[22].
Ωστόσο η ελληνική στήριξη των αιγυπτιακών θέσεων δεν μπόρεσε να αποτρέψει τα οικονομικά πλήγματα στην παροικία. Παρά το γεγονός πως χάρη στους Έλληνες πλοηγούς η διώρυγα του Σούεζ παρέμενε σε λειτουργία (παρασημοφορήθηκαν από το Νάσσερ για αυτό) και πως υπογράφηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 1956 διμερής συμφωνία μορφωτικών ανταλλαγών, ο Νάσσερ μετά τον τερματισμό της κρίσης υιοθέτησε μέτρα εθνικοποίησης των ξένων περιουσιών που αποτέλεσαν την αρχή για την έξοδο του Αιγυπτιώτη ελληνισμού από τη χώρα.

Οι διμερείς επαφές το 1957

Προσπάθειες προστασίας της παροικίας
Η πρώτη ελληνική αντίδραση στα μέτρα που έλαβε το καθεστώς του Νάσσερ εκδηλώθηκε στη 1 Φεβρουαρίου 1957, οπότε και ο πρεσβευτής της Ελλάδας στο Κάιρο Δ.Λάμπρου είχε συνάντηση με τον υπουργό Εμπορίου Μωχάμετ Αμού Νοσέρ. Ο πρεσβευτής μετέφερε στον Αιγύπτιο υπουργό τους φόβους της παροικίας για τον κίνδυνο οικονομικής εξόντωσης της παροικίας και ο τελευταίος του απάντησε πως δε θα έπρεπε οι Έλληνες να ανησυχούν αλλά αντίθετα να παύσουν την ενασχόληση με τα τραπεζικά και να ασχοληθούν με τη βιομηχανία.. Οι προσπάθειες της παροικίας να ενημερώσουν το εθνικό κέντρο εντάθηκαν· στις 5-7 Φεβρουαρίου 1957 εκπρόσωποι του Ελληνικού Επιμελητηρίου Αλεξάνδρειας μετέβησαν στην Αθήνα για συζητήσεις με τον Τσάτσο και τον Καραμανλή. Σημαντική ήταν και η συνάντηση του Αβέρωφ με το συνάδελφό του Μαχμούτ Φαουζί, στη Νέα Υόρκη στα πλαίσια της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Ο τελευταίος πρότεινε την παραχώρηση αιγυπτιακής υπηκοότητας στους Έλληνες της παροικίας και δήλωσε πως παρείχε περίοδο προσαρμογής 5 ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων οι ελληνικές θέσεις εργασίας στις εθνικοποιημένες επιχειρήσεις θα ήταν εξασφαλισμένες[23]. Τόσο η απάντησή του Νοσέρ όσο και του Φάουζι ήταν γενικόλογες και κανένα εχέγγυο προστασίας της παροικίας δε δόθηκε. Οι προτάσεις του Φάουζι φάνηκε πως εξασφάλιζαν σε κάποιο βαθμό τις ελληνικές περιουσίες αλλά και πάλι δεν έφτασαν στο σημείο της υλοποίησής τους.
Προκειμένου η ελληνική κυβέρνηση να αποσπάσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις από το Νάσσερ, ο Λάμπρου στις 3 Μαρτίου 1957 παρέδωσε υπόμνημα και επιστολή του Καραμανλή στο Φάουζι. Η Ελλάδα ζητούσε εφαρμογή της νομοθεσίας περί εθνικοποιήσεων μετά το πέρας 5 ετών και σταδιακά. Για να μην εκληφθούν τα αιτήματά της ως παρέμβαση στα εσωτερικά ζητήματα της Αιγύπτου, επικαλέστηκε οικονομική αδυναμία ενσωμάτωσης των Ελλήνων που θα εγκατέλειπαν τη χώρα. Τέλος,, γινόταν υπόμνηση της στήριξης που παρείχε η Ελλάδα τόσο στα αραβικά κράτη (εντός των πλαισίων του ΟΗΕ το 1947 για τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ και το 1955 για την Αλγερία) όσο και στην Αίγυπτο κατά την κρίση του Σούεζ[24]. Η απάντηση του Νάσσερ ήταν και πάλι γενικόλογη. Επικαλέστηκε τους ισχυρούς δεσμούς των δύο χωρών και τη δέσμευσή του να διασκεδάσει τους φόβους της παροικίας. Ωστόσο δεν αναφέρθηκε καθόλου σε συγκεκριμένες κινήσεις που θα ενίσχυαν τους Έλληνες της χώρας του, είτε για εξαίρεσή τους από τις εθνικοποιήσεις είτε για παράταση της υλοποίησής τους[25].

Η επίσκεψη Καραμανλή στην Αίγυπτο
Σημαντική ήταν η επίσκεψη του Καραμανλή, συνοδεία και του Αβέρωφ, στο Κάιρο στις 17-21 Αυγούστου 1957. Είχε προηγηθεί στις 2 Αυγούστου 1957, σε συνέχεια των επιστολών που αντηλλάγησαν το Μάρτιο του ίδιου έτους, υπόμνημα του Λάμπρου στον Αβέρωφ. Σε αυτό ανέφερε πως μόνο για τους Έλληνες εμπορικούς αντιπροσώπους η αιγυπτιακή νομοθεσία προέβλεψε πως θα μπορούσαν να ασκούν τη δραστηριότητά τους έως τη συνταξιοδότησή τους. Για τους τραπεζικούς και ασφαλιστές ωστόσο καμία άλλη πρόνοια δεν υπήρξε, πλην αυτής για 5ετή περίοδο προσαρμογή που ίσχυε για όλους τους αλλοδαπούς[26].
Ο Καραμανλής στις δημόσιες τοποθετήσεις του ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός. Αναφερόταν μεν στην ύπαρξη «δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων, οι οποίοι αγαπούν τους Αιγυπτίους και αγαπώνται από αυτούς ως αδερφοί». Δήλωνε ταυτόχρονα δε πως «αι πρόσφαται πολιτικοκοινωνικαί και οικονομικαί μεταρρυθμίσεις, τας οποίας υπό την εμπνευσμένην ηγεσίαν του προέδρου Νάσσερ, απεφάσισεν ο αιγυπτιακός λαός, παρακολουθούνται με αδιάπτωτον ενδιαφέρον εις την Ελλάδα και εκτιμώνται βαθύτατα». Συναντήθηκε στις 20-21 Αυγούστου 1957 με τα μέλη της παροικίας της Αλεξάνδρειας, όπου έτυχε μεγάλης υποδοχής από 30.000 ομογενείς. Τέλος, αφικνούμενος στην Αθήνα δήλωσε πως ήταν απόλυτα ικανοποιημένος και αισιόδοξος από τη στάση του Νάσσερ, ο οποίος «έδειξε πλήρη κατανόησιν επ’ αυτών»[27].
Ο Νάσσερ χαρακτηριστικά τόνισε, όπως και προγενέστερα είχε πράξει, την απόφαση της Αιγύπτου να διασφαλίσει την ευημερία των Ελλήνων στη χώρα του σε πνεύμα δικαιοσύνης και καλής θέλησης. Ως προς το Κυπριακό, στο ανακοινωθέν αναφέρθηκε πως η Αίγυπτος στήριζε τις προσπάθειες αυτοδιάθεσης των λαών στα πλαίσια του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ[28]. Ταυτόχρονα ο Αιγύπτιος υπουργός Προεδρίας Άλη Σαμπρ αναφέρθηκε ονομαστικά στην Κύπρο, δηλώνοντας ενθουσιώδης οπαδός της αυτοδιάθεσης της Κύπρου[29].
Αποτιμώντας τις επαφές του Καραμανλή, θα μπορούσε να ειπωθεί πως στο πεδίο των λεκτικών τοποθετήσεων η επίσκεψη ήταν επιτυχημένη. Ο Καραμανλής αντέφασκε όταν σε δημόσιες δηλώσεις του αναφέρθηκε στην παροικία και ταυτόχρονα ενθάρρυνε τα μέτρα που την έπλητταν. Παρόλα αυτά η ελληνική πλευρά ήταν ικανοποιημένη από τα σημαντικά ανταλλάγματα, λεκτικά και όχι ουσιαστικά, που απέσπασε από την αιγυπτιακή. Η αιγυπτιακή πλευρά κατάφερε να φανεί πως προστατεύεται η παροικία και στηρίζονται οι ελληνικές θέσεις στο Κυπριακό. Στο θέμα της Κύπρου η αιγυπτιακή στάση ήταν πράγματι θετική, αφού υπήρχε και αμυντικό θέμα για τη χώρα δεδομένου ότι στην κρίση του Σουέζ οι βρετανικές δυνάμεις εφόρμησαν από το νησί.
Από την άλλη όμως δεν υπήρξε καμία ουσιαστική δέσμευση για την προστασία των Ελλήνων στην Αίγυπτο. Βέβαια, επί μία τριετία, δεν επήλθε κάποιο άλλο πλήγμα στην παροικία. Μάλιστα η ελληνική παροικία ήταν η μοναδική που παρέμενε στη χώρα σε σχέση με αντίστοιχες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Άρα, ο στόχος της καθυστέρησης της εξόδου του ελληνισμού, αν δεν ήταν δυνατή η αποφυγή της, φαινόταν πως επιτεύχθηκε. Ωστόσο τα γεγονότα της περιόδου 1961-1963, όπως επιγραμματικά παρακάτω περιγράφονται, έδειξαν πως οι δεσμεύσεις του Νάσσερ ήταν κενές περιεχομένου. Τέλος η επίσκεψη Καραμανλή αποτέλεσε την αρχή για την ενίσχυση της θέσης της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο και τον αραβικό κόσμο. Πλέον η Ελλάδα θα αποτελούσε παράγοντα στην περιοχή και θα μπορούσε να ασκεί μια πιο αυτόνομη –αλλά όχι διαφορετική- από τις ΗΠΑ πολιτική. Οι τελευταίες, δια του αναπληρωτή υφυπουργού Εξωτερικών Robert Daniel Murphy, αποδέχονταν την πολιτική αυτή. Οι Αμερικανοί θεωρούσαν πως η Ελλάδα –η οποία «περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών εκείνων που είναι περισσότεροι αφοσιωμένες στις ΗΠΑ»- θα μπορούσε να αποτελέσει συνδετικό κρίκο με τις αραβικές χώρες εξαιτίας του «γοήτρου» που απολάμβανε μεταξύ των κρατών αυτών[30].

Οι επαφές μετά το 1957
Οι διμερείς σχέσεις παρέμεναν ομαλές έως το 1961. Η τριμερής συνάντηση στο Μπριόνι της Κροατίας στις 8 Ιουλίου 1958, μεταξύ Αβέρωφ, Φάουζι και του Γιουγκοσλάβου υπουργού Εξωτερικών Κότσα Πόποβιτς, επιβεβαίωσε την επιθυμία της Ελλάδας να διαδραματίσει ρόλο στα τεκταινόμενα στην Ανατολική Ευρώπη. Η τριμερής έδειχνε τους δύο τομείς που η ελληνική εξωτερική πολιτική θα είχε αυτόνομο, έναντι των ΗΠΑ, χαρακτήρα, δηλαδή στα Βαλκάνια και τον αραβικό κόσμο.
Οι καλές σχέσεις επιβεβαιώθηκαν με την επίσκεψη Νάσσερ στην Αθήνα στο διάστημα 7-9 Ιουνίου 1960, όπου ο Αιγύπτιος ηγέτης έτυχε θερμής υποδοχής. Η επίσκεψη Νάσσερ επιβεβαίωση το πολύ καλό κλίμα στις διμερείς σχέσεις. Ωστόσο η πορεία που είχαν λάβει τα πράγματα για την παροικία, υπό τις εθνικοποιήσεις του Νάσσερ, ήταν μη αναστρέψιμη.
Το 1960 διαβιούσαν στην Αίγυπτο 50.000 Έλληνες. Τον Ιούλιο του 1961 ψηφίστηκαν επαχθέστεροι, απ’ ότι το 1957, νόμοι για τις ελληνικές επιχειρήσεις και κοινότητες. Το 1963 απαγορεύτηκε η κατοχή γης από μη Αιγύπτιους. Ο Αβέρωφ μετέβη στο Κάιρο, όπου ο Νάσσερ προσπάθησε να τον πείσει ότι το καθεστώς του επιθυμεί την παραμονή της παροικίας δίχως ωστόσο να πράξει κάτι απτό προς το σκοπό αυτό[31]. Το 1962 και προκειμένου να διαχειριστεί ο ελληνικό κράτος το κύμα των προσφύγων ιδρύθηκε στον Πειραιά οργανισμός υποδοχής Αιγυπτιωτών Ελλήνων. Ακολούθως, το 1964 η κυβέρνηση Γεωργίου Παπανδρέου ψήφισε το Ν.Δ. 4577/1966 για την προστασία των προσφύγων[32]. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’60 40.000 Έλληνες είχαν εγκαταλείψει την Αίγυπτο. Τουλάχιστον ως προς τις αποζημιώσεις των εθνικοποιημένων περιουσιών υπήρχε πρόνοια σχετικά με την καταβολή τους με διμερή συμφωνία που υπογράφηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 1966[33]· εξαιτίας γραφειοκρατικών προβλημάτων, η ολοκλήρωση των διαδικασιών αποζημίωσης διήρκησε έως το 2006[34].

Συμπεράσματα

Η παρουσία των Ελλήνων στην Αίγυπτο ήταν ακμαία. Η ελληνική παροικία αποτελούσε δυναμικό κομμάτι της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο και σε άλλες πόλεις της Αιγύπτου. Ωστόσο η επανάσταση των Ελεύθερων Αξιωματικών, με την άνοδο του Νάσσερ στην εξουσία, κατέστησε την παραμονή της σχεδόν αδύνατη. Οι κινήσεις της Ελλάδας για την προστασία της παροικίας δεν είχαν στόχο τη διατήρησή της στην Αίγυπτο. Αντίθετα οι Καραμανλής και Αβέρωφ γνώριζαν πως ήταν αδύνατον, ύστερα από τα μέτρα εθνικοποίησης του Νάσσερ, να εξακολουθούσαν να διαβιούν οι Έλληνες στην Αίγυπτο. Επιδίωξαν ουσιαστικά να κερδίσουν χρόνο, ώστε να προετοιμαστεί καλύτερα η έξοδος, γεγονός που αμφότεροι εκ των υστέρων παραδέχθηκαν[35].
Κρίνοντας την πολιτική τους, αν θεωρηθεί πως ήταν αναπόφευκτη η παρακμή της παροικίας τότε ορθά επέμειναν στο να κερδίσει η Ελλάδα χρόνο, ώστε είτε να προετοιμαστεί καλύτερα για το κύμα προσφύγων προς το εθνικό κέντρο είτε να παροτρυνθούν οι Αιγυπτιώτες στη μετανάστευση σε άλλες χώρες και ιδίως την Αυστραλία. Αν όμως γίνει δεκτό πως υπήρχαν περιθώρια προστασίας της παροικίας, τότε τα ανταλλάγματα που έλαβε η Ελλάδα για τη στήριξη που παρείχε στην Αίγυπτο, ιδίως στην κρίση του Σουέζ, ήταν μεν λίγα. Ιδίως δε αν συγκριθούν αυτά με ό,τι κατάφεραν να κερδίσουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες που είχαν κοινότητες στην Αίγυπτο· τέτοιες περιπτώσεις ήταν της Ιταλίας και της Γαλλίας –κυρίως η δεύτερη, η οποία δε διατηρούσε διπλωματικές επαφές με την Αίγυπτο ύστερα από το Σουέζ- που υπέγραψαν διμερείς συμφωνίες για την προστασία και αποζημίωση των εθνικοποιημένων περιουσιών των υπηκόων τους[36]. Βέβαια οι εθνικοποιήσεις του Νάσσερ έπληξαν όλες τις κοινότητες που διαβιούσαν στην Αίγυπτο, την οποία εν τέλει εγκατέλειψαν, περισσότερο ή λιγότερο οργανωμένα. Υπό το πρίσμα αυτό προκύπτει πως πράγματι ήταν δυσχερέστατη η παραμονή των Αιγυπτιωτών στις κοινότητές τους.
Ως προς την κρίση του Σουέζ, η ελληνική διπλωματία κινήθηκε αρκετά δραστήρια και με επιτυχία. Δεν ήταν καθόλου δεδομένο, εκείνη τη χρονική περίοδο, το ότι η Ελλάδα θα κινούνταν ενάντια στη γραμμή των Ηνωμένων Πολιτειών. Το γεγονός ότι οι Αμερικανοί αποδέχθηκαν ως αναμενόμενη τη μη συμμετοχή της Ελλάδας στη διάσκεψη του Λονδίνου πιστώνεται στα θετικά της κυβέρνησης Καραμανλή. Το γεγονός ότι προσπάθησε η Ελλάδα να εξομοιώσει την κρίση του Σουέζ με το Κυπριακό ήταν σωστή επιλογή. Η αναφορά στη βρετανική πολιτική για το Σουέζ και την Κύπρο ως αποικιοκρατική ενίσχυσαν τη θέση της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο και κυρίως μεταξύ των αραβικών χωρών.
Οι καλές σχέσεις με την Αίγυπτο, κατ’ επέκταση με τον αραβικό κόσμο, αποτέλεσαν στόχο των ελληνικών κυβερνήσεων. Η φιλοαραβική αυτή στάση της Ελλάδας αποτέλεσε σταθερά της εξωτερικής πολιτικής έως και τη δεκαετία του ’90. Η προσπάθεια της Ελλάδας να αποκτήσει ερείσματα στην Ανατολική Μεσόγειο και τον αραβικό κόσμο ήταν επιτυχημένη. Μπορεί, ιδίως ως προς το Κυπριακό και στα πλαίσια του ΟΗΕ, τα αραβικά κράτη να μην έπαιξαν το ρόλο που ανέμενε η Ελλάδα. Εντούτοις η αμερικανόφιλη Ελλάδα κατάφερε, καταμεσής του Ψυχρού Πολέμου, να αναπτύξει σχέσεις με κράτη που είχαν έντονες διαφορές με τις ΗΠΑ γεγονός όχι σύνηθες την περίοδο εκείνη. Οι ομαλές ελληνοαραβικές σχέσεις που αναπτύχθηκαν και κατά τη δεύτερη περίοδο πρωθυπουργίας του Καραμανλή αλλά ιδίως από τις κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου ίσως να ήταν πιο δύσκολο να αναπτυχθούν, αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα γεγονότα του 1956-7.


[1] Αγγ.Νταλαχάνης (2010), "Μεταξύ παροικίας, μητρόπολης και διασποράς. Στρατηγικές μετανάστευσης για τους Έλληνες της Αιγύπτου, 1945-1956", Μνήμων, τ. 31, ετ. 2010, σ. 193.

[2] Ο.π., σ. 204 όπου και παραπέρα παραπομπές στο Αρχείο της Υπηρεσίας Διπλωματικού και Ιστορικού Αρχείου του Υπουργείου Εξωτερικών και στα αντίστοιχα του Ελληνικού Εμπορικού Επιμελητηρίου της Αλεξάνδρειας και της Διακυβερνητικής Επιτροπής Μετανάστευσης από την Ευρώπη.

[3] Γ.Σακκάς (2012), Η Ελλάδα, το Κυπριακό και ο αραβικός κόσμος, 1947-1974. Διπλωματία και στρατηγική στη Μεσόγειο την εποχή του Ψυχρού Πολέμου, Αθήνα: εκδ. Πατάκη, σ. 90.

[4] Ch.Smith (2007), Palestine and the Arab–Israeli Conflict, Βοστώνη-Ν.Υόρκη: εκδ. Bedford/St. Martin's, σ. 242-247.

[5] Ι.Στεφανίδης (2010), Ασύμμετροι εταίροι. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα στον Ψυχρό Πόλεμο, Αθήνα: εκδ. Πατάκη, σ. 77.

[6] Ch.Smith, σ. 242-247.

[7] D.Watt (1956), "Britain and the Suez Canal", Royal Institute of International Affairs, τ. Αυγούστου 1956, σ. 8.

[8] Κ. Δαρατζίκης (2000), Διπλωματικές σημειώσεις από την Αίγυπτο (1955-1976), Αθήνα: εκδ. Golema, σ. 44 επ.

[9] Αρχείο Ιδρύματος Κωνσταντίνου Καραμανλή (εφεξής Αρχείο Καραμανλή), Φ24Α. Γρ.Κασιμάτης προς Υπ.Συμβούλιο, 12.04.1956.

[10] Ο.π.

[11] Αρχείο Καραμανλή, Φ.2Α, Τζ.Φ.Ντάλλες προς Κ.Καραμανλή, 04.08.1956.

[12] FRUS, 1955-1957, vol. XXIV, Soviet Union, Eastern Mediterranean, doc. 455, telegram from Athens, August 6, central files 747C.00/8–656.

[13] Το Βήμα και Ελευθερία, φύλλα 8ης Αυγούστου 1956.

[14] Αρχείο Καραμανλή, Φ.2Α, Κ.Καραμανλής (μνημόνιο), 8 Αυγούστου 1956.

[15] Αρχείο Καραμανλή, Φ2Α, 398, Καραμανλής με πρέσβη της Αιγύπτου, 08.08.1956.

[16] Ε. Αβέρωφ-Τοσίτσας (1982), Ιστορία χαμένων ευκαιριών (Κυπριακό 1950-1963), Αθήνα: εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σ. 136 επ.

[17] FRUS, 1955-1957, vol. XXIV, Soviet Union, Eastern Mediterranean, document 299, central files, 711.56381/8–2156.

[18] FRUS, 1955-1957, Foreign Relations of the United States, 1955–1957, Suez Crisis, July 26–December 31, 1956, Volume XVI, doc.499-533, central files, 674.84A, 11-556 και Eisenhower Library, Whitman File, Eisenhower Diaries. Secret. Drafted by Goodpaster on November 7.

[19] Σακκάς, σ. 61.

[20] Δαρατζίκης, σ. 29.

[21] FRUS, 1955-1957, vol. XXIV, Soviet Union, Eastern Mediterranean, document 303, Memorandum of a Conversation, Department of State, Washington, November 15, 1956, Department of State, Central Files, 740.5/11–1556. Limited Official Use. Drafted by Wood on November 20.

[22] Στεφανίδης, σ. 122-123.

[23] Δαρατζίκης, σ. 58-76.

[24] Αρχείο Καραμανλή, Φ.71Β, Αφήγηση Κ.Καραμανλή (δακτ.).

[25] Ο.π.

[26] Ο.π., Φ.3Α-Δ, Δ.Λάμπρος προς υπ. Εξωτερικών, 02.08.1957.

[27] Καθημερινή, φύλλο 22ης Αυγούστου 1957.

[28] Κοινό Ανακοινωθέν Βασιλείου της Ελλάδος και Αραβικής Δημοκρατίας της Αιγύπτου, 20η Αυγούστου 1957.

[29] Καθημερινή, ο.π.

[30] Αρχείο Καραμανλή, Φ.6Α. Σημείωμα περί της συνομιλίας του πρωθυπουργού και του υπουργού των Εξωτερικών μετά του Αμερικανού υφυπουργού κ. Μέρφυ, 12.08.1958.

[31] Δαρατζίκης σ. 132 επ.

[32] ΦΕΚ 230/Α/10.10.1964.

[33] Κύρωση με τον Α.Ν. 22/1967 (ΦΕΚ 98/Α/14.07.1967).

[34] ΥΑ Φ.0544/ΑΣ 547/Μ.5761 (ΦΕΚ 236/Α/30.09.2005)

[35] Αρχείο Καραμανλή, Φ.71Β. Αφήγηση Κ.Καραμανλή (δακτ.) και Αβέρωφ, σ. 136 επ.

[36] Σακκάς, σ. 100, όπου και παραπομπές στο Αρχείο Αβέρωφ.

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Η Ostpolitik και οι σχέσεις των δύο Γερμανιών




Το μεγαλύτερο τμήμα του κειμένου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό:
Ιστορικά Θέματα, τ. 148, Μάρτιος 2015, σ. 10-23.


Εισαγωγή

Η Ostpolitik που εγκαινίασε ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία, εφεξής ΟΔΓ) Willy Brandt, ήταν μια προσπάθεια αφενός αναθέρμανσης των σχέσεων μεταξύ των δύο Γερμανιών, μεταξύ της ΟΔΓ και της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας (Ανατολική Γερμανία, εφεξής ΓΛΔ), αφετέρου μία προσέγγιση με το ανατολικό μπλοκ, κυρίως την Πολωνία και τη Σοβιετική Ένωση· η ΕΣΣΔ ασκούσε καίρια επιρροή σε σημείο που υπαγόρευε την εξωτερική πολιτική στα κομμουνιστικά κράτη της Ανατολικής Ευρώπης.

Εσωτερικές εξελίξεις και σχέσεις μεταξύ των δύο Γερμανιών

Δυτική Γερμανία
Η ΟΔΓ ιδρύθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1949 με πρωτεύουσα τη Βόννη και πρώτο καγκελάριο τον Konrad Adenauer. Είχε μεσολαβήσει τον Απρίλιο του 1949 η συνένωση της γαλλικής με την αγγλοαμερικανική ζώνη (που είχε επέλθει το 1947). Προωθήθηκαν κοινά μέτρα οικονομικής πολιτικής σε αντίθεση με τις σοβιετικές πρακτικές στην αντίστοιχη ζώνη τους. Στο σοβιετικό αποκλεισμό του Βερολίνου, οι δυτικοί αντέδρασαν αποφασιστικά και ανάγκασαν το Στάλιν να άρει τον αποκλεισμό. Φάνηκε έτσι ξεκάθαρα πως η επιλογή των δυτικών συμμάχων ήταν η ίδρυση ξεχωριστού γερμανικού κράτους σε αντίθεση με την ΕΣΣΔ που επιδίωκε τη διατήρηση ενιαίας της Γερμανίας, με ουδέτερο χαρακτήρα και απώτερο στόχο την επιβολή κομμουνιστικού καθεστώτος στο σύνολο της χώρας.
Μετά την ίδρυση της ΟΔΓ κυρίαρχοι πολιτικά ήταν οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) με τους Χριστιανοκοινωνιστές συμμάχους (CSU). Με επικεφαλής τον Konrad Adenauer κυβέρνησαν 4 φορές -από τις 15 Σεπτεμβρίου 1949 έως τις 16 Οκτωβρίου 1963- κερδίζοντας τις ενδιάμεσες εκλογές το 1953, 1957 και 1961. Στις 23 Οκτωβρίου 1954 η ΟΔΓ έγινε δεκτή στο ΝΑΤΟ όπου εντάχθηκε επίσημα στις 9 Μαΐου 1955.
Ο Adenauer επισκέφθηκε το 1955 τη Μόσχα συνάπτοντας διπλωματικές σχέσεις και κατάφερε να επιστρέψουν οι τελευταίοι Γερμανοί αιχμάλωτοι του πολέμου στην πατρίδα τους. Ωστόσο η κυβέρνηση της ΟΔΓ δεν αναγνώριζε τη ΛΔΓ και μάλιστα υιοθέτησε το δόγμα Hallstein, από τον ομώνυμο διπλωμάτη, στενό συνεργάτη και σύμβουλο του Adenauer. Δεν αποτέλεσε επίσημο κείμενο, αλλά αποτυπώθηκε σε δηλώσεις του Adenauer στο Κοινοβούλιο στις 22 Σεπτεμβρίου 1955. Αυτό προέβλεπε πως η ΟΔΓ θα θεωρούσε «μη φιλική πράξη» κάθε αναγνώριση της ΓΛΔ από άλλο κράτος, με εξαίρεση την ΕΣΣΔ που αποτελούσε κατοχική δύναμη. Δε θα σύναπτε ή αν είχε συνάψει θα διέκοπτε τις σχέσεις με κάθε κράτος που διατηρούσε διπλωματικές επαφές (σκόπιμα ήταν ασαφές το τι θεωρούνταν και τι περιλάμβαναν οι διπλωματικές επαφές, ωστόσο εξαιρούνταν οι εμπορικές επαφές) με τη ΓΛΔ[1].  
Το δόγμα Hallstein εφαρμόστηκε δύο φορές. Το 1957 και το 1963 οπότε Γιουγκοσλαβία και Κούβα αντίστοιχα αναγνώρισαν τη ΓΛΔ. Ήταν αποτελεσματικό ιδίως με τα κράτη του Τρίτου Κόσμου, αλλά και τα αραβικά· ιδίως μετά τη σύναψη σχέσεων το 1965 μεταξύ Ισραήλ και ΟΔΓ τα αραβικά κράτη απλά ανακάλεσαν τους πρεσβευτές τους από τη Βόννη, χωρίς να συνάψουν σχέσεις με την ΓΛΔ (το έπραξαν το 1967). Ωστόσο υπήρξαν και εξαιρέσεις. Όταν 1957 η ΓΛΔ εγκατέστησε γραφείο στο Κάιρο, η Δυτική Γερμανία δε διέκοψε τις σχέσεις με την Αίγυπτο. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1965 οπότε και o Ανατολικογερμανός ηγέτης Ulbricht επισκέφθηκε την Αίγυπτο. Επίσης το 1969 η Καμπότζη ανέπτυξε σχέσεις με τη ΓΛΔ χωρίς να εφαρμοστεί το δόγμα. Τέλος το 1967 η ΟΔΓ αντάλλαξε διπλωματικές αποστολές με τη Ρουμανία και εκ νέου με τη Γιουγκοσλαβία, αιτιολογώντας τις κινήσεις της με το ότι τα κομμουνιστικά κράτη εξ ανάγκης και όχι από δική τους επιθυμία αναγνώρισαν την ΛΔΓ[2]. To δόγμα Hallstein εγκαταλείφθηκε όταν την εξουσία ανέλαβε ο Willy Brandt.
Είχε μεσολαβήσει η παραίτηση του Adenauer και η ανάληψη της καγκελαρίας από τον Ludwig Erhard στις 16 Οκτωβρίου 1963. Ο Erhard το Δεκέμβριο του 1963 συμφώνησε με την κυβέρνηση της ΛΔΓ να μπορούν οι Δυτικοβερολινέζοι να επισκέπτονται τους συγγενείς τους στην ανατολική πλευρά της πόλης, κατά τα Χριστούγεννα· 790.000 άνθρωποι διέσχισαν τότε το τείχος. Επιδίωξε ακόμα την αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών με τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης· δεν έφτασε ωστόσο στο σημείο να αναγνωρίσει τη ΓΛΔ[3]. Η κυβέρνηση Erhard παρέμεινε πιστή στην προσπάθεια επανένωσης της Γερμανίας υπό την ΟΔΓ και παρά την Ύφεση σε παγκόσμιο επίπεδο δε βελτίωσε παραπάνω τις σχέσεις με την Ανατολική Γερμανία. Ταυτόχρονα οι σοσιαλδημοκράτες με ηγέτη τον Brandt πίεζαν διαρκώς προς την πολιτική «συνύπαρξη» των δύο Γερμανιών. Ο Erhard, παρά το ότι κέρδισε τις εκλογές του 1965 έναντι του SPD, δεν μπόρεσε να διατηρηθεί στην εξουσία και παραιτήθηκε ύστερα από την αποχώρηση από την κυβέρνηση των συνεργαζόμενων φιλελευθέρων του FDP[4].
Μετά τις εκλογές του 1966 σχηματίστηκε κυβέρνηση από το «μεγάλο συνασπισμό» μεταξύ CDU και SPD με καγκελάριο τον Kurt Kiesinger[5]. Ο Brandt ανέλαβε Αντικαγκελάριος και υπουργός Εξωτερικών, προωθώντας τις απόψεις των σοσιαλδημοκρατών για σύναψη σχέσεων με τη ΛΔΓ.  Μαζί με το στενό συνεργάτη και σύμβουλό του Egon Bahr –από την εποχή της δημαρχίας του Brandt στο Δυτικό Βερολίνο- θεωρούσαν πως θα έπρεπε να μεταβληθεί η έως τότε δυτικογερμανική αρνητική στάση έναντι της ΓΛΔ. Οι δύο τους εμπνεύστηκαν την Ostpolitik. Πίστευαν πως θα επερχόταν «η αλλαγή μέσω της επαναπροσέγγισης»[6]. O Brandt άρχισε να πραγματοποιεί σταδιακά την πολιτική του. Το 1967 η ΟΔΓ σύναψε διπλωματικές σχέσεις με τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε. Το 1968 τα γεγονότα της «Άνοιξης της Πράγας» και η συμμετοχή της ΓΛΔ στη σοβιετική εισβολή –την τελευταία στιγμή ακυρώθηκε η αποστολή ανατολικογερμανικών στρατευμάτων- έβαλαν φρένο στην Ostpolitik. Σε αυτό συντέλεσε ασφαλώς και η διαφωνία του CDU στην πολιτική προσέγγισης του Brandt.
Ωστόσο η διεθνής συγκυρία –πλην των γεγονότων της Πράγας- ήταν θετική για την αλλαγή της δυτικογερμανικής στάσης. Οι ΗΠΑ επεδίωκαν την αναθέρμανση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και δεν επιθυμούσαν το «γερμανικό ζήτημα» να αποτελεί αγκάθι στις προσπάθειές τους[7]. Ταυτόχρονα και οι δυτικοευρωπαίοι –ιδίως μετά την αποχώρηση του De Gaulle από την ηγεσία της Γαλλία στις 28 Απριλίου 1969 και την ανάληψη της προεδρίας από τον Georges Pompidou στις 20 Ιουνίου 1969- ήταν υπέρ της εγκατάλειψης των προσπαθειών για γερμανική επανένωσης και δεν επιθυμούσαν η ασφάλεια της ηπείρου να εξαρτάται από το «γερμανικό ζήτημα». Ταυτόχρονα όμως δεν αμφισβητήθηκε σε καμία περίπτωση η θέση της ΟΔΓ στη δυτική συμμαχία, εάν έκανε ανοίγματα προς την Ανατολή[8].

Ανατολική Γερμανία
Η ΓΛΔ ιδρύθηκε τον Οκτώβριο του 1949, σε αντιστάθμισμα της προγενέστερης ίδρυσης της ΟΔΓ το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Στη ΓΛΔ κυρίαρχο ήταν το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Τυπικά λειτουργούσαν ναι μεν άλλα τέσσερα κόμματα, αλλά ουσιαστικά κατέβαιναν στις εκλογές με ενιαίο ψηφοδέλτιο και η κατανομή των 500 εδρών στη λαϊκή Βουλή γινόταν με πάγιο τρόπο. Η κυβέρνηση αποτελούνταν από το υπουργικό συμβούλιο, υπό την επίβλεψη όμως του κρατικού συμβουλίου (ανώτερη εκτελεστική εξουσία). Γενικός γραμματέας της κεντρικής επιτροπής του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος ήταν από τις 25 Ιουλίου 1950 μέχρι τις 3 Μαΐου 1971 και Πρόεδρος του κρατικού συμβουλίου (πρωθυπουργός) από τις 12 Σεπτεμβρίου 1960 έως τη 1 Αυγούστου 1973 ο Walter Ulbricht. Τον διαδέχθηκε ως γραμματέας του Κόμματος ο Erich Honecker, ενώ την πρωθυπουργία μετά από αυτόν ανέλαβε ο Willi Stoph[9].
Από το 1949 οπότε και ιδρύθηκε η ΓΛΔ έως το 1953 η ΕΣΣΔ δεν είχε ξεκάθαρη θέση για το μέλλον του κράτους αφού συζητούνταν οι πιθανότητα επανένωσης των δύο Γερμανιών, ενώ χαρακτηριστικά η ΓΛΔ δεν ήταν ενταγμένη στην Κομινφόρμ[10]. Την άποψη περί επανένωσης με την ΟΔΓ, υπό τον όρο της ουδετερότητας, ενστερνιζόταν ο Σοβιετικός αναπληρωτής πρωθυπουργός και υπουργός Εσωτερικών Λαβρέντι Μπέρια[11]. Η εξέγερση των εργατών στο Ανατολικό Βερολίνο το Μάιο του 1953 οδήγησε σε αλλαγή της σοβιετικής στάσης, με αποτέλεσμα να εγκαταλειφτεί η προοπτική επανένωσης.
Η ΕΣΣΔ ενίσχυσε τον Ulbricht και επεδίωξε τη διεθνή αναγνώριση της ΛΔΓ. Μάλιστα την αναγνώρισε ως κρατική οντότητα στις 23 Μαρτίου 1949. Παρά τη σύγκληση στις αρχές του 1954 τετραμερούς διάσκεψης -με την απουσία των δύο Γερμανιών- στο Βερολίνο για γερμανικό ζήτημα, οι σχέσεις μεταξύ των δύο κρατών παρέμεναν ψυχρές. Στις 14 Μαΐου 1955, μετά την επίσημη ένταξη της ΟΔΓ στο ΝΑΤΟ, ιδρύθηκε σε αντιστάθμισμα το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, του οποίου η ΓΛΔ αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος. Το καθεστώς του Ulbricth έγινε πιο αυταρχικό, με αποτέλεσμα να υφίσταται κύμα φυγής των πολιτών προς τη ΟΔΓ, μέσω του Δυτικού Βερολίνου[12]. Προκειμένου να ανακόψει το κύμα φυγής η κυβέρνηση ανήγειρε τον Αύγουστο του 1961 το Τείχος του Βερολίνου. Ο Ulbricht γενικά, ακολούθησε σκληρή στάση έναντι της ΟΔΓ, ακόμα και μετά το 1963 και την Ύφεση στις σχέσεις των δύο υπερδυνάμεων[13].
Στο Σύνταγμα του 1968 της ΓΛΔ γινόταν αναφορά στη δέσμευση του κράτους για επανένωση των Γερμανιών υπό κομμουνιστικό καθεστώς. Ωστόσο ο Ulbricht φοβόταν πως η ελπίδα της επανένωσης θα δημιουργούσε προσδοκίες στους πολίτες της ΛΔΓ για απόλαυση των ίδιων πολιτικών και υλικών αγαθών με τους ομοεθνείς τους της ΟΔΓ[14]. Έτσι από το 1967 το καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας επιδίωξε τη σύσφιξη των σχέσεών του με τα κράτη του ανατολικού Μπλοκ, ώστε να αντισταθμίσει τις επαφές των τελευταίων με τη Δύση στα πλαίσια της Ύφεσης. Υπογράφηκαν διμερείς συνθήκες αμοιβαίας βοήθειας με την Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Βουλγαρία· οι τελευταίες δε θα εξομάλυναν τις σχέσεις τους με τη Δυτική Γερμανία μέχρι η κυβέρνηση της ΟΔΓ να αναγνώριζε τη ΓΛΔ. Τέλος ο Ulbricht επιδίωξε την περαιτέρω ανάπτυξη των πολυμερών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Comecon, προκειμένου να μπορέσουν να καλύψουν εξ ιδίων τις οικονομικές τους ανάγκες –ιδίως στις νέες τεχνολογίες- για να απέφευγαν τις εισαγωγές από τη Δύση[15]. Την ίδια επιδίωξη είχαν και οι Ανατολικοευρωπαίοι γενικότερα, οι οποίοι επιθυμούσαν την αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών με τη Δύση και κυρίως των κλάδων της ηλεκτρονικής και της μηχανολογίας, όπου καινοτομούσε η ΟΔΓ[16].

Η εφαρμογή της Ostpolitik[17]

Ο Δήμαρχος του Δυτικού Βερολίνου
Πριν αναλάβει την εξουσία σε ομοσπονδιακό επίπεδο ο Brandt είχε δείξει δείγματα γραφής της ικανότητάς του στη διεθνή πολιτική. Ο Brandt διετέλεσε αρχικά πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου του Δυτικού Βερολίνου την περίοδο 1955-1957. Έπειτα εκλέχθηκε δήμαρχος, από τις 3 Οκτωβρίου 1957 έως τη 1 Δεκεμβρίου 1966. Επί δημαρχίας του ξέσπασε η κρίση του 1961 με την ανέγερση του Τείχους. Παρά το ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος John Kennedy επισκέφθηκε το Βερολίνο όπου έκανε την περιβόητη δήλωση στα γερμανικά «είμαι ένας Βερολινέζος», ο Brandt είχε εκδηλώσει δημοσίως τη δυσαρέσκειά του μέσω ανοικτής επιστολής όπου έκανε λόγο για την ανεπάρκεια των τριών συμμάχων να αντιδράσουν αποφασιστικά, ζητώντας ταυτόχρονα πράξεις και όχι λόγια[18]. Με μεταγενέστερη επιστολή του το 1963 εντούτοις εξέφραζε την ευγνωμοσύνη του για τις ενέργειες του Kennedy[19].
Ο Brandt όταν διείδε πως η όξυνση του κλίματος είναι επιζήμια για τους δημότες του, συμφώνησε στις μετακινήσεις συγγενών από τη δυτική στην ανατολική πλευρά του Τείχους, όπως παραπάνω αναλύθηκε. Η συμφωνία αυτή ήταν τόσο σημαντική που ο Bahr δήλωσε μεταγενέστερα, το 1987, πως θεμέλιος λίθος της Ostpolitik ήταν οι επισκέψεις συγγενών στις δύο πλευρές του Βερολίνου το Δεκέμβριο του 1963[20].
Οι παραπάνω ενέργειες έδειχναν πως ο Brandt αφενός μεν επιδίωκε την εξεύρεση λύσεων με το κομμουνιστικό καθεστώς της ΓΛΔ. Αφετέρου δε  ήταν διατεθειμένος να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της χώρας του. Ουσιαστικά, το πνεύμα συνεννόησης δε θα απέβαινε σε βάρος των συμφερόντων της ΟΔΓ, αφού όπου απαιτούσαν οι περιστάσεις θα επεδείκνυε δυναμισμό. Την ίδια τακτική ακολούθησε και ως υπουργός Εξωτερικών, όπως παραπάνω εκτέθηκε. Με αυτή λοιπόν την παρακαταθήκη κινήθηκε και στη θητεία του ως καγκελάριος.

Οι συμφωνίες με τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης
Το SPD κέρδισε τις εκλογές στις 28 Σεπτεμβρίου 1969 και μετά από τρεις εβδομάδες διαπραγματεύσεων σχημάτισε κυβέρνηση συνεργασίας με το FDP. Στις 21 Οκτωβρίου 1969 ο Willy Brandt ανέλαβε Καγκελάριος με υπουργό Εξωτερικών το Φιλελεύθερο Walter Scheel. Για πρώτη φορά κυβερνούσε τη Γερμανία σοσιαλδημοκράτης ηγέτης. Τα κρισιμότερα ζητήματα της Ostopolitik, η οποία έφερε την προσωπική σφραγίδα του Brandt, ήταν το καθεστώς του Βερολίνου, τα γερμανοπολωνικά σύνορα, η συνθήκη του Μονάχου του 1938 με την Τσεχοσλοβακία και οι σχέσεις με τη ΓΛΔ.
Ο Brandt, προκειμένου να δώσει το περίγραμμα των επερχόμενων διπλωματικών κινήσεών του, και να καταδείξει το ουτοπικό των ελπίδων για επανένωση των δύο Γερμανιών χαρακτήρισε την προοπτική αυτή «το βασικό ψέμα της ΟΔΓ»[21]. Ταυτόχρονα πρότεινε την έναρξη διαβουλεύσεων με τη ΓΛΔ, ενώ έδωσε βαρύτητα στις συζητήσεις με την ΕΣΣΔ· πίστευε –όπως και ήταν η πραγματικότητα- πως η τελευταία θα μπορούσε να ασκήσει καθοριστική πίεση στο καθεστώς της ΓΛΔ να προσέλθει σε συνομιλίες[22].
Στις 12 Αυγούστου 1970 συμφωνήθηκε στη Μόσχα μεταξύ ΟΔΓ και ΕΣΣΔ ο αποκλεισμός κάθε προσφυγής στη βία στις μεταξύ τους σχέσεις και ο σεβασμός της εδαφικής ακεραιότητας όλων των ευρωπαϊκών κρατών στα τότε σύνορά τους. Ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο, για πρώτη φορά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επίσημα, η Δυτική Γερμανία αναγνώριζε τη συνοριακή γραμμή των ποταμών Όντερ και Νάισσε και τα σύνορα μεταξύ των δύο Γερμανιών. Ακολούθως στις 4 Δεκεμβρίου 1970 στη Βαρσοβία υπογράφεται συμφωνία ίδιου περιεχομένου με αυτή της Μόσχας και επιπλέον επιτρεπόταν η μετανάστευση στην ΟΔΓ των Πολωνών γερμανικής καταγωγής. Αμφότερες τις συμφωνίες υπέγραψαν οι Brandt-Scheel[23]. Σε μια μεγάλου συμβολισμού κίνηση, ο Brandt γονατιστός απέτισε φόρο τιμής στα θύματα από την καταστολή των κατοχικών ναζιστικών στρατευμάτων κατά την εξέγερση  του γκέτου  της Βαρσοβίας[24].
Ακολούθησε η μονογραφή στις 3 Σεπτεμβρίου 1971, ύστερα από μακρά περίοδο διαπραγματεύσεων συμφωνία ανάμεσα στους άλλοτε τέσσερις Συμμάχους-κατοχικές δυνάμεις του Βερολίνου. Με την τετραμερή συμφωνία η ΕΣΣΔ δεσμευόταν να απέχει από την παρεμπόδιση των μεταφορών ανάμεσα στις δύο πλευρές της πόλης. Ταυτόχρονα ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία αναγνώριζαν πως το δυτικό Βερολίνο δεν αποτελούσε «συστατικό στοιχείο της Γερμανικής Δημοκρατίας» αλλά αναγνωριζόταν πως «αποτελούσε de facto μέρος του οικονομικού, κοινωνικού και νομικού συστήματος της ΟΔΓ». Συμφωνήθηκε ακόμα πως και η Βουλή της ΟΔΓ δε θα μπορούσε να συνέρχεται εκεί. Η ασάφεια στο κείμενο ήταν αναμενόμενη αφού το πρωτότυπο της συνθήκης δεν είχε υπογραφτεί στα γερμανικά και οι ΟΔΓ και ΓΛΔ διαφωνούσαν σε σημεία της μετάφρασης[25].  
Δυσκολότερη στην επίτευξή της, γι’ αυτό και τελευταία, ήταν η συμφωνία με την Τσεχοσλοβακία που αφορούσε τη διευθέτηση θεμάτων από τις συμφωνίες του Μονάχου του 1938. Στις 11 Δεκεμβρίου 1973 υπογράφηκε η συμφωνία της Πράγας, σε αντικατάσταση αυτών του Μονάχου που κηρύχθηκαν ανενεργές. Με αυτήν τα δύο κράτη αποκήρυξαν τη χρήση βίας, δήλωναν το σεβασμό και απαραβίαστο των συνόρων τους -όπως είχαν διαμορφωθεί μετά το 1945- και παραιτούνταν από οποιεσδήποτε εκατέρωθεν εδαφικές αξιώσεις. Ελλείψει άλλης συνθήκης μετά τον Β’ Π.Π. θεωρήθηκε ταυτόχρονα και ως συνθήκη Ειρήνης[26].
Η Ostpolitik θεωρείται πως ολοκληρώθηκε όταν η ΟΔΓ σύναψε διπλωματικές σχέσεις με τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία στα τέλη Δεκεμβρίου 1973. Η εξωτερική πολιτική της Δυτικής Γερμανίας με τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης τέθηκε σε νέο διευρυμένο πλαίσιο, ύστερα από την Τελική Πράξη του Ελσίνκι το 1975, δίνοντας έδωσε νέα ώθηση στις διπλωματικές σχέσεις. Αντίστοιχα η ΓΛΔ σύναψε διπλωματικές σχέσεις με την Αυστραλία το Δεκέμβριο του 1972, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και την Ολλανδία το Φεβρουάριο του 1973 και τις ΗΠΑ το Δεκέμβριο του 1974.

Οι συνθήκες μεταξύ των δύο Γερμανιών
Στις 21 Δεκεμβρίου 1972 διπλωμάτες των ΟΔΓ και ΓΛΔ, υπό τους Egon Bahr και Michael Kohl αντίστοιχα, υπέγραψαν στο Ανατολικό Βερολίνο τη «θεμελιώδη συνθήκη». Με αυτή το ένα κράτος αναγνώριζε το άλλο ως ισότιμο· εφεξής το καθένα θα ασκούσε πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα στα εδάφη του. Δεν αντάλλαξαν πρέσβεις (de jure ουδέποτε σύναψαν διπλωματικές σχέσεις), καθώς ήταν ομοεθνή κράτη, αλλά μόνιμους αντιπροσώπους. Οι δύο Γερμανίες αποκήρυσσαν την απειλή ή χρήση βίας, διακήρυξαν την προσήλωσή τους σε ειρηνικά μέσα και δήλωσαν τον ανεπιφύλακτο σεβασμό στην εδαφική αμφότερων. Τόνισαν πως τα εκατέρωθεν σύνορά είναι απαραβίαστα τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον. Για τα παραπάνω γινόταν επίκληση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ[27].
Τόσο η ΟΔΓ όσο και η ΓΛΔ μετά την αποκατάσταση των μεταξύ τους σχέσεων επιδίωξαν την ένταξή τους στον ΟΗΕ, ενημερώνοντας η μία την άλλη για τις ενέργειές τους. Από το 1952 η ΟΔΓ είχε τη θέση του μόνιμου παρατηρητή και η ΓΛΔ από το 1972. Η δυτική Γερμανία συμμετείχε σε άλλους διεθνείς οργανισμούς υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, όπως στον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων το 1950, τον αντίστοιχο Υγείας και την UNESCO το 1951. Η ομοσπονδιακή Βουλή στη Βόννη επικυρώνοντας τη «θεμελιώδη συνθήκη» αποφάσισε την υποβολή αίτησης προς τα Ηνωμένα Έθνη, το Μάιο του 1973. Αρχικά το Συμβούλιο Ασφαλείας εκδήλωσε τη θετική του στάση στα αιτήματα στις 22 Ιουνίου 1973. Τελικώς, οι δύο Γερμανίες έγιναν δεκτές στους κόλπους των Ηνωμένων Εθνών ως πλήρη μέλη –η ΓΛΔ το 133ο και η ΟΔΓ το 134ο- ύστερα από συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης, στις 18 Σεπτεμβρίου 1973[28]. Έκτοτε οι θέσεις των αντιπροσώπων στη Γενική Συνέλευση ήταν η μια δίπλα στην άλλη –με ένα διάδρομο να της διαχωρίζει- ενώ και στη Διάσκεψη του Ελσίνκι το 1975 οι ηγέτες των δύο χωρών καθόντουσαν ακριβώς δίπλα.

Αποτίμηση της Ostpolitik
H κυβέρνηση Brandt δέχθηκε οξεία κριτική για την εξωτερική πολιτική της, από το CDU. Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης –ιδίως όσοι είχαν καταγωγή από τα εδάφη της άλλοτε ανατολικής Πρωσίας ή τη Σουδητία- τον κατηγορούσαν ως «εθνικό μειοδότη», πως έθετε σε κίνδυνο τα αμυντικά συμφέροντα της Δύσης και ιδίως πως αποδέχθηκε τη μόνιμη διαίρεση της Γερμανίας. Μεταγενέστερα βέβαια το CDU εξέφρασε μεταμέλεια για τη στάση αυτή και αναγνώρισε τη συμβολή του Brandt στην επανένωση τόσο της χώρας όσο και της ηπείρου Σε κάθε περίπτωση η Ομοσπονδιακή Βουλή με οριακή πλειοψηφία επικύρωσε τις συμφωνίες Μόσχας και Βαρσοβίας (η τετραμερής συμφωνία δεν απαιτούσε επικύρωση από το δυτικογερμανικό Κοινοβούλιο)[29].
Ωστόσο τόσο τα δυτικά όσο και τα ανατολικά κράτη ήταν θετικά στο γερμανικό άνοιγμα προς την Ανατολή, ιδίως στα πλαίσια της Ύφεσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Η Ostpolitik είχε μεγάλη σημασία σε διεθνές επίπεδο, που για αυτήν απονεμήθηκε στο Brandt το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης του έτους 1971.
Παρά την οξεία κριτική, η πλειονότητα των Δυτικογερμανών επιδοκίμασαν την Ostpolitik. Προκειμένου να μπορέσει να επικυρώσει με ευκολία τη δυσκολότερη συνθήκη ανάμεσα στις δύο Γερμανίες, ο καγκελάριος προσέφυγε στις κάλπες. Ο Brandt επανεκλέχθηκε στις 19 Νοεμβρίου 1972, με το SPD για πρώτη φορά να υπερέχει του CDU/CSU σε αριθμό ψήφων. Ειρωνεία της ιστορίας πως ο Brandt αναγκάστηκε να παραιτηθεί στις 7 Μαΐου 1974 ύστερα από την αποκάλυψη πως στενός του συνεργάτης, ο Günter Guillaume, ήταν κατάσκοπος της ΓΛΔ. Την πολιτική του συνέχισε έως το 1982 ο διάδοχός του στην καγκελαρία Helmut Schmidt, ενώ ο ίδιος ο Brandt παρέμεινε στην ηγεσία του SPD έως το 1987.
Στη ΓΛΔ ο Ulbricht διαφωνούσε με την προσέγγιση με την ΟΔΓ. Φοβόταν πως οι πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας θα πίεζαν για περισσότερες ελευθερίες και αύξηση του βιοτικού επιπέδου, συγκρινόμενοι με τους ομοεθνείς τους στη Δύση. Ωστόσο, καθόσον η ΕΣΣΔ πίεζε για την πρόοδο των σχέσεων και την υπογραφή της θεμελιώδους συνθήκης, ο Ulbricht αντικαταστάθηκε ως γενικός γραμματέας του κόμματος από τον Erich Honecker. Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του τελευταίου στην εξωτερική πολιτική θεωρούνται η υπογραφή της θεμελιώδους συνθήκης και η συμμετοχή στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη[30].     
H ιστορία δικαίωσε τον πρώην δήμαρχο του Δυτικού Βερολίνου. Η ηγετική του μορφή έχαιρε εκτίμησης όχι μόνο εντός Γερμανίας αλλά και πανευρωπαϊκά, ως ηγέτης που «συντέλεσε στην υπέρβαση της πολιτικής διαίρεσης της Ευρώπης». Στην εξωτερική πολιτική του αποδόθηκαν χαρακτηριστικά ιδεαλισμού αφού τήρησε αποστάσεις από αντιδημοκρατικές κυβερνήσεις όπως την ελληνική χούντα ή το καθεστώς του Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική και ταυτόχρονα πίστευε πως το διεθνές περιβάλλον της Ύφεσης αποτελούσε ευκαιρία για τις δύο Γερμανίες[31]. Ενέτασσε την πολιτική του στα πλαίσια της χριστιανικής αρετής, του ανθρωπισμού και της κλασσικής φιλοσοφίας. Επικαλούνταν τον Καντ και την ιδέα του περί θεμελιώδους συνομοσπονδίας των εθνών· ο Brandt ενστερνιζόταν την καντιανή ιδέα περί αληθούς δικαίου μεταξύ των εθνών[32].
Ταυτόχρονα όμως διακρινόταν και για το ρεαλισμό του. Τούτο καθώς δεχόταν πως ήταν ανάγκη για την ΟΔΓ να αναγνωρίσει και να συνεργαστεί με τη ΓΛΔ και το Ανατολικό Μπλοκ προς χάρη της δυτικογερμανικής ασφάλειας –στα πλαίσια της Ύφεσης– και παρά το τότε δόγμα της άρνησης σε κάθε επίπεδο της Ανατολικής Γερμανίας. Επιπλέον δε δίστασε να παρακάμψει (προσωρινά όπως απέδειξε η ιστορία) την προοπτική επανένωσης των Γερμανιών προς εξασφάλιση άλλων συμφερόντων της ΟΔΓ, όπως αναφέρθηκαν ευθύς παραπάνω.  

Επίλογος

Χάρη στην Ostpolitik οι επαφές μεταξύ των δύο Γερμανιών έβαιναν διαρκώς αυξανόμενες. Έτσι οι πολίτες ιδίως της ΓΛΔ επιθυμούσαν να απολαύσουν τα δικαιώματα και την ευμάρεια των ομοεθνών τους στην ΟΔΓ. Έτσι ως φυσική εξέλιξη έλαβε χώρα η πτώση του Τείχους και του κομμουνιστικού καθεστώτος. Παρά τις μομφές πως ο  Brandt αποδέχθηκε την οριστική ύπαρξη δύο κρατών, χάρη στην πολιτική του προετοιμάστηκε το έδαφος και προσχώρηση της ανατολικής στη δυτική Γερμανία. Η ολοκλήρωση των διαδικασιών έγινε στις 3 Οκτωβρίου 1990· η ενιαία Γερμανία δε θεωρείται διάδοχο κράτος των δύο Γερμανιών αλλά συνεχιστής της ΟΔΓ.



[1] Werner Kilian, Die Hallstein-Doktrin. Der diplomatische Krieg zwischen der BRD und der DDR 1955–1973. Aus den Akten der beiden deutschen Außenministerien, εκδ. Duncker & Humblot, Βερολίνο, 2001, κεφ. Ι.
[2] Ο.π., κεφ. IV.
[3] John Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991. Πολιτική Ιστορία, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, 2002, σ. 152.
[4] Ο.π., σ. 153.
[5] Manfred Görtemaker, Geschichte der Bundesrepublik Deutschland: von der Gründung bis zur Gegenwart, εκδ. C.H.Beck, Μόναχο, 1999, σ. 437.
[6] Willy Brandt, People and Politics: The Years 1960–1975, μτφρ. J. Maxwell Brownjohn, εκδ. Little Brown, Βοστώνη, 1978, σ. 167.
[7] Για τη στάση των ΗΠΑ στην Ostpolitik βλ. Werner Lippert, Richard Nixon’s Détente and Willy Brandt’s Ostpolitik. The Politics and economic diplomacy of engaging the East, (διδακτ.διατριβή), Vanderbilt University, Νάσβιλ, 2005. 
[8] Peter Calvocoressi, Διεθνής Πολιτική. 1945-1990, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2004, σ. 340.
[9] Peter Grieder, The East German Leadership, 1946-1973: Conflict and Crisis, εκδ. Manchester UP. Μάνστεστερ, 2000, σ. 9-17, 183 επ.
[10] Ο.π. σ. 62.
[11] John Young, σ. 424.
[12] Peter Grieder, σ. 85-108.
[13] Ο.π., σ. 170 επ.
[14] Ο.π.
[15] David Childs (1977), East German Foreign Policy: The Search for Recognition and Stability, International Journal, vol. 32, no. 2, European Foreign Policies, Άνοιξη 1977, σ. 334-351.
[16] Peter Calvocoressi, σ. 341.
[17] Manfred Görtemaker, σ. 525 επ.
[18] Ηλεκτρονική βάση δεδομένων: Κέντρο Ιστορικής Έρευνας, Ομοσπονδιακό Κέντρο για την πολιτική Εκπαίδευση-Γερμανική Ραδιοφωνία (Chronik der Mauer), Brief des Regierenden Bürgermeisters von Berlin, Willy Brandt, an den amerikanischen Präsidenten John F. Kennedy, 16. August 1961, διαδικτ.: http://www.chronik-der-mauer.de/index.php/de/Media/TextPopup/id/592876/oldAction/Index/oldId/943799/oldModule/Start/page/0 τελευταία ανάκτηση στις 20 Οκτωβρίου 2014.
[19] Ηλεκτρονική βάση δεδομένων: Βιβλιοθήκη J.F. Kennedy, Letter to President Kennedy from West Berlin Mayor Willy Brandt, διαδικτ.: http://www.jfklibrary.org/Asset-Viewer/5X0WAUX-Rkyh3AIMiKgRdw.aspx τελευταία ανάκτηση στις 20 Οκτωβρίου 2014.
[20] Hope Harrison, The Berlin Wall, Ostpolitik, and Détente (2003), GHI Bulletin Supplement, vol. I, 2003, σ. 14.
[21] Konrad Jarausch, The Rush to German Unity, εκδ. Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 1994, σ. 29.
[22] Serge Berstein & Pierre Milza, Διάσπαση και Ανοικοδόμηση της Ευρώπης. 1919 έως σήμερα, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 1994, σ. 224.
[23] Για όλα τα κείμενα των συμφωνιών αυτών βλ. ιστότοπο με αρχειακό υλικό του Ομοσπονδιακού Υπουργείου Εξωτερικών της Γερμανίας: http://www.auswaertiges-amt.de/EN/AAmt/PolitischesArchiv/EinblickeArchiv/Ostpolitik_node.html τελευταία ανάκτηση στις 20 Οκτωβρίου 2014.
[24] Serge Berstein & Pierre Milza, σ. 224.
[25] Για το πρωτότυπο στα αγγλικά βλ.: Department of State (επιμ.), United States-Department of State. Documents on Germany 1944-1985, εκδ. Department of State, Ουάσινγκτον, αρ. 9446, σ. 1421.
[26] Για το κείμενο της συνθήκης στα αγγλικά βλ.: Department of State (επιμ.), United States-Department of State. Documents on Germany 1944-1985, εκδ. Department of State, Ουάσινγκτον, σ. 1256-1258· στα γερμανικά βλ.: ιστότοπο DocumentArchiv, διαδίκτ.: http://www.documentarchiv.de/brd/cssr1973.html τελευταία ανάκτηση 20 Οκτωβρίου 2014.
[27] Serge Berstein & Pierre Milza, σ. 225.
[28] Γενικά για τη συμμετοχή της Γερμανίας στον ΟΗΕ βλ.: Uta Kuchenbuch, Deutschland und die Vereinten Nationen. Die Entwicklung Deutschlands vom hegemonialen Aggressor zum verantwortungsvollen Mitglied in der internationalen Staatengemeinschaft, εκδ. Kovač, Αμβούργο, 2004.
[29] Ανδρέας Στεργίου, Η γερμανική εξωτερική πολιτική. 1945-2000. Από την εξάρτηση στην αυτονομία, εκδ. Ροές, Αθήνα, 2005, σ. 42.
[30] Olaf Klenke, Betriebliche Konflikte in der DDR 1970/71 und der Machtwechsel von Ulbricht auf Honecker (2004), Jahrbuch für Forschungen zur Geschichte der Arbeiterbewegung, vol. II, 2004, σ. 18-37.
[31] Ο.π., σ. 81.
[32] Ιστότοπος Nobelprize.org: Willy Brandt - Nobel Lecture: Peace Policy in Our Time. Nobel Media AB 2014, διαδικτ.: http://www.nobelprize.org/nobel_prizes/peace/laureates/1971/brandt-lecture.html, τελευταία ανάκληση 20 Οκτωβρίου 2014.

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης