ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

http://law-thessaloniki.blogspot.gr

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΜΑΡΜΑΡΩΝ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ

Διάγραμμα
 Ι. Εισαγωγή
 ΙΙ. Ιστορικό Μέρος
 1. Η απόσπαση των μαρμάρων
 2. Προσπάθειες επαναπατρισμού
 3. Αντίστοιχες περιπτώσεις
 ΙΙΙ. Νομικό Μέρος
 1. Εφαρμοστέο Δίκαιο
 2. Κυριότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί των μαρμάρων
 3. Εγκυρότητα Φιρμανιού
 4. Ολιγωρία Οθωμανών και Ελλήνων
 5. Παραγραφή
 6. Διεθνιστική και Εθνική σχολή σκέψης
 ΙV. Συμπεράσματα

Ι.
Εισαγωγή

Το ζήτημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα θεωρείται ως μία από τις δέκα πιο σημαντικές και πολυσυζητημένες διαμάχες σε όλο τον κόσμο όσον αφορά την ιδιοκτησία αρχαιολογικών ευρημάτων και θησαυρών . Τα μάρμαρα της ζωοφόρου του ναού του Παρθενώνα έχουμε συνηθίσει να τα αποκαλούμε, κακώς, ελγίνεια, εξαιτίας του Λόρδου Thomas Bruce, 7th Earl of Elgin (εφεξής λόρδος Έλγιν). Στο Ηνωμένο Βασίλειο η ονομασία είναι ελγίνεια, και όχι μάρμαρα του Παρθενώνα για να ξεχωρίζουν αυτά που βρίσκονται στο Λονδίνο με αυτά στην Αθήνα. Ωστόσο πρέπει να αναγνωριστεί πως η ορθή ονομασία είναι «μάρμαρα του Παρθενώνα», διότι αυτά δεν ήταν ποτέ νόμιμη ιδιοκτησία του Έλγιν. Αντίθετα ο Λόρδος έδωσε το όνομά του στον όρο ελγινισμός, με αυτόν να σημαίνει την πράξη πολιτιστικού βανδαλισμού και ειδικότερα την κλοπή πολιτιστικών αγαθών και την αλλοίωση των χαρακτηριστικών ενός μνημείου, στα πλαίσια ιμπεριαλιστικών πρακτικών .

Στο παρόν άρθρο επιχειρείται μια παρουσίαση του φλέγοντος ζητήματος των μαρμάρων από δικαιική σκοπιά. Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου αποτελεί τον αρχικό σκόπελο που ο νομικός πρέπει να ξεπεράσει. Αλλά και τα επιμέρους ζητήματα στα οποία στηρίζεται η επιχειρηματολογία όσων τάσσονται υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων και αυτών που αντιδρούν έχουν τη σημασία τους προκειμένου να εξαχθεί ένα ασφαλές συμπέρασμα. Στα πλαίσια ενός νομικού κειμένου κρίνεται απαραίτητη και η ιστορική παράθεση των γεγονότων, τόσο των κινήσεων του Έλγιν όσο και της προσπάθειας της Ελλάδας για επιστροφή. Τούτο διότι η νομική ερμηνεία αφορά τα ιστορικά αυτά γεγονότα. Αναφορά υπάρχει τέλος και σε αντίστοιχες περιπτώσεις επιστροφής αρχαιοτήτων.

ΙΙ.
Ιστορικό μέρος

1. Η απόσπαση των μαρμάρων

Από το 1799 έως το 1803 ο Λόρδος Έλγιν διετέλεσε πρεσβευτής του Ηνωμένου Βασιλείου στην Υψηλή Πύλη στην Κωνσταντινούπολη. Ο Έγλιν, που εκείνη την περίοδο έχτιζε έπαυλη στη Σκωτία θέλησε να αντιγράψει ελληνικές αρχαιότητες προκειμένου να διακοσμήσει με αυτές την οικία του. Κατ’ αρχάς απευθύνθηκε στις βρετανικές Αρχές για να αναλάβουν το εγχείρημα, αλλά κατόπιν άρνησής τους, ο Έλγιν προχώρησε, το 1800, με δικά του έξοδα . Υπό την καλλιτεχνική εποπτεία του Ιταλού ζωγράφου Giovanni Lusieri άρχισε η κατασκευή αντιγράφων, από καλούπια, των μαρμάρων της ζωοφόρου του ναού. Ο Έλγιν αρχικά δεν επιθυμούσε την αποκοπή των μαρμάρων και την μεταφορά τους εκτός του ναού , αλλά το 1801 άρχισε τις εργασίες αφαίρεσής τους τόσο από τον Παρθενώνα όσο και από γειτονικά οικοδομήματα . Τα μάρμαρα μεταφερόταν με πλοίο από την Αθήνα στη Σκωτία, για ιδιωτική χρήση του Έλγιν, στην έπαυλή του. Ο Έλγιν αγόρασε μεταξύ άλλων και το πλοίο «Μέντωρ» για τη μεταφορά, το οποίο όμως βυθίστηκε μαζί με τους μαρμάρινους θησαυρούς που μετέφερε στα Κύθηρα και χρειάστηκαν δύο χρόνια για την ανέλκυσή του. Έως το 1804 ο Έλγιν συνέχιζε την αφαίρεση τμημάτων από την Ακρόπολη .

Μπροστά στο οικονομικό αδιέξοδό του, ο Έλγιν άρχισε διαπραγματεύσεις για την πώληση των μαρμάρων που είχε μεταφέρει στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από το 1811 ο Έλγιν διαπραγματευόταν με το Βρετανικό Μουσείο, απορρίπτοντας άλλες προσφορές, όπως αυτή του Ναπολέοντα • αυτές όμως δεν καρποφόρησαν εξαιτίας του μικρού ενδιαφέροντος της βρετανικής Κυβέρνησης . Υπήρξαν βέβαια και επικριτές του Έλγιν, κυρίως ο Λόρδος Βύρων που χαρακτήρισε τον πρώτο βάνδαλο . Το 1816 κατόπιν της αύξησης του ενδιαφέροντος στο Ηνωμένο Βασίλειο για την κλασσική αρχαιότητα συστήθηκε ειδική Εξεταστική Επιτροπή για να μελετήσει τα στοιχεία της υπόθεσης και τα πορίσματά της τέθηκαν υπόψη του βρετανικού Κοινοβουλίου. Τέλος η Βουλή των Κοινοτήτων προσέφερε 35.000 λίρες και απέκτησε την κυριότητα των μαρμάρων, μεταφέρθηκαν δε τα μάρμαρα στο Βρετανικό Μουσείο την ίδια χρονιά. Αξίζει να επισημανθεί ότι το συνολικό κόστος της επιχείρησης για τα μάρμαρα, όσον αφορά τον Έλγιν, ανήλθε σε 74.240 λίρες (σε σημερινές τιμές περίπου 4 εκατ. δολάρια), εκ των οποίων 21.902 λίρες δόθηκαν ως δώρα στις οθωμανικές Αρχές της Αθήνας . Άξιο λόγου είναι και ότι μόνο δύο Βρετανοί Βουλευτές αντέδρασαν έντονα και κατηγόρησαν το λόρδο για αρχαιοκαπηλία, o Sir John Newport και ο Hugh Hammersley. Ο Hammersley μάλιστα συνέστησε «να φυλαχθεί η συλλογή για να αποδοθεί εκεί από όπου απρεπώς λήφθηκε, όταν ζητηθεί» .

Η σημασία της Ακρόπολης για τους νεοαφυπνισθέντες εθνικά Έλληνες καταδεικνύεται από το παρακάτω συμβάν. Κατά τη διάρκεια των μαχών της Ακρόπολης, στην Επανάσταση του 1821, οι πολιορκητές Έλληνες έδιναν πολεμοφόδια (βόλια) στους Τούρκους, προκειμένου οι τελευταίοι να παύσουν τις φθορές στις κολόνες του ναού. Οι πολιορκούμενοι προσπαθούσαν να λιώσουν το μόλυβδο που περιείχαν αυτές για να το χρησιμοποιήσουν ως σφαίρες . Οι Βρετανοί εν τω μεταξύ υποσχέθηκαν στους μαχόμενους επαναστάτες Έλληνες ότι μόλις ανακηρυχθεί η ανεξαρτησία θα επέστρεφαν τα μάρμαρα, υπόσχεση που δεν τηρήθηκε• ξαναδόθηκε όμως αυτή το 1940 μετά την ιταλική επίθεση στην Ελλάδα αλλά επίσης δεν τηρήθηκε .

2. Προσπάθειες επαναπατρισμού

Ο υπουργός Πολιτισμού Κ. Τρυπάνης, το 1975 συνέστησε μια επιτροπή για να μελετήσει το θέμα της συντήρησης των αρχαιοτήτων στην Ακρόπολη αλλά και των μαρμάρων του Παρθενώνα. Το θέμα τέθηκε από την Ελλάδα για πρώτη φορά στην Διάσκεψη της UNESCO στο Μεξικό το 1982 και εγκρίθηκε από την συντριπτική πλειοψηφία των αντιπροσώπων. Επίσημα η ελληνική Κυβέρνηση κάλεσε, μέσω του ΟΗΕ, το Ηνωμένο Βασίλειο να επιστρέψει τα μάρμαρα το 1983, επί υπουργίας Μελίνας Μερκούρη• η πρόταση απορρίφθηκε από τους Βρετανούς το 1984 . Στην απάντησή της η βρετανική Κυβέρνηση τόνισε πως τα μάρμαρα «σώθηκαν από το Λόρδο Έλγιν ως αποτέλεσμα της συναλλαγής που έγινε από τις αναγνωρισμένες νόμιμες αρχές της εποχής εκείνης» . Η Ελλάδα προώθησε το ζήτημα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα σε διάφορα παγκόσμια fora. Ακολούθησε η γραπτή διακήρυξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το 1998, υπέρ της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα, καθώς και η υπόδειξη της UNESCO, το 1999, για έναρξη διμερών συνομιλιών μεταξύ της Ελλάδας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Το 1999 η ελληνική Κυβέρνηση (υπουργία Ελ. Παπαζώη) κατέθεσε υπόμνημα σε επιτροπή του βρετανικού Κοινοβουλίου που μελετούσε το θέμα ζητώντας εκ νέου την επιστροφή των μαρμάρων . Ενόψει των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 επιδιώχθηκε η επιστροφή των μαρμάρων με ατυχή όμως και πάλι αποτελέσματα. Ακολούθησε η επιστροφή θραυσμάτων, που κατείχε το Πανεπιστημιακό Μουσείο της Χαϊδελβέργης, η Σουηδία και το Μουσείο Salinas του Παλέρμο (Σεπτέμβριος, Νοέμβριος 2006, υπουργία Γ. Βουλγαράκη και Σεπτέμβριος 2008, υπουργία Μ. Λιάπη). Τον Ιούνιο του 2009 το ζήτημα των μαρμάρων τέθηκε εκ νέου στο προσκήνιο με αφορμή τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

3. Αντίστοιχες περιπτώσεις

Η υπόθεση των μαρμάρων του Παρθενώνα έχει δώσει το έναυσμα για μελέτη από νομικής σκοπιάς και άλλων υποθέσεων επιστροφής αρχαιοτήτων. Το όλο ζήτημα απασχολεί έντονα τη διεθνή κοινότητα και εντάσσεται στο γενικότερο θέμα του αν συνιστούν οι αρχαιότητες διεθνή πολιτιστική περιουσία. Οι προβληματισμοί αφορούν τόσο το διεθνή ή εθνικό χαρακτήρα των αρχαιοτήτων αλλά και το αν αποτελούν περιουσιακά αντικείμενα . Τα σημαντικότερα ζητήματα αποτελούν σήμερα, πέραν των μαρμάρων του Παρθενώνα, η επιστροφή των αρχαιοτήτων του Μάτσου Πίτσου, από το Πανεπιστήμιο Γέιλ στο Περού και η επιστροφή του Κρατήρα του Ευφρονίου από το Μουσείο Μητροπολιτικής Τέχνης της Νέας Υόρκης στην Ιταλία . Η υπόθεση του Κρατήρα του Ευφρονίου ίσως τελικά πρέπει να αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση για την Ελλάδα αφού ο κρατήρας τελικά επέστρεψε στην Ιταλία .


ΙΙΙ.
Νομικό Μέρος

1. Εφαρμοστέο δίκαιο

Το εφαρμοστέο δίκαιο στην περίπτωση των μαρμάρων του Παρθενώνα δεν είναι ένα αλλά πέντε. Αυτά είναι το αγγλικό, το ελληνικό, το τουρκικό, το κοινοτικό και το διεθνές δίκαιο . Το αγγλικό ως το δίκαιο του ευθύνοντος για την αφαίρεση Έλγιν αλλά και ως δίκαιο του τόπου έκθεσης των μαρμάρων, το ελληνικό ως δίκαιο της χώρας προέλευσης των μαρμάρων και το τουρκικό ως δίκαιο του κράτους κατοχής των μαρμάρων κατά την αφαίρεσή τους. Όμως οι δυσχέρειες στην επιλογή ενός εθνικού δικαίου προς εφαρμογή έγκειται αφενός στις μεγάλες διαφορές αγγλοσαξωνικού και ρωμαιογερμανικού δικαίου, αφετέρου στην έλλειψη ειδικής νομοθεσίας και στις τρεις χώρες για ζητήματα αντίστοιχα με αυτό των μαρμάρων του Παρθενώνα, σε σημείο που μόνο αναλογική εφαρμογή γενικών διατάξεων χωρεί. Όσον αφορά τέλος το κοινοτικό δίκαιο, εφαρμογής τυγχάνει η Οδηγία 93/7/ΕΟΚ της 15.03.1993 σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους και ο Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3911/92 της 09.12.1992, σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών .

Είναι συνεπέστερο επομένως να καταφύγουμε σε εφαρμογή του διεθνούς δικαίου. Άλλωστε τα εμπλεκόμενα μέρη (Ηνωμένο Βασίλειο και Ελλάδα) είναι μέλη του ΟΗΕ και συμμετέχουν στην UNESCO. Άρα, κατ’ άρθρο 36 και 38 του Χάρτη του ΟΗΕ, τα μέρη έχουν αποδεχθεί τη δυνατότητα να προσφύγουν στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προκειμένου να λύσουν τα μεταξύ τους ζητήματα και αποδέχονται τις πηγές του διεθνούς δικαίου που αναφέρονται στο Χάρτη ως εφαρμοστέες. Ως εκ τούτου στην περίπτωση των μαρμάρων μπορούν να εφαρμοστούν οι γενικές αρχές του δικαίου σε συνδυασμό με συμβατικά κείμενα .

Ως συμβατικό κείμενο θα πρέπει να αναφερθεί πρώτα η Σύμβαση για την Προστασία της Πολιτιστικής Περιουσίας κατά τη διάρκεια Ένοπλων Συγκρούσεων του 1954 (ή αλλιώς Σύμβαση της Χάγης). Εκεί τονίζεται ότι η πολιτιστική περιουσία είναι πολιτιστική κληρονομιά όλης της ανθρωπότητας. Η Σύμβαση της Χάγης επηρέασε σημαντικά και τα μεταγενέστερα διεθνή κείμενα. Έτσι υπογράφηκε η σύμβαση της UNESCO του 1970 για την αποτροπή και πρόληψη των παράνομων εισαγωγή, εξαγωγών και μεταφοράς ιδιοκτησιών πολιτιστικής περιουσίας. Η Σύμβαση της UNESCO εφαρμόζει την αρχή της καταρχάς ιδιοκτησίας του κράτους προέλευσης του πολιτιστικού αγαθού και θεσπίζει κανόνες για την αποτροπή και πρόληψη αρχαιοκαπηλίας, παράνομων συναλλαγών και νομιμότητας κατοχής πολιτιστικών αγαθών . Από την άλλη θα τύγχανε εφαρμογής η Σύμβαση UNIDROIT που αφορά τα κλεμμένα ή παράνομα αποκτηθέντα πολιτιστικά αγαθά. Δυστυχώς η Σύμβαση αυτή ορίζει (αρθρ. 10) ότι εφαρμόζεται σε περιπτώσεις μετά τη σύναψή της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ισχύσει για την υπόθεση των μαρμάρων. Οι δύο τελευταίες συμβάσεις εφαρμόζονται όμως μόνο σε πολιτιστικά αγαθά που βρίσκονται ελεύθερα στη φύση και όχι σε αυτά που εκτίθενται ήδη σε μουσείο .

2. Κυριότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επί των μαρμάρων

Τα μάρμαρα του Παρθενώνα αποτελούσαν δημόσια περιουσία και ως εκ τούτου κυριότητα επ’ αυτών είχε το κράτος του τόπου του μνημείου, δηλαδή το 1800-1804 η Οθωμανική Αυτοκρατορία . Ωστόσο την εποχή εκείνη η Ελλάδα βρίσκονταν υπό τουρκικό ζυγό, άρα η οθωμανική εξουσία ήταν δύναμη κατοχής. Η Σύμβαση της Χάγης του 1954 υποχρεώνει (αρθρ. 5) τη δύναμη κατοχής να σέβεται την πολιτιστική κληρονομιά της κατεχόμενης χώρας. Παρόλο που η Σύμβαση δεν υπήρχε το 1800, οι αρχές στις οποίες στηρίχτηκε αποτελούν γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου, που τύγχαναν εφαρμογής και πριν την υπογραφή της Σύμβασης, άρα και στην περίπτωση των μαρμάρων . Το γεγονός ότι το μνημείο ακρωτηριάστηκε και αφαιρέθηκαν από αυτό ουσιώδη τμήματά του, που αποτελούν συστατικά του οικοδομήματος, συνιστά τόσο πράξη βεβήλωσης η οποία αποτελεί ξεκάθαρα παραβίαση της Σύμβασης όσο και πράξη παράβασης του άρθρου 954 παρ. 2 του ΑΚ . Άλλωστε είναι άκυρη η συμφωνία για διατήρηση χωριστής και αυτοτελούς κυριότητας επί του συστατικού, ως εκ τούτου δεν μπορεί να νοηθεί ξεχωριστή κυριότητα επί των μαρμάρων .

Επιπλέον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το μνημείο αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής. Συνεπώς τυγχάνει εφαρμογής και το αρθρ. 966 του ελληνικού Αστικού Κώδικα (ως το κράτος-φορέας του ελληνισμού, στον οποίο ελληνισμό ανήκει το μνημείο και ως κράτος υπό κατοχή το 1800-1804) για τα πράγματα εκτός συναλλαγής. Επίσης το μη εμπορεύσιμο των μαρμάρων βασίζεται και στη δικαιική αρχή των Ρωμαίων res extra commercium. Από την άλλη πλευρά, παρόλο που στο αγγλοσαξωνικό δίκαιο δεν υπάρχει η έννοια του πράγματος κοινής χρήσης ή κοινόχρηστου, πρέπει να αναγνωριστεί το μη εμπορεύσιμο των μαρμάρων καθώς δεν μπορούν να εισαχθούν και να εξαχθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, αφού δεν πληρούν τα κριτήρια Wavarley, που έχουν νομοθετική ισχύ στο βρετανικό δίκαιο . Η σχετική αναφορά έχει εντάξει στα μη εμπορεύσιμα -στα πλαίσια των «καλλιτεχνικών αγορών»- τα μάρμαρα του Παρθενώνα.

3. Εγκυρότητα φιρμανιού

Ο Έλγιν προτού του παρασχεθεί επίσημη άδεια από την οθωμανική κυβέρνηση να εκτελέσει εργασίες απόσπασης μαρμάρων από το μνημείο, δωροδόκησε τον Τούρκο στρατιωτικό διοικητή της Αθήνας ώστε να του επιτρέπεται η είσοδος στο λόφο της Ακρόπολης, μάλιστα το ποσό του «λαδώματος» άγγιζε τις 5 λίρες για κάθε επίσκεψη του συνεργείου καλλιτεχνών και τεχνιτών . Ενόψει όμως φημών για στρατιωτική δράση των Γάλλων στην Αττική, ο Τούρκος διοικητής διέταξε τον Έλγιν και την ομάδα του να αποχωρήσουν. Έτσι αναγκάστηκε ο Έλγιν να επισκεφθεί το Σουλτάνο στην Κωνσταντινούπολη για να του παράσχει ο τελευταίος φιρμάνι (άδεια, διάταγμα, έδικτο) να συνεχίσει τις εργασίες• πράγμα που έγινε τον Ιούλιο του 1801. Γεννώνται έτσι ερωτήματα σχετικά με την ύπαρξη του εγγράφου, τη φύση του εγγράφου και την έκταση των παρεχόμενων εξουσιών στον Έλγιν.

Η εγκυρότητα του φιρμανιού έχει αμφισβητηθεί, τεκμηριωμένα, αρκετές φορές και αν γίνει δεκτή η πλαστότητά του, τότε ο Έλγιν παράνομα, και με βάση το οθωμανικό δίκαιο, προέβη στις σχετικές εργασίες. Καταρχάς, ουδέποτε δε βρέθηκε το αυθεντικό έγγραφο στην τουρκική γλώσσα. Στην επιτροπή του βρετανικού Κοινοβουλίου που μελέτησε το ζήτημα της αγοράς των μαρμάρων από την Κυβέρνηση, δεν παρουσιάστηκε (ούτε καν από τον Έλγιν, αλλά από το συνεργάτη του, αιδεσιμότατο Hunt) το οθωμανικό έγγραφο αλλά αγγλική μετάφραση ενός ιταλικού εγγράφου, που αποτελούσε τη μετάφραση στην ιταλική από την τουρκική. Ειδικοί μελετητές υποστηρίζουν ότι η απλή ανάγνωση του ιταλικού εγγράφου αποδεικνύει ότι δεν έχει σχέση με το οθωμανικό καθώς η διπλωματική γλώσσα δεν είναι αυτή που χρησιμοποιούνταν στα φιρμάνια . Επίσης στο ιταλικό ή στο αγγλικό κείμενο δεν εμφανίζεται υπογραφή ή σφραγίδα παρά μόνο το όνομα του εκδόσαντος αξιωματούχου-καϊμακάμη, Seged Abdullah . Τέλος ακόμα το ιταλικό έγγραφο παρουσιάζει διαφορές σε σχέση με την αγγλική μετάφραση, οι οποίες όμως είναι ουσιώδεις για την έκταση της άδειας που δόθηκε στον Έλγιν . Επομένως όπως και να έχει το κύρος του εγγράφου που επικαλέστηκε ο Έλγιν ως τίτλος κυριότητας «ασφαλώς δεν επιβεβαιώνεται και μπορεί εύκολα να είναι πλαστός» .

Χαρακτηριστική για το ζήτημα του φιρμανιού είναι ότι η ελληνική Κυβέρνηση δεν αρνείται μόνο τη γνησιότητά του, αλλά ακόμα και την ύπαρξή του. Υποστηρίζει ότι ο Έλγιν βασίστηκε σε φιλική επιστολή του καϊμακάμη, ο οποίος εκείνη την εποχή αντικαθιστούσε το Μέγα Βεζίρη στην Κωνσταντινούπολη. Η επιστολή ήταν ανεπίσημη και είχε το περιεχόμενο χάρης. Σημείωνε πως οι κρατικές αρχές στην Αθήνα θα επέτρεπαν στα συνεργεία του Έλγιν να σχεδιάσουν, να λάβουν εκμαγεία και να διενεργήσουν ανασκαφή γύρω από τα θεμέλια του Παρθενώνα, όπου ίσως βρισκόταν θαμμένη κάποια επιγραφή ή ανάγλυφο, με τον όρο ότι δεν θα βλάπτονταν με κανένα τρόπο τα μνημεία. Άρα, υποστηρίζει η Έλλαδα ότι, σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει ούτε επίσημο οθωμανικό κρατικό έγγραφο, αλλά ούτε και περιεχόμενο που να επιτρέπει την απόσπαση των μαρμάρων .

Το φιρμάνι, και αν ακόμα θεωρηθεί γνήσιο και άρα έγκυρο, αποτελεί απλά διοικητική πράξη (άδεια), με την οποία παρέχεται μια «εύνοια από το Σουλτάνο σε κάποιο πρόσωπο», και όχι τίτλο κυριότητας. Το φιρμάνι δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να ακυρώσει ή να τροποποιήσει το νόμο, σε περιπτώσεις που το περιεχόμενο του φιρμανιού ήταν ενάντια στο νόμο. Επιπλέον το φιρμάνι δεν αποτελεί ούτε έγγραφο με το οποίο αποκτά κανείς κυριότητα πάνω σε πράγμα ούτε συμβόλαιο αγοραπωλησίας .

Αντίθετη άποψη υποστηρίζει ότι αφού οι Οθωμανοί είχαν ελέγξει την Αθήνα από 1460, οι αξιώσεις τους στα χειροποίητα αντικείμενα ήταν νομικές και αναγνωρίσιμες. Ακόμα ότι το φιρμάνι ως έγγραφο ήταν ο πλέον επίσημος τύπος παροχής άδειας που παραχωρούσε η οθωμανική κυβέρνηση, και επιπλέον ότι στο φιρμάνι υπήρχε πρόβλεψη και περαιτέρω άδεια για εξαγωγή των μαρμάρων από τον Έλγιν. Συνεπώς νόμιμα και έγκυρα αγοράστηκαν τα μάρμαρα από τη βρετανική Κυβέρνηση, αφού νόμιμα κύριος επ’ αυτών ήταν ο Έλγιν. Αναγνωρίζει όμως η αντίθετη άποψη ότι η έκταση των παρεχόμενων εξουσιών στο λόρδο «είναι στην καλύτερη περίπτωση διφορούμενη» και ότι «ο Έλγιν υπερέβη την εξουσία που του εκχωρήθηκε με το φιρμάνι» . Δεν φτάνει όμως μέχρις του σημείου να γίνει λόγος για κτήση από μη κύριο όπως ορίζει και ο αγγλικός νόμος , η για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος .

Αντιτάσσεται επίσης ότι δεν έχουν σημασία τα κίνητρα έκδοσης του φιρμανιού, αλλά σημασία έχει το πραγματικό και νομικό γεγονός ότι με το οθωμανικό έγγραφο ο Έλγιν είχε την άδεια να αποσπάσει τα μάρμαρα . Όμως με βάση το άρθρο 178 ΑΚ η δικαιοπραξία ήταν άκυρη ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη. Την παραπάνω αρχή αναγνωρίζουν και άλλα νομικά συστήματα πέραν του ελληνικού και βασίζεται σε αρχή του ρωμαϊκού δικαίου. Άρα, από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο Έλγιν δεν απέκτησε κυριότητα επί των μαρμάρων ούτε με διοικητική πράξη ούτε με αντίστοιχη ιδιωτικού δικαίου.

4. Ολιγωρία Οθωμανών και Ελλήνων

Προτάσσεται ότι η μη παρεμπόδιση του Έλγιν από τις οθωμανικές αρχές συνεπάγεται και την αποδοχή της νομιμότητας των ενεργειών του. Όμως αυτό δεν ευσταθεί καθώς οι Οθωμανοί προφανώς δεν είχαν αντιληφθεί εξαρχής τις προθέσεις του Έλγιν, ο οποίος ζήτησε αρχικά άδεια να αντιγράψει σε καλούπια τα μάρμαρα και όχι να τα αποσπάσει. Ενδεχομένως μάλιστα να μην του επέτρεπαν να προβεί στις ενέργειές του, καθώς και οι ίδιοι αντιλαμβάνονταν τη σημασία του μνημείου, που άλλωστε είχαν μετατρέψει σε τζαμί, γεγονός που έδειχνε το σεβασμό τους προς τη θρησκευτικότητα του μνημείου .Επιπλέον ο Έλγιν δωροδόκησε τους τοπικούς αξιωματούχους για να μη του δημιουργήσουν προβλήματα κατά τις εργασίες του. Ωστόσο οι τοπικές αρχές καμία δεν είχαν καμία εξουσία σχετικά με τη διάθεση της δημόσιας περιουσίας και σαν όργανα της οθωμανικής διοίκησης είχαν το τεκμήριο της καλόπιστης και σύμφωνης με την κεντρική εξουσία δράσης .

Οι Έλληνες της εποχής ασφαλώς και διαμαρτυρήθηκαν για τις ενέργειες του Έλγιν. Ασφαλώς όμως δεν είχαν μεγάλα περιθώρια για διαμαρτυρίες, λόγω του τουρκικού ζυγού . Παρόλα αυτά οι κάτοικοι της Αθήνας ποτέ δε συναίνεσαν στις πράξεις του Έλγιν. Χαρακτηριστικός είναι ο θρύλος ότι τη νύχτα ακουγόταν οι θρήνοι των Καρυάτιδων για τη χαμένη τους αδελφή, καθώς και οι ισχυρισμοί των αχθοφόρων που μετέφεραν τα αγάλματα ότι άκουγαν κραυγές να βγαίνουν από τα κιβώτια μέσα στα οποία ήταν συσκευασμένα. Αναφορά στο ζήτημα κάνει και ο Ιρλανδός Dodwell, δηλαδή ότι το 1812 οι Αθηναίοι θρηνούσαν την καταστροφή των αρχαιοτήτων τους και κατηγορούσαν τους Τούρκους που επέτρεψαν στους ξένους να κάνουν μια τέτοια λεηλασία .
5. Παραγραφή
Το Βρετανικό Μουσείο προβάλλει το επιχείρημα της παραγραφής της αξίωσης της ελληνικής Κυβέρνησης για επιστροφή των μαρμάρων. Τούτο καθώς η τέλεση της πράξης άρχισε το 1801, διήρκησε έως το 1804, η δε τελευταία τους μετακίνηση έγινε το 1815 ενώ επίσημα ζητήθηκε από την Ελλάδα η επιστροφή των γλυπτών το 1983. Την παραγραφή λόγω της μακράς παρέλευσης του χρόνου προβλέπει τόσο το αγγλικό όσο και το ελληνικό δίκαιο . Ωστόσο τα μάρμαρα αποτελούν συστατικά του μνημείου. Η νομολογία στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει δεχτεί ότι σε περιπτώσεις αφαίρεσης συστατικού πράγματος (fixture) δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής . Άρα με αναλογική εφαρμογή της αγγλικής νομολογίας πρέπει και τα μάρμαρα του Παρθενώνα να θεωρηθούν από το αγγλικό δίκαιο ως συστατικά και να μην υπάρχει παραγραφή .
Πέρα από τα παραπάνω θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο χρόνος παραγραφής δεν εκκινεί από τη στιγμή που δεν είναι δυνατή η επιδίωξη της αξίωσης. Ας μην λησμονείται ότι μέχρι το 1830 η Ελλάδα δεν ήταν ανεξάρτητο κράτος, ενώ το ζήτημα τέθηκε επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση αφού είχαν επιλυθεί τα προβλήματα πολιτικής αστάθειας που αντιμετώπιζε διαρκώς η χώρα, με σημαντικότερο αυτό της στρατιωτικής δικτατορίας το 1967-1974. Τα παραπάνω ισχύουν σε επίπεδο εθνικών δικαίων • αλλά και στο διεθνές δίκαιο δεν βρίσκει έρεισμα η παραγραφή καθώς η παραγραφή στα εθνικά δίκαια δεν επηρεάζει δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο . Τέλος ούτε η σύμβαση της UNESCO του 1970 ούτε το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων (ICOM) προβλέπουν παραγραφή .

6. Διεθνιστική και Εθνική σχολή σκέψης

Οι προηγούμενες σκέψεις δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στην εφαρμογή της διεθνιστικής σχολής σκέψης, που θεωρεί ότι τα πολιτιστικά αγαθά αποτελούν παγκόσμια περιουσία, ως περιουσία της ανθρωπότητας και όχι ενός συγκεκριμένου πολιτισμού ή κράτους . Διεθνιστές θα αποκαλούσε κανείς το Βρετανικό Μουσείο ή και άλλα μουσεία που τονίζουν ότι τα πολιτιστικά αγαθά είναι προσβάσιμα σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και άρα αποτελούν παγκόσμια κληρονομιά που όλοι δικαιούνται να απολαμβάνουν, στα διάσημα και μεγάλα μουσεία. Προς τούτο και στα επιχειρήματα του Βρετανικού Μουσείου συμπεριλαμβάνεται το γεγονός ότι λόγω του μεγέθους και της φήμης του μουσείου στο Λονδίνο, τα μάρμαρα του Παρθενώνα τα βλέπουν ετησίως 3 εκατομμύρια επισκέπτες, αρκετά περισσότεροι με αυτούς που επισκέπτονται την Αθήνα .

Αντίθετα η εθνική σχολή σκέψη προκρίνει το γεγονός ότι τα πολιτιστικά αγαθά έχουν προέλευση και αποτελεί βασική αρχή ότι αυτά ανήκουν καταρχάς στο κράτος καταγωγής τους . Την εθνική σχολή ακολουθεί η Ελλάδα που θεωρεί ότι τα μάρμαρα ανήκουν κατά κυριότητα στην χώρα καταγωγής, άρα στην Ελλάδα, τόσο ως το κράτος στο οποίο βρίσκεται η Ακρόπολη όσο και ως κράτος-λαός των αρχαίων Ελλήνων. Ασφαλώς το μειονέκτημα της εθνικής σχολής σκέψης είναι ότι είναι ευάλωτο καθώς αποτελεί περισσότερο επιχείρημα από πολιτική άποψη παρά από νομική. Υπάρχει ευρέως διαδεδομένη η σκέψη ότι η Ελλάδα ειδικότερα επιμένει για την επιστροφή των μαρμάρων γιατί μια τέτοια κίνηση θα ενίσχυε τα πατριωτικά αισθήματα, θα επέφερε οφέλη για την κυβέρνηση που θα το κατόρθωνε και θα μετέτρεπε σε εθνικό ήρωα τον πολιτικό που θα παραλάμβανε τα μάρμαρα .

V.
Συμπεράσματα

Δεχόμενοι ότι ο Έλγιν δεν είχε νόμιμη άδεια απόσπασης των μαρμάρων, αφού πρωτότυπό της ποτέ δεν παρουσιάστηκε ποτέ αλλά και το έγγραφο που προσκόμισε δεν παρέχει πλήρη ελευθερία τέλεσης όλων των πράξεων στις οποίες προέβη, τα μάρμαρα του Παρθενώνα παράνομα αποσπάστηκαν από το ναό και παράνομα εξήχθησαν από την υπό οθωμανική κατοχή Ελλάδα. Συνεπώς και η αγορά τους από τη βρετανική Κυβέρνηση δεν είναι νόμιμη αφού αγόρασε πράγμα προερχόμενο από παράνομη δραστηριότητα. Άρα οι διατάξεις των εθνικών δικαίων που τυγχάνουν εφαρμογής υποχρεώνουν το Ηνωμένο Βασίλειο να επιστρέψει τα μάρμαρα στη χώρα προέλευσής τους, στην Ελλάδα. Επίσης η κοινοτική νομοθεσία και τα διεθνή συμβατικά κείμενα οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα. Ταυτόχρονα γίνονται δεκτές και εισηγήσεις για εφαρμογή ως γενικής αρχής του διεθνούς δικαίου που διαμορφώθηκε μέσα από κρατικές και θεσμικές πρακτικές και αποτελούν έθιμο, ήτοι του σεβασμού της πολιτιστικής κληρονομιάς των λαών .

Μία άλλη προσέγγιση θα τόνιζε τη σημασία της προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο ζήτημα των μαρμάρων. Η αλλοίωση σε σημείο βανδαλισμού ενός σημαντικού μνημείο, ενταγμένο στις τοποθεσίες παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO, προσέβαλε την ιστορία, την τέχνη, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Θα μπορούσε να γίνει λόγος, πέραν των εθνικών νομοθεσιών σε επίπεδο Συνταγμάτων και κοινής νομοθεσίας, για παραβίαση τόσο των άρθρων 18 και 19 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όσο και των άρθρων 9 και 10 της ΕΣΔΑ .

Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει τακτική και υποστηρίζει το αίτημά της για επιστροφή των μαρμάρων περισσότερο σε ηθική και πολιτική βάση και λιγότερο σε νομική. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην πρόοδο όσον αφορά τα επιμέρους προσκόμματα που έθετε το Ηνωμένο Βασίλειο και αφορούσαν κυρίως την ατμοσφαιρική ρύπανση και την έλλειψη κατάλληλου μουσείου. Ασφαλώς ρόλο προς την αλλαγή αυτή έπαιξε και η μεταστροφή της κοινής γνώμης, παγκόσμια, υπέρ των ελληνικών θέσεων. Όμως η εγκατάλειψη της πρόταξης των νομικών επιχειρημάτων είναι λάθος κίνηση για τον απλό λόγο ότι οι ελληνικοί νομικοί ισχυρισμοί υπερτερούσαν των βρετανικών. Το γεγονός αυτό το γνώριζαν στο Βρετανικό Μουσείο και για αυτό το λόγο στα νομικά επιχειρήματα της Ελλάδας αντέτειναν την απογύμνωση των μουσείων σε όλο τον κόσμο που έχουν εκθέματα από άλλες χώρες, επιχείρημα μη νομικό, ασυνεπές και έωλο.

Συνεπώς θα πρέπει η Ελλάδα να εστιάσει την προσοχή της, πέραν των ηθικών θεμάτων, στην σαφή επανατοποθέτηση στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων των νομικών ισχυρισμών της. Πρέπει να γίνει αντιληπτό πως το θέμα δε θα πρέπει να αντιμετωπίζεται μονομερώς, ως πολιτικού ή ηθικού ή κοινωνικού ενδιαφέροντος. Το ζήτημα έχει και νομικές πτυχές, τις οποίες θα πρέπει η Ελλάδα και να προβάλει και να εμείνει σε αυτές. Έτσι ο συνδυασμός επιχειρημάτων και η κατάλληλη προβολή τους θα (είθε να) οδηγήσει στην επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα.


υποσημειώσεις:

1 Όπως το κατέτασσε το περιοδικό ΤΙΜΕ, Top 10 Plundered Artifacts, φύλλο της 05.03.2009
2 Ο όρος ελγινισμός είναι γαλλικής έμπνευσης. Βλ. Elginism, What is elginism? Διαδίκτ. http://www.elginism.com/definition/
3 Christopher Casey, Grecian Grandeurs and the Rude Wasting of Old Time: Britain, the Elgin Marbles, and Post-Revolutionary Hellenism, Foundations, Vol. III, No. 1, 30.10.2008
4 ελλην. Υπ.Πολιτισμού, Το ιστορικό της αφαίρεσης, διαδίκτυο: http://odysseus.culture.gr/a/1/12/ga125.html
5 εφημ. The Guardian, Elgin Marbles: fact or fiction?, φύλλο 21.07.2004.
6 Smith, Elgin and his collection, Hellenic Studies 36, 163, 1916
7 Έτσι σήμερα από τους 97 σωζόμενους λίθους της ζωφόρου του Παρθενώνα, οι 56 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 40 στην Αθήνα. Από τις 64 σωζόμενες μετόπες, οι 48 βρίσκονται στην Αθήνα και οι 15 στο Λονδίνο. Από τις 28 σωζόμενες μορφές των αετωμάτων, οι 19 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 9 στην Αθήνα βλ. Ελλην. Υπ.Πολιτισμού, Το ιστορικό της αφαίρεσης
8 The Guardian, Elgin Marbles: fact or fiction?
9 Το 1785 ο Γάλλος περιηγητής και διπλωμάτης Marie Gabriel Auguste de Choiseul-Gouffier είχε πάρει, έχοντας φιρμάνι από το Σουλτάνο -μεταξύ άλλων αρχαιοτήτων της Αττικής- ένα κομμάτι από την ανατολική ζωφόρο και μια μετώπη από τη νότια πλευρά του κτιρίου. Χαρακτηριστική είναι η άποψη ότι: «εάν όλα είχαν πάει καλά, τα μάρμαρα του Παρθενώνα...δεν θα ήταν στο βρετανικό μουσείο αλλά στο Μουσείο του Λούβρου», βλ. James Allan Evans, The Parthenon marbles--past and future, Contemporary Review, Οκτ. 2001, vol. 279, is. 1629; σελ. 214.
10 Casey, Grecian Grandeurs and the Rude Wasting of Old Time": Britain, the Elgin Marbles, and Post-Revolutionary Hellenism
11 εφημ. International Herald Tribune. The story of the Elgin Marbles, φύλο 14.07.2004
12 Περιοδ. Newsweek, Romancing the Stones, τεύχος 02.05.2008
13 Μελίνα Μερκούρη, Στο όνομα της δικαιοσύνης και της ηθικής παρακαλώ δώστε τα πίσω, λόγος στην Oxford Union, αναδημ. εφημ. Ελευθεροτυπία, φύλλο 21.06.2009
14 Λήδα Ζαμπετάκη, Τα μάρμαρα του Παρθενώνα, η πορεία στο χρόνο και η σημερινή πραγματικότητα, Μεσόγειος, 03.07.1998
15 Christopher Hitchens, The Elgin Marbles: Should They Be Returned to Greece?, 1998,σελ. 8,
16 Irine A. Stamatoudi, The law and ethics deriving from the Parthenon marbles, web journal of current legal issues in.ass. Blackstone Press Ltd, 1997, 2, σελ. 3
17 Jeanette Greenfield, The return of the cultural treasures, εκδ. Cambridge University Press, 1989, σελ. 83
18 ο.π. σελ. 74
19 Το ελληνικό memorandum και τα επισυναπτόμενα έγγραφα είναι διαθέσιμα σε διαδικτ. http://www.culture.gr/6/68/682/g68209.html
20 Richard Brilliant, Antiquities: International Cultural Property? Who owns the past, International Journal of Cultural Property, 1999, vol. 8, σελ. 563-567
21 Το 1912 και τι 1914-15 ο Αμερικανός αρχαιολόγος Bingham πήρε κτερίσματα από το Περού για μελέτη στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, και από τότε παραμένουν εκεί, ενώ η National Geographic Society (χρηματοδοτούσε τον Bingham) έχει παραδεχτεί ότι τα κτερίσματα πάρθηκαν με τα μορφή δανείου –άλλη γνώμη υποστηρίζει ότι ο περουβιανός ΑΚ του 1852 προβλέπει ότι ο ανευρών κτερίσματα τα διατηρεί στην κυριότητά του ενώ και ο Bingham είχε νόμιμη εξουσιοδότηση από τις αρχές για να προβεί σε ανασκαφές. Κάποια κτερίσματα επιστράφηκαν από τις ΗΠΑ στο Περού ενώ για τα υπόλοιπα το Γέιλ υποστηρίζει ότι, με βάση ομοσπονδιακή νομολογία, έχει νόμιμα την κυριότητά τους. Το 2007 η Κυβέρνηση του Περού και το αμερικανικό Πανεπιστήμιο έφτασαν κοντά σε συμφωνία, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία κέντρου ερευνών στην περουβιανή πόλη Kούσκο και το Περού να έχει την κυριότητα των κτερισμάτων τα οποία θα μελετούσαν επιστήμονες του Γέιλ. Για επιστημονικούς σκοπούς, παρότι η κυριότητα θα αναγνωρίζονταν στο Περού, κάποιες αρχαιότητες θα παρέμεναν στο Γέιλ. Η συμφωνία δεν καρποφόρησε και το 2008 η περουβιανή Κυβέρνηση υπέβαλλε μήνυση κατά του Γέιλ. βλ. Molly L. McIntosh, Exploring Machu Picchu: An analysis of the legal and ethical issues surrounding the repatriation of the cultural property, Duke Journal of comparative and international Law, vol. 17, σελ. 199-221
22 Το 1971 ο κρατήρας κλάπηκε από συλημένο ετρουσκικό τάφο στο Greppe Sant'Angelo κοντά στο Κερβετέρι της Ιταλίας. Στις 10 Νοεμβρίου 1972 ο έμπορος αρχαιοτήτων Robert Hecht Jr. (εκκρεμούν κατηγορίες σε βάρος του) πούλησε έναντι 1 εκατ. Δολαρίων τον κρατήρα στο Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης. Ο Hecht ισχυρίζεται ότι αγόρασε τον κρατήρα από έναν Λιβανέζο έμπορο, αλλά αποδείχτηκε ότι τον αγόρασε από Ιταλό έμπορο, καταδικασθέντα για παράνομο εμπόριο αρχαιοτήτων το 2004. βλ. Thomas Hoving, Super Art Gems of New York City, διαδικτ. περιοδ. Artnet, 29.01.2006
23 Το 2006 η ιταλική Κυβέρνηση υπέγραψε συμφωνία με το Μουσείο Μητροπολιτικής Τέχνης, κερδίζοντας την επιστροφή του κρατήρα με αντάλλαγμα τον μακροχρόνιο δανεισμό άλλων ιταλικών αρχαιοτήτων στο μουσείο. Το 2008 ο κρατήρας επιστράφηκε στην Ιταλία. Βλ. Elisabetta Povoledo, Ancient Vase Comes Home to a Hero’s Welcome, εφημ. New York Times, φύλλο της 19.01.2008
24 Stamatoudi, σελ. 4
25 ΕΕ L 074 , 27.03.1993 σελ. 0074 – 0079. Τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2001/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001, ΕΕ L 187 της 10.07.2001 σελ. 0043 - 0044
26 ΕΕ L 395, 12.12.1992
27 Malcolm N. Saw, International Law, εκδ. Grotius, Cambridge, 1991, σελ. 82
28 UNESCO Convention on the Means of Prohibiting and Preventing the Illicit Import, Export and Transfer of Ownership of Cultural Property, Nov. 14, 1970, 823 U.N.T.S. 231
29 Molly L. McIntosh, σελ. 212-215
30 UNIDROIT Convention on Stolen or Illegally Exported Cultural Objects,
Ανοικτή για υπογραφή από 24.06. 1995, 34 I.L.M. 1330, 1995
31 Patrick J. O’Keefe, Commentary on the UNESCO 1970 Convention on Illicit Traffic, Institute of Art and Law, Leicester, 2000, σελ. 14-15
32 Daniel O’Connell, The Law of state succession, 1956, Cambridge University Press, σελ. 226
33 Stamatoudi, σελ. 5
34 Δημήτριος Παπαστεργίου, Εγχειρίδιο Εμπράγματου Δικαίου, τ. Ιβ εκδ. Σάκκουλας, Θεσ/νίκη, 2000, σελ. 89
35 Νικόλαος Τριάντος, Αστικός Κώδικας, ερμηνεία κατ’ άρθρο, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, 2009, σελ. 1165
36 Τα κριτήρια Wavarley προέκυψαν από την αναφορά (Waverley Report) στην Επιτροπή για την Εξαγωγή Προϊόντων Τέχνης του 1952 και αφορούν την άδεια για εξαγωγή καλλιτεχνικών προϊόντων μεγάλης αισθητικής αξίας.
37 Μελίνα Μερκούρη, Στο όνομα της δικαιοσύνης και της ηθικής παρακαλώ δώστε τα πίσω,
38 Απόσπασμα: «Οι καλλιτέχνες να μη συναντήσουν αντίδραση στο να περπατήσουν, να επιθεωρήσουν, να μελετήσουν τις μορφές και τα κτίρια που επιθυμούν να σχεδιάσουν ή να αντιγράψουν , ή στο να τοποθετήσουν σκαλωσιές γύρω από τον αρχαίο ναό, ή στο να αντιγράψουν σε ασβεστόλιθο ή σε γύψο τα αναφερόμενα κοσμήματα και μορφές ή στο να σκάψουν, αν το βρίσκουν αναγκαίο, σε αναζήτηση επιγραφών ανάμεσα στα απορρίματα. Ούτε να παρεμποδιστούν απο το να πάρουν οποιαδήποτε κομμάτια από πέτρες με επιγραφές ή με μορφές».
Για το κείμενο του φιρμανιού στην αγγλική γλώσσα, βλ. Διαδικτ. http://www.damon.gr/marmara/firman_gr.htm
39 Την άποψη διατύπωσε ο Βασίλης Δημητριάδης, καθηγ. Τουρκικών Σπουδών Πανεπιστημίου Κρήτης, βλ. σε David Rudenstine, Did Elgin cheat the Marbles?, The Nation, vol. 270, no. 21, 2000, σελ. 30
40 Kate Fitz Gibbon, Who Owns the Past?: Cultural Policy, Cultural Property, and the Law, Rutgers University Press, 2005, σελ.115
41 Το ιταλικό κείμενο ανέφερε «qualche pezzi di pietra», δηλαδή μερικά κομμάτια από πέτρα, ενώ το αγγλικό ανέφερε «any pieces from stones», δηλαδή οποιαδήποτε κομμάτια από πέτρες»
42 David Rudenstine, The Legality of Elgin's Taking: A Review Essay of Four Books on the Parthenon Marbles, International Journal of Cultural Property, vol 8, no. 1, 1999, σελ. 356-376
43 ελλην. Υπ.Πολιτισμού, Το ιστορικό της αφαίρεσης. Διαδίκτ.
44 Νεοκλής Σαρρής, Η οσμανική πραγματικότητα, τ. ΙΙ, εκδ. Αρσενίδης, Αθήνα, 1990, σελ. 223 επ.
45 John Henry Merryman, Whither the Elgin Marbles? στο γενικό John Henry Merryman. Imperialism, Art and Restitution, Cambridge University Press, New York, 2006, σελ 980-113
46 John Henry Merryman, Thinking about the Elgin Marbles, Michigan Law Review, vol. 83, no. 8, Αυγ. 1985, σελ. 1898-1899
47 Αρθρ. 23 του Sale of Good Act του 1979
48 Ο Έλγιν διέπραξε τα εγκλήματα της κλοπής διακεκριμένης μορφής και φθορά ξένης ιδιοκτησίας διακεκριμένης μορφής, τα οποία προέκυπταν και από το ρωμαϊκό δίκαιο-ius privatum (6ο βιβλίο της Εξάβιβλου του Αρμενόπουλου), Γ. Νάκος, Ιστορία ελληνικού και ρωμαϊκού δικαίου, University Studio Press, Θεσ/νικη, 1991, σελ. 195
49 John Henry Merryman, Thinking about the Elgin Marbles: Critical essays on cultural property, Art and Law, 2000, σελ. 776
50 Ο Γερμανικός ΑΚ στο άρθρο 138 υιοθετεί επίσης την αρχή της ακυρότητας της contra bones mores δικαιοπραξίας.
51 Stamatoudi, σελ. 8
52 ο.π., όπου και παραπέρα παραπομπές.
53 Ενδεικτικό είναι ότι όταν ο Γάλλος πρόξενος στην Αθήνα τόλμησε να διαμαρτυρηθεί για την απομάκρυνση των μαρμάρων, οι Τούρκοι τον έκλεισαν στη φυλακή. Βλ. Διαδίκτ. Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, Απάντηση στις βρετανικέ αντιρρήσεις, http://www.greece.org/parthenon/marmara/index.htm
54 Διαδικτ. Πανδέκτης, Views in Greece from drawings by Edward Dodwell, ESQ. F.S. 1821, http://pandektis.ekt.gr/dspace/handle/123456789/160647
55 S. 2 Limitation Act 1980 και αρθρ. 937 ΑΚ.
56 Case Phillips v Lamdin, δημοσιευμ. σε διαδικτ.: http://www.vanuatu.usp.ac.fj/Courses/LA313_Commercial_Law/Cases/Phillips_v_Lamdin.html
Και Case Ville de Geneve et Fondation Abegg v Consorts Margail D.1985.208. Για αυτή σχολιασμός βλ. Lyndel V. Prott, Movables and Immovables as Viewed by the Law, International Journal of Cultural Property, 1992, 1, σελ. 389-392
57 Stamatoudi, σελ. 10
58 s. 28 Limitation Act, αρθρ. 255 ΑΚ
59 Unesco Doc. SHC-76/CONF.615/5,5 «is no event shall the State, which hold the cultural property in question, be able to invoke any statute of limitation»
60 Merryman, σελ. 57
61 Jeanette Greenfield, σελ. 59
62 Merryman, σελ. 45
63 John Henry Merryman, Whither the Elgin Marbles? σελ. 98-113
64 I. Brownlie, Principles of the Public International Law, Claredon Press, 4η εκδ., Oxforfd, 1990, σελ. 512 επ., Εμ. Ρούκουνας, Διεθνές Δίκαιο, τεύχ. Α’, εκδ. Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2004, σελ. 91-103
65 Stamatoudi, σελ. 5
66 Ως σημείο καμπή για την αλλαγή της στάσης της ελληνικής κυβέρνησης στο θέμα της διεκδίκησης των μαρμάρων πρέπει να αποτελέσει το υπόμνημα του 1999 προς την επιτροπή του βρετανικού κοινοβουλίου.

Τα Κολλέγια ως σύγχρονη νομική πραγματικότητα

Ι. Εισαγωγή

Ενόψει της έναρξης του νέο εκπαιδευτικού έτους πολλές είναι οι εκκρεμότητες και οι απορίες σχετικά με το νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας τους και σχετικά με τα δικαιώματα που αποκτούν οι απόφοιτοι των κολλεγίων. Σημαντικές είναι οι νομοθετικές εξελίξεις που οδηγούν σε απόκτηση επαγγελματικών δικαιωμάτων από τους αποφοίτους ενώ ασαφές παραμένει το τι μέλλει γενέσθαι με τα ακαδημαϊκά δικαιώματα. Στον τομέα αυτό καταλυτική είναι η συμβολή της νομολογίας των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων προς τον τομέα της πλήρους εξομοίωσης με τα ΑΕΙ και ΤΕΙ.

Στην προσπάθεια για όσο το δυνατό παροχή απλουστευμένων νομικών δεδομένων εντάσσεται το παρόν άρθρο. Ασφαλώς λόγω της περιορισμένης έκτασης δεν είναι δυνατή η πλήρης και αναλύτικη επεξήγηση του υπάρχοντος status λειτουργίας. Ωστόσο επιδιώκεται η χρηστική και περιεκτική διασάφηση αποριών σχετικά με αυτά τα ζητήματα.

ΙΙ. Η ελληνική και αλλοδαπή πραγματικότητα για τα Κολλέγια

Η έννοια του Κολλεγίου στο Εξωτερικό

Τα εκπαιδευτήρια που παρέχουν μεταλυκειακή εκπαίδευση και κατάρτιση, προσφέροντας εκπαιδευτικές υπηρεσίες σε σύμπραξη με αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού (ν. 3696/2008, ΦΕΚ Α’ 177/25.08.2008), με στενότερη η χαλαρή συνεργασία. Μέχρι την πρόσφατη νομοθετική αλλαγή τα Κολλέγια είχαν τη νομική μορφή των Εργαστηρίων Ελευθέρων Σπουδών (εφεξής ΕΕΣ), η έννοια των οποίων αναλύεται πιο κάτω.

Στην Ελλάδα η έννοια του Κολλεγίου είναι, ακόμα και σήμερα σχετικά άγνωστη. Ωστόσο στο εξωτερικό, και ειδικά στον αγγλοσαξωνικό χώρο είναι αρκετά διαδεδομένα ως βαθμίδα εκπαίδευσης. Παρόλα αυτά στις περισσότερες των περιπτώσεων το κολλέγιο αποτελεί μια ενδιάμεση βαθμίδα εκπαίδευσης από τη δευτεροβάθμια στην τριτοβάθμια. Δηλαδή έχουν το χαρακτήρα προπαρασκευαστικού τμήματος για την εισαγωγή των σπουδαστών στο πανεπιστήμιο ή για τη συμμετοχή τους σε εξετάσεις για την εισαγωγή σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Έτσι στη Βρετανία τα κολλέγια δεν χορηγούν πτυχία αλλά απλώς προετοιμάζουν τους φοιτητές για το πανεπιστήμιο. Τις περισσότερες φορές το Πανεπιστήμιο διατηρεί ταυτόχρονα και Κολλέγιο (λ.χ. King's College, στα πλαίσια του University of Cambridge).

Στις ΗΠΑ το κολλέγιο είναι η συνήθης βαθμίδα συνέχειας των λυκειακών σπουδών. Τις περισσότερες φορές είναι τετραετούς φοίτησης και οδηγούν στην απόκτηση πτυχίου. Υπάρχουν βέβαια και 2ετούς φοίτησης που έχουν περισσότερο χαρακτήρα επαγγελματικής κατάρτισης και δεν χορηγούν πτυχίο. Τα πανεπιστήμια στις ΗΠΑ διαφέρουν από τα κολλέγια στο ότι έχουν τουλάχιστον δύο προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών και εστιάζουν τη δραστηριότητά τους κυρίως στην έρευνα. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις που το προπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του πανεπιστημίου γίνεται στον κολλέγιο ενώ το μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο (π.χ. College του University of Chicago ή Harvard College στο Harvard, ή Columbia College στο Columbia).

Η έννοια του Κολλεγίου στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου οι χορηγούμενες βεβαιώσεις ή άλλης ονομασίας βεβαιώσεις των κολλεγίων δεν είναι ισότιμα με του τίτλους που χορηγούν τα ΑΕΙ, ΤΕΙ ή ΙΕΚ. Από αυτό προκύπτει με σαφήνεια ότι τα κολλέγια δεν είναι ιδιωτικά πανεπιστήμια. Άλλωστε τούτο απαγορεύεται από το ελληνικό Σύνταγμα (βλ. ενότητα νομοθετικό πλαίσιο). Τα κολλέγια επίσης απαγορεύεται να χρησιμοποιούν παραπλανητικούς τίτλους. Έτσι ο μόνος νόμιμος τίτλος τους είναι «Κολλέγιο». Κάθε άλλη έννοια, όπως πανεπιστήμιο, σχολή, οργανισμός, ινστιτούτο ακαδημία κ.α. στην ελληνική ή σε αλλοδαπή γλώσσα είναι παράνομη.

Η ίδρυση και λειτουργία των κολλεγίων (από φυσικά, νομικά πρόσωπα ή από ένωση προσώπων) υπόκειται σε αυστηρό κρατικό έλεγχο. Το Υπουργείο Παιδείας, κατόπιν γνώμης της Επιτροπής Αξιολόγησης και Ελέγχου Κολλεγίων χορηγεί άδειες ίδρυσης και λειτουργίας, εάν και εφόσον πληρούνται οι αναγκαίοι όροι (κτιριακές υποδομές, επιφάνεια χώρων διδασκαλίας, διοικητική στελέχωση, πληρότητα προγράμματος σπουδών, διδάσκοντες, αξιοπιστία και οικονομική δυνατότητα. Βλ. ΥΑ 129450/ΔΣ/8-10-2008, ΦΕΚ Β’ 2105/10.10.2008). Η χορηγούμενη άδεια έχει τριετή διάρκεια και είναι ανανεώσιμη εφόσον εξακολουθεί το κολλέγιο να πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις. Σε περιπτώσεις παράβασης του νόμου επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, υπό τη μορφή χρηματικών προστίμων (έως και 100.000 €) ή και με διακοπή της λειτουργίας και σφράγισης του κολλεγίου. Η κύρωση έχει τη μορφή απόφασης του Υπουργείου Παιδείας, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Αξιολόγησης και Ελέγχου Κολλεγίων.

Από το 1970 λειτουργούν στην Ελλάδα δύο αμερικάνικα κολλέγια (Deree στην Αθήνα και Anatolia στη Θεσσαλονίκη). Σήμερα υπάρχουν σε όλη τη χώρα 45 κολλέγια, με τα 18 να έχουν συνεργασία με ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, βρετανικά κυρίως, τα 6 με αμερικανικά και τα 21 να λειτουργούν δίχως συνεργασίες (κάποια από αυτά ωστόσο υποστηρίζουν εξ αποστάσεως προγράμματα σπουδών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων). Οι συνεργασίες εξαρτώνται από το καθεστώς λειτουργίας του αλλοδαπού πανεπιστημίου, τη νομοθεσία της χώρας-έδρας του πανεπιστημίου και τα ειδικά χαρακτηριστικά τόσο του πανεπιστημίου όσο και του κολλεγίου (μέγεθος, κύρος, μέθοδοι πιστοποίησης).

Εργαστήρια Ελευθέρων Σπουδών

Τα ΕΕΣ υπόκεινται στο νομοθετικό καθεστώς του ν.δ. 9/09.10.1935 (ΦΕΚ 451/1935), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το ν. 1966/1991 (ΦΕΚ Α’ 147/26.09.1991). Τα ΕΕΣ δεν υπάγονται στις ρυθμίσεις του ν. 3696/2008 για τα κολλέγια, αλλά υπόκεινται και αυτά σε έντονο κρατικό έλεγχο. Ωστόσο ο έλεγχος της πολιτείας αφορά την παραπλάνηση των καταναλωτών για το χαρακτήρα τους και τη χορήγηση στο πέρας των σπουδών βεβαιώσεις παρακολούθησης και όχι πτυχίων• αντίθετα δεν υπάρχει έλεγχος στο πρόγραμμα σπουδών τους. Τα ΕΕΣ απαγορεύεται να παραπλανούν για το χαρακτήρα τους, χρησιμοποιώντας όρους όπως πανεπιστήμιο, σχολή, ΤΕΙ, κολλέγιο, οργανισμός, ινστιτούτο ή ακαδημία. Έτσι η σημαντική διαφορά τους με τα κολλέγια είναι ότι τα εργαστήρια απαγορεύεται να παρέχουν ή να διαφημίζουν ότι παρέχουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες σε συνεργασία με ιδρύματα του εξωτερικού. Σήμερα στην Ελλάδα υπάρχουν 5.000 ΕΕΣ με τα μισά περίπου να παρέχουν υπηρεσίες εκμάθησης πληροφορικής.

Συνεργασίες με πανεπιστήμια του εξωτερικού

Τα κολλέγια είναι ο φορέας εκείνος που παρέχει υπηρεσίες εκπαίδευσης και κατάρτισης σε σύμπραξη με αναγνωρισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού. Η δύο νομικής φόρμες συνεργασίας που ακολουθούνται είναι η συμφωνία πιστοποίησης και η συνεργασία δικαιόχρησης.

Στη συμφωνία πιστοποίησης (validation) το κολλέγιο υποβάλλει πρόταση συνεργασίας για κάποιο ή κάποια τμήματα σπουδών του σε τριτοβάθμιο εκπαιδευτικό ίδρυμα της Αλλοδαπής. Το τελευταίο καλείται επίσης να προβεί σε επιθεωρησιακό έλεγχο των εγκαταστάσεων, του προσωπικού και του κανονισμού φοίτησης και άλλων διοικητικών, λειτουργικών και εκπαιδευτικών θεμάτων.

Η δικαιόχρηση (franchise) σημαίνει ότι και η πιστοποίηση. Υπάρχει όμως ο πρόσθετος όρος ότι τα προγράμματα σπουδών του κολλεγίου δεν θα προτείνονται από το κολλέγιο καθαυτό αλλά θα είναι ίδιο με εκείνο του αλλοδαπού πανεπιστημίου. Δηλαδή ένα πανεπιστήμιο σε ένα κράτος χορηγεί διπλώματα για σπουδές που πραγματοποιούνται σε ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα σε άλλο κράτος.

Υπάρχει και η διαδικασία που ακολουθούν τα συνεργαζόμενα με βρετανικά πανεπιστήμια κολλέγια. Τα κολλέγια πιστοποιούνται από βρετανικό οργανισμό πιστοποίησης και λειτουργίας σχολών. Ασφαλώς υπάρχει η βασική μορφή συνεργασίας validation ή franchise αλλά ακολουθείται η πιστοποίηση από το Βρετανικό Συμβούλιο Πιστοποίησης-BAC (British Accreditation Council for independent further and higher education). O BAC αναγνώρισε τα συνεργαζόμενα κολλέγια (υπάγονται σε έλεγχο από το 2001) ως ανεξάρτητα ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης το 2006. Τέλος υπάρχει άλλος ένας βρετανικός φορέας ελέγχου, η Επιτροπή Ποιοτικού Ελέγχου Ανώτερης Εκπαίδευσης-QAA (Quality Assurance Agency for higher education).

III. Νομικό πλαίσιο λειτουργίας Κολλεγίων

Νομοθετικό Πλαίσιο (ελληνικό-κοινοτικό)

Η συνταγματική επιταγή ορίζει ότι η ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα Δημοσίου δικαίου (αρθρ. 16 παρ. 5 Συντ.). Στο ίδιο άρθρο (16 παρ. 8 Συντ.) ορίζεται ότι το κράτος ασκεί έλεγχο και εποπτεία στην ίδρυση και λειτουργία των εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν σε αυτό. Ο ν. 1268/1982 (ΦΕΚ Α’ 87/16.07.1982, τροποπ. ο ν. 3549/2007) θεσπίζει κρατική υποχρέωση για παροχή ανώτατης παιδείας στους Έλληνες μέσω των ΑΕΙ, ανώτατη παιδεία τεχνολογικής κατεύθυνσης (ν. 3328/2005, ΦΕΚ Α’/01.04.2005) μέσω των ΤΕΙ και ότι γενικά η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από ΑΕΙ, ΤΕΙ που λειτουργούν στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή ως ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης.

Θεμελιώδης αρχή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας είναι η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και υπηρεσιών στην ΕΕ, που συνίσταται και στην ελευθερία εγκατάστασης και άσκησης επαγγέλματος σε κράτος-μέλος άλλο από αυτό που απέκτησαν τα επαγγελματικά προσόντα. Το άρθρο 53 της Συνθήκης ίδρυσης της Ευρωπαϊκή Κοινότητας (ΣΕΚ) προβλέπει έκδοση οδηγιών για αμοιβαία αναγνώριση διπλωμάτων, ενώ τα 149, 150 ΣΕΚ κατανέμουν εθνική αρμοδιότητα οργάνωσης του εκπαιδευτικού συστήματος (αρμοδιότητα των κρατών μελών). Στο δευτερογενές δίκαιο υπάρχει η βασική Οδηγία 89/48/ΕΟΚ/21.12.1988 του Συμβουλίου (ΕΕ L 19/6, 24.01.1989) περί αναγνώρισης των διπλωμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης τριετούς διάρκειας, η Οδηγία 2001/19/ΕΚ/14.05.2001 του Ευρ. Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 206, 31.07.2001) περί του συστήματος αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων και η Οδηγία 2005/36/ΕΚ/07.09.2005 του Ευρ. Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (EE L 255 255, 30.09.2006) περί της αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων. Η Οδηγία του 2005 δεν έχει ακόμα ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο. Από το σύνολο των παραπάνω κοινοτικών διατάξεων προκύπτει ότι οι Οδηγίες δεν υποχρεώνουν σε ακαδημαϊκή αναγνώριση των τίτλων σπουδών των κολλεγίων αλλά σε αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.

Ακαδημαϊκή Αναγνώριση

Η βεβαίωση και η διαπίστωση της ισοτιμίας ή αντιστοιχίας του τίτλου που απονέμει ομοταγές πανεπιστήμιο (δλδ το πανεπιστήμιο της αλλοδαπής που αναγνωρίζεται από τα αρμόδια όργανα της χώρας έδρας του, εφόσον πληροί τις ταχθείσεις προϋποθέσεις) της αλλοδαπής συνιστά την έννοια της ακαδημαϊκής αναγνώρισης. Ως τίτλος σπουδών νοείται κάθε πτυχίο ή δίπλωμα με το οποίο πιστοποιείται ότι ο κάτοχός του έχει ολοκληρώσει με επιτυχία πρόγραμμα σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης. Η ισοτιμία αφορά των αναγνώριση του τίτλου σπουδών ενώ η αντιστοιχία και ισοτιμία αναφέρεται επιπλέον στο πρόγραμμα σπουδών που ακολούθησε ο απόφοιτος σε σχέση με το αντίστοιχο ημεδαπό ΑΕΙ-ΤΕΙ. Η αναγνώριση των τίτλων σπουδών της αλλοδαπής στην Ελλάδα γίνεται από το ΝΠΔΔ Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ, διάδοχος του ΔΙΚΑΤΣΑ).

Τα πτυχία των ελληνικών κολλεγίων, όπως γίνεται αντιληπτό δεν αναγνωρίζονται ακαδημαϊκά ως ισότιμα ή ισότιμα και αντίστοιχα με τα πτυχία των ΑΕΙ και ΤΕΙ (αναλύεται παρακάτω). Όμως στη Βρετανία (όσον αφορά τα πτυχία των συνεργαζόμενων κολλεγίων με βρετανικά ιδρύματα) τα πτυχία αναγνωρίζονται από τον αντίστοιχο ΔΟΑΤΑΠ-NARIC (National Recognition and Information Council). Συνεπώς ο απόφοιτος κολλεγίου-συνεργαζόμενου με βρετανικό ίδρυμα έχει στη Βρετανία πλήρη επαγγελματικά αλλά και ακαδημαϊκά δικαιώματα με αποφοίτους βρετανικών πανεπιστημίων με σπουδές στη Βρετανία.

Επαγγελματική Αναγνώριση

Η επαγγελματική αναγνώριση συνίσταται στην αναγνώριση ενός διπλώματος που εκδίδεται σε ένα κράτος-μέλος της ΕΕ με στόχο να επιτρέψει στον κάτοχό του να ασκήσει σε άλλος κράτος-μέλος. Η Οδηγία 89/48/ΕΟΚ ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 165/2000 (ΦΕΚ Α’ 149/28.06.2000). Όμως το ΠΔ 165/2000 δεν τυγχάνει εφαρμογής σε όλα τα επαγγέλματα, εξαιρώντας όσα καλύπτονται από ειδικές Οδηγίες (γιατροί, φαρμακοποιοί, νοσηλευτές, αρχιτέκτονες). Αρμόδιο εθνικό όργανο είναι το Τμήμα Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων του Υπουργείου Παιδείας, ενώ λειτουργεί υπό το ΥΠΕΠΘ το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΑΕΙ-ΣΑΕΙΤΤΕ), το οποίο ασκεί αποφασιστική αρμοδιότητα επί της αναγνώρισης του δικαιώματος άσκησης επαγγέλματος στην Ελλάδα.

Το ΣΑΕΙ-ΣΑΕΙΤΤΕ δέχεται αίτηση αναγνώρισης των επαγγελματικών δικαιωμάτων του κατόχου του τίτλου. Εξετάζει προϋποθέσεις, όπως τουλάχιστον τριετείς σπουδές ή αναγνωρισμένο τριτοβάθμιο ίδρυμα στη χώρα πραγματοποίησης των σπουδών. Αντίστοιχο όργανο στον ΟΕΕΚ υπάρχει για την αναγνώριση τίτλων μέσης και κατώτερης τεχνικής επαγγελματικής σχολής του εξωτερικού.

Άρα προκύπτει ότι οι κάτοχοι τίτλων από κολλέγια, έχουν τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα για την πρόσβαση σε νομοθετικά κατοχυρωμένα επαγγέλματα με αποφοίτους των ΑΕΙ-ΤΕΙ. Δεν ισχύει το ίδιο για τα ακαδημαϊκά δικαιώματα. Αυτό σημαίνει πρακτικά, ότι ο απόφοιτος οικονομικών σπουδών ενός κολλεγίου μπορεί να εγγραφεί στο Οικονομικό Επιμελητήριο ως λογιστής, αλλά δε θα μπορεί να συμμετάσχει σε διαγωνισμούς του ΑΣΕΠ ως υποψήφιος πανεπιστημιακού επιπέδου. Η τάση όμως είναι σήμερα προς την κατεύθυνση και της ακαδημαϊκής αναγνώρισης των τίτλων σπουδών των κολλεγίων.

Νομολογία για αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων
(ελληνική-κοινοτική)

Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν εκδώσει πλήθος δικαστικών αποφάσεων επί αιτήσεων ακύρωσης, αφορούσες απορριπτικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του κράτους (ΔΟΑΤΑΠ και ΣΕΑΤΕΚ) για την αναγνώριση των τίτλων σπουδών. Έως σήμερα η νομολογία του ΣτΕ είναι κατά της αναγνώρισης ως ετών σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης των σπουδών που πραγματοποιήθηκαν σε τμήμα ή παράρτημα αλλοδαπού πανεπιστημίου στην Ελλάδα, εφόσον αυτό έχει τη νομική μορφή ιδιωτικού φροντιστηρίου ή ΕΕΣ (ΟλΣτΕ 2274/1990, ΤοΣ 1990, σελ. 617, ΟλΣτΕ 3457/1998, Αρμ 1999, σελ. 125). Ως προς την επαγγελματική αναγνώριση των τίτλων σπουδών, η νομολογία δέχεται τη λειτουργία των κολλεγίων, ως ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (ΟλΣτΕ 2287/2001, ΕλλΔνη 2002, τ. 43, σελ. 1179). Εκκρεμές παραμένει το ζήτημα της αναγνώρισης επαγγελματικών δικαιωμάτων από τίτλο αλλοδαπού ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου, που η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει ως πανεπιστήμιο (προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΚ ΣτΕ 778/2007, Αρμ 2007, σελ. 907). Νομολογία υπάρχει και στο ποινικό ζήτημα της εξαπάτησης σπουδαστή ως προς την κτήση αναγνωρισμένου πτυχίου με σπουδές στην Ελλάδα (ΕφΑθ 3819/2006, ΕλλΔνη 2006, τ. 47). Σημαντική, προς την κατεύθυνση της ακαδημαϊκής αναγνώρισης είναι και η υπόθεση IdEF κατά Ελληνικού Δημοσίου.

Το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την απόφασή του, C-274/05 Επιτροπή κατά Ελλάδας (ΕΕ C 129 της 09.06.2007), έκρινε πως η Ελλάδα παραβιάζει την Οδηγία 89/48/ΕΟΚ. Τούτο διότι δεν αναγνώριζε τα διπλώματα που χορήγησαν αρμόδιες Αρχές άλλου κράτος μέλους (στα πλαίσια συμφωνίας με ελληνικό ιδιωτικό ίδρυμα), ότι επέβαλε αντισταθμιστικά μέτρα, ότι το ΣΑΕΙΤΤΕ εξέταζε το αν το εκπαιδευτικό ίδρυμα απ’ το οποίο αποφοίτησε ο διπλωματούχος ανήκει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ότι δεν επέτρεψε τη μετάταξη δημοσίου υπαλλήλου σε κατηγορία εργαζομένων πανεπιστημιακού επιπέδου. Το ΔΕΚ έκρινε τέλος ότι η μέθοδος αναγνώρισης (που επιτρέπει η Οδηγία) δεν οδηγεί σε αυτόματη αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων. Όμως εφόσον αρμόδιες αρχές άλλου κράτους-μέλους έθεσαν προϋποθέσεις που τηρήθηκαν για τη χορήγηση διπλωμάτων, τότε τα διπλώματα που χορηγήθηκαν, μέσω franchise, από ελληνικό κολλέγιο δεν εντάσσονται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ως εκ τούτου κακώς η Ελλάδα δεν αναγνώρισε το χορηγηθέν δίπλωμα που πληροί τους όρους του εκπαιδευτικού συστήματος του κράτους-μέλους έδρας του συνεργαζόμενου πανεπιστημίου και έτσι παραβίασε την Οδηγία. Τέλος το ΔΕΚ έκρινε ότι το η ποιότητα της ελληνικής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης δεν κινδυνεύει από την αναγνώριση των διπλωμάτων, αφού η ποιότητα αυτών έγινε αποδεκτή από εκπαιδευτικό σύστημα άλλου κράτους-μέλους. Παρόμοιες αποφάσεις είναι οι Πέρος, C-141/04, Συλλογή 2005 και η Valentina Neri, C-153/02, Συλλογή 2006.

Νομολογιακή αναγνώριση ακαδημαϊκών δικαιωμάτων


Η απόφαση 17346/2008 ΔιοικΠρΑθ (τριμελές, 29ο τμήμα - α’ δημοσ. Nomos 17346/2008 ΔΠΡ ΑΘ 483215) είναι πολύ σημαντική καθώς διαφαίνεται η προοπτική ακαδημαϊκής ισοτιμίας των πτυχίων των ΑΕΙ-ΤΕΙ με τα διπλώματα των Κολλεγίων. Η υπόθεση αφορούσε την ηθική βλάβη που υπέστη το συμπράττον με το Δημόσιο Πανεπιστήμιο Paris 13 (Paris-Nord) ελληνικό Κολλέγιο εξαιτίας των παράνομων πράξεων του ΔΟΑΤΑΠ σε συνδυασμό με δηλώσεις του υπουργού Παιδείας. Στην υπόθεση γίνεται αναφορά στην απόφαση C-274/05 και το ΔιοικΠρΑθ κάνει δεκτά τα όσα έκρινε και το ΔΕΚ. Χαρακτηριστικά στην απόφαση γίνεται λόγος για τις σπουδές σε κολλέγιο και ότι: «οι σπουδές αυτές δεν κρίνεται ότι εντάσσονται στο σύστημα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας μας, ώστε να απαιτείται η πραγματοποίηση τους σε δημόσιες ανώτατες σχολές, αλλά στο σύστημα εκπαίδευσης του κράτους μέλους που χορηγεί τα διπλώματα, κατά τρόπο όμοιο σε όλους τους σπουδαστές του, ύστερα από ομοειδείς σπουδές, ανεξαρτήτως του τόπου πραγματοποίησης αυτών». Τέλος το δικαστήριο έκρινε ότι το Δημόσιο οφείλει να καταβάλει 20.000 € ως αποζημίωση για ηθική βλάβη του κολλεγίου. Η απόφαση IdEF αναμένεται να προσβληθεί με ένδικα μέσα καθώς η διακύβευσή της είναι αρκετά μεγάλη.

IV. Συμπεράσματα

Από όλα τα παραπάνω, τόσο στο πρώτο μέρος όσο και στο δεύτερο προκύπτει ότι τα κολλέγια είναι πλέον μια απτή πραγματικότητα και εν τοις πράγμασι και νομικά. Ο χαρακτήρας τους δεν επιτρέπει να θεωρηθούν στην Ελλάδα, ακαδημαϊκά, ως πανεπιστήμια. Όμως τα απονεμόμενα διπλώματα έχουν τη φύση επαγγελματικού προσόντος ισάξιου με τα πτυχία ΑΕΙ και ΤΕΙ. Ανοικτό βέβαια παραμένει το ζήτημα της ακαδημαϊκή αναγνώρισης των διπλωμάτων αυτών. Έτσι προκύπτει ότι το θέμα δε θα παραμείνει αδρανές αλλά θα εξακολουθεί να απασχολεί την ελληνική νομοθεσία και νομολογία, ασφαλώς δε πολύ περισσότερο την ελληνική κοινωνία.

Βιβλιογραφία

 Κωνσταντίνος Καρκανιάς, Κολλέγια ένας αναδυόμενος πόλος, εισήγ. σε επιστ. συνέδριο πανεπιστημίου Πατρών, θέμα: Επιστημονικός Διάλογος για την Ελληνική Εκπαίδευση, Αθήνα 28-30.11.2008.
 Παναγιώτης Πουλής, Εκπαιδευτικό Δίκαιο και Θεσμοί, γ’ εκδ., εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2006.
 Βασίλειος Σκουρής, Δίκαιο της Παιδείας, β’ εκδ., εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1995.
 Χάρης Ταγαράς, Η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων στην ΕΕ, εκδ. Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα-Κομοτηνή, 2002.
 Δικηγορικός Σύλλογος Αθήνας - Συνήγορος Καταναλωτή, Τα κέντρα μεταλυκειακής εκπαίδευσης (κολλέγια και ΕΕΣ), εκδ. ΔΣΑ-Συνηγ.Κατ., Αθήνα, 2009.

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης