ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

http://law-thessaloniki.blogspot.gr

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Πρακτικές Εισπρακτικών Εταιριών

Με αφορμή την πρόθεση του Υπουργείου Οικονομικών να αναθέσει σε εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών την αρμοδιότητα για την ενημέρωση σχετικά με είσπραξη φόρων και δημοσίων εσόδων, μου τέθηκαν τα παρακάτω ερωτήματα, που απαντούνται όπως παρακάτω:

Ερώτηση: Κατά πόσο είναι νόμιμο για μία τράπεζα να δίνει τα στοιχεία οφειλετών σε τρίτους; Εάν και εφόσον το κάνει, δε θα έπρεπε να ενημερώσει πρώτα τους ίδιους τους οφειλέτες για τη γνωστοποίηση των προσωπικών στοιχείων τους στις εταιρείες;
Απάντηση: O δανειστής μπορεί να δίνει στην εταιρία ενημέρωσης οφειλετών (εφεξής εεο) όσα στοιχεία της είναι απαραίτητα για την ενημέρωση του οφειλέτη, πάντα τηρώντας τις διατάξεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων του ν.2472/1997. Τα στοιχεία που δίδει ο δανειστής είναι μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία της εεο με τον οφειλέτη καθώς και το ύψος του οφειλόμενου ποσού κατά κεφάλαιο, τόκους, έξοδα. Δε θα πρέπει να δίδει πληροφορίες όπως η γενικότερη οικονομική του εικόνα, όπως λ.χ. προκύπτει -για τράπεζες- από κινήσεις λογαριασμού, στοιχεία στον τειρεσία, πληροφορίες του κατά τόπο υποκαταστήματος από την «αγορά», αλλά και για την οικογενειακή ή κοινωνική του κατάσταση. Ο δανειστής πριν μεταβιβάσει τα στοιχεία στην εεο είναι υποχρεωμένος να ενημερώσει τον οφειλέτη (ρητή υποχρέωση αρθρ. 11 παρ. 3 ν.2472/1997). Η εεο είναι υποχρεωμένη προτού ξεκινήσει την ενημέρωση στον οφειλέτη να τον ενημερώσει για την λήψη εντολής από το δανειστή προς την εεο. Μετά τη μεταβίβαση των στοιχείων, η εεο είναι υπεύθυνη για την ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων του οφειλέτη και απαγορεύεται ρητά η παραχώρησή τους σε κάθε τρίτο, ακόμα και θυγατρική της εεο. Ωστόσο οι δανειστές συχνά δίνουν και στοιχεία πέραν των όσων προβλέπει ο νόμος και ασφαλώς δεν ενημερώνουν για αυτό τους οφειλέτες.
Ερώτηση: Κατά πόσο είναι νόμιμο για μία τράπεζα να δίνει τα στοιχεία οφειλετών σε τρίτους; Εάν και εφόσον το κάνει, δε θα έπρεπε να ενημερώσει πρώτα τους ίδιους τους οφειλέτες για τη γνωστοποίηση των προσωπικών στοιχείων τους στις εταιρείες;
Απάντηση: Οι υπάλληλοι των εεο πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στην άσκηση των καθηκόντων τους, και προς τυπική εξασφάλιση αυτού, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Ουσιαστικά ο 3758/2009 εξομοιώνει τους κανόνες καλής συμπεριφοράς με το γνωστικό επίπεδο.. Η εεο θα πρέπει να καταρτίζει μέσω σεμιναρίων τους υπαλλήλους της. Στην πράξη βέβαια σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι στον 3γενή τομέα είναι απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης και σε όσα σεμινάρια συμμετέχουν, μόνο στους τύπους ενημερώνονται για τις υποχρεώσεις της εεο και τα δικαιώματα των οφειλετών• ουσιαστικά τους καταρτίζουν στο να γίνουν πιο «αποτελεσματικοί» στην είσπραξη των οφειλών.
Ο νόμος 3758/2009 είναι πολύ σαφής για τα όρια στην επικοινωνία της εεο με τον οφειλέτη. Τηλεφωνική όχληση ανά δύο ημέρες, ποτέ στο χώρο εργασίας (εκτός αν αυτός ο αριθμός είναι ο μοναδικός που έχει δηλωθεί από τον οφειλέτη), πάντα με εμφανή τον αριθμό που καλεί η εεο. Ο υπάλληλος ενημερώνει προτού κάθε άλλη συζήτηση για το ονοματεπώνυμό του, την εεο απ' την οποία καλεί, τη θέση του στην εεο, τα στοιχεία της εεο (τηλέφωνο, διεύθυνση, τκ, site, email ) καθώς και τον αριθμό μητρώου της εεο. Στο νόμο δεν αναφέρεται υποχρέωση ενημέρωσης από την εεο στον οφειλέτη, αφού αφενός μεν έχει ενημερωθεί ο οφειλέτης από το δανειστή, αφετέρου έχει μεσολαβήσει προγενέστερη ενημέρωση του οφειλέτη από την εεο για το ότι της ανατέθηκε εντολή ενημέρωσης από το δανειστή. Σε περιπτώσεις έγγραφης επικοινωνίας στην επιστολή αναγράφονται αναλυτικά τα πλήρη στοιχεία της εεο.
Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει η εεο να τηλεφωνεί ως ο δανειστής ή ως δικηγόρος του δανειστή. Σε καμία περίπτωση δε θα πρέπει να ασκεί ψυχολογική πίεση ή βία, απειλές (π.χ. θα χάσεις τη δουλειά σου, το μαγαζί σου), δε θα πρέπει να επικαλούνται λήψη παράνομου νομικού μέτρου (θα σου βγάλει η τράπεζα το σπίτι στο σφυρί -ενώ υπάρχει αναστολή πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας-, θα σου κάνει δικαστήρια -για καταχρηστικούς όρους ή ψιλά γράμματα- κ.λπ), δε θα πρέπει να προσβάλλονται οι οφειλέτες (π.χ. όταν έπαιρνες δάνεια ήταν καλά, όλα εδώ πληρώνονται κ.λπ) ή να δυσφημούνται (π.χ. ενημέρωση συγγενών οφειλέτη και έκθεσή του σε δυσμενή κοινωνικά σχόλια συγγενών-φίλων-γνωστών),
Στην πράξη, ο οφειλέτης δεν ενημερώνεται σχεδόν ποτέ από το δανειστή ή την εεο για την ανάθεση της εντολής στην εεο, αλλά το μαθαίνει με την πρώτη κλήση-όχληση. Επίσης συχνά δεν ενημερώνουν για την ύπαρξη της εεο, αφήνοντας τον οφειλέτη να νομίζει ότι του τηλεφωνεί η τράπεζα. Στην πρώτη περίοδο λειτουργίας των εεο (πριν και λίγο μετά την ισχύ του 3758/2009) υπήρξαν πολλές περιπτώσεις που η εεο εμφανιζόταν ως δικηγόρος.

Ερώτηση: Σε περίπτωση που η εταιρεία έχει καταγεγραμμένα λάθος στοιχεία και τηλεφωνεί σε άλλο πρόσωπο, τι μπορεί να κάνει το πρόσωπο εις βάρος του οποίου έχει γίνει το λάθος;
Απάντηση: Σε περίπτωση λάθους -εσκεμμένου ή μη (π.χ. όχληση των γονιών ή των παιδιών του οφειλέτη)- το «λάθος» πρόσωπο ενημερώνει άμεσα την εεο. Η εεο πρέπει να ενημερώσει το δανειστή και όχι ο ίδιος το «λάθος» πρόσωπο.

Ερώτηση: Έχει τύχει οφειλέτες να καταγγείλουν παρόμοια λάθη ή παραβίαση των προσωπικών τους δεδομένων από αυτές τις εταιρείες; Υπάρχουν ενδεικτικές περιπτώσεις;
Απάντηση: Θα αναφερθώ αρχικά από την πλευρά των οφειλετών, και έπειτα θα σας παραθέσω κάποιες «πρακτικές» των εεο.
Πρώτον, σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι ως άνω υποχρεώσεις των εεο ο οφειλέτης θα πρέπει να απευθυνθεί στη Γ.Γ. Καταναλωτή, ή στην κατά τόπο καταναλωτική οργάνωση ή στο δικηγόρο του.
Έπειτα, νεώτερες εξελίξεις στο θέμα είναι οι εξής:
Γενικά ο 3758/2009 δεν τηρείται παρά μόνο στα τυπικά του. Ναι μεν οι εεο τηρούν τις προϋποθέσεις του νόμου (υπάλληλοι, τηλεφωνικό κέντρο, εγγραφή στο Μητρώο και κυρίως 350.000 € μετοχικό κεφάλαιο σαν ΑΕ) ωστόσο πολύ εύκολα τον παρακάμπτουν. Η παράκαμψη έγκειται στο ότι λόγω της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και υπηρεσιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πολλές τράπεζες έχουν κάνει το εξής. Σε άλλες χώρες της Ε.Ε. επιτρέπεται η λειτουργία εισπρακτικών εταιριών. Οπότε οι τράπεζες ή οι εεο έχουν συστήσει θυγατρικές εταιρίες σε κάποιο άλλο κράτος της Ε.Ε. (συχνά στη Βρετανία ή στη Γερμανία). Η τράπεζα εκχωρεί (με την κοινή έννοια του αστικού δικαίου αρθρ. 455 ΑΚ) την απαίτησή της στην εισπρακτική εταιρία -είτε εισπρακτική της τράπεζας είτε ανεξάρτητη εισπρακτική- που εδρεύει σε άλλη χώρα της Ε.Ε. Η εισπρακτική στο κράτος της ΕΕ (ή και η ίδια η τράπεζα) έχει συστήσει μια δική της θυγατρική στην Ελλάδα σαν εεο. Η εισπρακτική της Ε.Ε. αναθέτει για λογαριασμό και κατ' εντολή της στην εεο όχι μόνο την ενημέρωση του οφειλέτη, αλλά την είσπραξη του ποσού. Έτσι παρακάμπτεται ο ν. 3758/2009 και μέσω αυτού του τριγώνου (τράπεζα-εισπρακτική στην ΕΕ-εεο) η εεο εισπράττει, κινούμενη στα όρια της νομιμότητας.
Διάδικος σε δίκη υπερχρεωμένων νοικοκυριών είχε μία οφειλή προς την Χ Τράπεζα. Η Χ εκχώρησε την απαίτησή της στη γερμανική εταιρία Ε GmbH. Παρά την υποχρέωση του 460 ΑΚ περί αναγγελίας-ενημέρωσης του οφειλέτη για την εκχώρηση, ο πελάτης μου ποτέ δεν έμαθε για την Ε GmbH. Πίστευε πως χρωστά στην Χ. Η Ε gmbh είχε εξουσιοδοτήσει την Χ αλλά και την ελληνική εεο Ε ΑΕ να ενημερώνουν τον πελάτη μου και να εισπράττουν για λογαριασμό της! Επομένως ενώ o διάδικος -που δεν ενημερώθηκε- είχε άγνοια όλων αυτών, η Ε ΑΕ εισέπραττε, παρά το ότι ως εεο δεν μπορεί, αφού εισέπραττε για λογαριασμό της E GmbH.
Αντίστοιχη υπόθεση διαδίκου, με χρέος στη Ψ τράπεζα από πιστωτική και καταναλωτικό, όπου η Ψ -και πάλι χωρίς αναγγελία- εκχώρησε την απαίτησή της όχι σε ανεξάρτητη εισπρακτική, αλλά σε θυγατρικές της, βρετανικές εταιρίες, τη K Ltd και τη D Ltd. H k και η d ανέθεταν στην «Ψ υπηρεσίες διαχείρισης απαιτήσεων» (η εεο της Ψ) την ενημέρωση και την είσπραξη των οφειλών για λογαριασμό και κατ' εντολή της k και d.
Συνεπώς, έτσι παρακάμπτεται η απαγόρευση είσπραξης και η εεο, γίνεται εισπρακτική. H πολιτεία αδυνατεί να σταματήσει τη δράση τους παρά το ότι το αρθρ. 9 παρ. 4 εδ. β' του ν. 3758/2009 το προβλέπει ρητά (απαγορεύεται η εκχώρηση από δανειστή ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων προς είσπραξη, είτε προς Εταιρίες Ενημέρωσης υπό την έννοια της παρ. 3 του αρθρ. 4 είτε προς οποιονδήποτε τρίτο) αφού οι δανειστές θα θέσουν θέμα παραβίασης του ενωσιακού δικαίου περί ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων και υπηρεσιών.

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Η πολιτική των βαλκανικών κρατών και το Κυπριακό 1974-1975

Δημοσιευμένο άρθρο στο περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τ. Ιουλίου 2011, σελ. 52-63

Το καλοκαίρι του 1974 αποτέλεσε τομή για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Τα γεγονότα της Κύπρου διαμόρφωσαν σημαντικά τις επιλογές της ελληνικής διπλωματίας. Αμεση προτεραιότητα ήταν η αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής και η αποφυγή του ελληνοτουρκικού πολέμου. Προκειμένου η Ελλάδα να ενισχύσει τη διεθνή της θέση, προχώρησε σε αναθεώρηση της πολιτικής της, στρεφόμενη στη σύσφιξη των σχέσεών της με τα βαλκανικά κράτη. Για τον σκοπό αυτό, ενισχύθηκαν οι σχέσεις με τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Η κίνηση αυτή έφερε αποτελέσματα, αφού τα βαλκανικά κράτη τάχθηκαν άμεσα ή έμμεσα υπέρ της Ελλάδας – στάση που τήρησαν και κατά το ελληνικό «βαλκανικό άνοιγμα», το 1975.
Κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η ελληνική εξωτερική πολιτική έκανε μια σαφή στροφή προς την κατεύθυνση της άμεσης βελτίωσης των σχέσεων με τα βαλκανικά κράτη, στα πλαίσια μιας νέας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Αυτή η νέα πολιτική εκφράστηκε με την επιδίωξη για άμεση ένταξη στην ΕΟΚ, την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, τις επαφές με την Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και βέβαια τη νέα βαλκανική πολιτική. Το έτος 1974 αποτέλεσε τομή στην ελληνική εξωτερική πολιτική και για έναν επιπλέον λόγο: τότε μεταβλήθηκε πλήρως το ελληνικό αμυντικό δόγμα, καθώς ο κίνδυνος προερχόταν πλέον από την ανατολή και όχι από τον βορρά. Κυρίαρχη πεποίθηση στην Ελλάδα ήταν ότι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο προοιωνιζόταν μια υπαρκτή και όχι δυνητική απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Βέβαια, η βελτίωση των σχέσεων της Ελλάδας με τα βαλκανικά κράτη, παρότι είχε τον χαρακτήρα «κλεισίματος μετώπου» ή αντίβαρου, ώστε να αντιμετωπιστούν οι τουρκικές προκλήσεις, δεν ήταν ο μοναδικός στόχος της Ελλάδας. Η προσέγγιση της Ελλάδας με τα σοσιαλιστικά κράτη των Βαλκανίων είχε ως πολιτική πράξη και έναν αυτόνομο χαρακτήρα. Αλλωστε, η διεθνής συγκυρία ευνοούσε το βαλκανικό άνοιγμα, αφού η οικονομική ύφεση είχε μειώσει την ένταση ανάμεσα στους δύο μεγάλους συνασπισμούς. Την ίδια στιγμή, η Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1 Αυγούστου 1975), η οποία λειτούργησε προς την κατεύθυνση της προσέγγισης των δύο αντίπαλων κόσμων, έπαιξε καίριο ρόλο για τη νέα βαλκανική πολιτική της Ελλάδας, τόσο σε διμερές όσο και σε πολυμερές επίπεδο, αφού η νέα αυτή πολιτική θεωρείτο ως η υλοποίηση του πνεύματος του Ελσίνκι στον περιφερειακό-βαλκανικό χώρο.
Ετσι, από τα τέλη του 1974 και κατά τις αρχές του 1975, Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία συμφώνησαν να απομακρύνουν στρατεύματα από τα κοινά τους σύνορα, προκειμένου να τα προωθήσουν σε άλλα σημεία της μεθορίου τους –όπου υπήρχαν μεγαλύτερες ανάγκες– διατηρώντας μόνο μικρές φρουρές για τη συνήθη φύλαξη των συνόρων. Ταυτόχρονα, η Γιουγκοσλαβία εγκαλούσε την Τουρκία για την εισβολή στην Κύπρο και για το ότι οι τουρκικές ενέργειες έθεταν σε κίνδυνο την ειρήνη στην περιοχή. Αντίστοιχα, και η Βουλγαρία παρείχε, μετά τη συνάντηση Ζίβκοφ-Καραμανλή τον Ιούνιο του 1975, πλήρη εγγύηση για το απαραβίαστο των ελληνικών συνόρων. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι ακόμα και νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής και της αλλαγής της εξουσίας στην Ελλάδα, η στάση των βαλκανικών κρατών ήταν ενδεικτική του θετικού κλίματος στις σχέσεις τους με την Ελλάδα.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Η γιουγκοσλαβική πολιτική
Σημαντική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ανέπτυξε η Γιουγκοσλαβία, λόγω των καλών σχέσεων που διατηρούσε με την Κύπρο, αφού και οι δύο χώρες συμμετείχαν στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Το γεγονός της συμπάθειας του Τίτο προς τον Μακάριο, σε συνδυασμό με την όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, οδήγησε τη Γιουγκοσλαβία, αρχικά, να λάβει αμέσως μετά το πραξικόπημα του Σαμψών θετική στάση υπέρ της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, πριν τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας δικαιολόγησε την τουρκική εισβολή και, ταυτόχρονα, υποστήριξε την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο.
Η γιουγκοσλαβική στάση άλλαξε μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα. Στο εξής, το Βελιγράδι θα τασσόταν υπέρ της ακεραιότητας, της ανεξαρτησίας και της συνταγματικής νομιμότητας της Κύπρου. Ακόμα, υποστήριξε την ανάγκη άμεσης και πιστής εφαρμογής των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (1). Ωστόσο, επιφυλάξεις διατήρησε η Γιουγκοσλαβία για τη Δήλωση της Διάσκεψης της Γενεύης (2), κατά τη διάρκεια των τριμερών (Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο) διαπραγματεύσεων μεταξύ 25 και 30 Ιουλίου 1974. Το Βελιγράδι θεωρούσε πως οι τρεις χώρες δρομολογούσαν λύση του Κυπριακού ευνοϊκή για το ΝΑΤΟ και ότι ίσως στη Διάσκεψη της Γενεύης υπήρξε συμπαιγνία και συναλλαγή μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων (3).
Ακολούθως, σημαντική για την ενίσχυση των ελληνικών θέσεων ήταν η επίσκεψη του Μίλος Μίνιτς, αντιπροέδρου του Ομοσπονδιακού Εκτελεστικού Συμβουλίου (κυβέρνησης) και υπουργού Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας, στην Αθήνα. Στις 17 Αυγούστου 1974 ακολούθησε επίσκεψη και στην Αγκυρα και ενημέρωση και της τουρκικής ηγεσίας. Η επίσκεψη δεν είχε προγραμματιστεί αλλά πραγματοποιήθηκε εκτάκτως με πρωτοβουλία του Τίτο. Ο Μίνιτς μετέφερε μήνυμα του Γιουγκοσλάβου ηγέτη προς τον Καραμανλή, πρωθυπουργό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν και με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη και με τον υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Μαύρο.
Στο μήνυμά του ο Τίτο καταδίκασε ρητά τόσο το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου όσο και την τουρκική εισβολή, αναφέροντας ότι: «η Κυβέρνηση και οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας κατεδίκασαν αυτή την ανάμιξη (συνεπεία του στρατιωτικού πραξικοπήματος) στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, μιας φιλικής χώρας που ακολουθεί αδέσμευτη πολιτική […] Επισύραμε την προσοχή της παλαιάς ελληνικής Κυβερνήσεως στο γεγονός ότι αναλαμβάνει όλη την ευθύνη για τις συνέπειες […] Ταχθήκαμε υπέρ της άμεσου καταπαύσεως της ξένης επεμβάσεως, υπέρ της αποχωρήσεως των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και υπέρ της αυστηρής εφαρμογής της αποφάσεως 353 του Σ.Α. του ΟΗΕ».
Ο Τίτο προχώρησε στη συγκεκριμένη κίνηση ως ηγετική μορφή του Κινήματος των Αδέσμευτων, μέλος της οποίας ήταν και η Κύπρος: «Οι αδέσμευτες χώρες, που είδαν στην παραβίαση της ανεξαρτησίας της Κύπρου και μίαν επίθεσην κατά της πολιτικής της μη-δεσμεύσεως γενικά, εξέφρασαν σαφώς και επανειλημμένως, ιδίως στην δήλωσή τους, της Νέας Υόρκης στις 6 Αυγούστου, την κοινή τους θέση σχετικά με την κατάσταση στην Κύπρο […] Χώρα γειτονική και αδέσμευτη η Γιουγκοσλαβία ενδιαφέρεται έντονα να βρεθή μια λύση στην σοβαρή κατάσταση που δημιουργήθηκε σχετικά με την Κύπρο».
Η στάση της Γιουγκοσλαβίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως θετική για τις ελληνικές θέσεις, παρά τις αρχικές επικρίσεις ενάντια στη Χούντα. Καταρχάς, αποκαταστάθηκαν οι διαταραγμένες διμερείς σχέσεις κατά την προηγούμενη διετία, λόγω της πολιτικής της δικτατορίας. Επιπλέον, οι απόψεις του Τίτο ήταν ταυτόσημες με τις απόψεις της ελληνικής Κυβέρνησης, ως προς την επίλυση της κρίσης του Κυπριακού. Ως αφετηρία της γιουγκοσλαβικής πολιτικής, ο Τίτο διακήρυσσε «μια Κύπρο ενιαία, κυρίαρχη ανεξάρτητη» και ζητούσε να τερματιστεί η «ξένη ανάμιξη». Επίσης, δεσμευόταν για βοήθεια στην Κύπρο, άρα και για υποστήριξη των ελληνικών θέσεων στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών, θεωρώντας ότι «ο ΟΗΕ καλείται να παίξη στο θέμα αυτό ένα ρόλο αναντικατάστατο» (4). Πράγματι, η υιοθέτηση του ψηφίσματος 3212 στις 11 Νοεμβρίου 1974 (5) από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αποφασίστηκε κατόπιν πρότασης και σχετικής κινητοποίησης των Αδέσμευτων χωρών. Τέλος, η χείρα φιλίας που έτεινε ο Τίτο, λειτούργησε και ως ευκαιρία για την Ελλάδα να βρει συμπαραστάτες στις Αδέσμευτες χώρες υπέρ των θέσεών της στο Κυπριακό.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός των γιουγκοσλαβικών ανησυχιών για ενδεχόμενη επίκληση από την Αθήνα του Τριμερούς Συμφώνου Γιουγκοσλαβίας-Ελλάδας-Τουρκίας του 1954. Το Τριμερές Σύμφωνο είχε εικοσαετή διάρκεια και τυπικά έληγε στις 7 Αυγούστου 1974. Παρότι αυτό είχε καταστεί προ πολλού «νεκρό γράμμα», κανένα από τα τρία μέρη δεν είχε καταγγείλει το Σύμφωνο (6). Το γεγονός αυτό ανησυχούσε τη γιουγκοσλαβική ηγεσία για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η χώρας τους σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη και κατά πόσον είχε αυτή νομική υποχρέωση να παρέμβει υπέρ κάποιου από τα δύο άλλα μέρη. Εντέλει, κατά τις επισκέψεις του σε Αθήνα και Αγκυρα ο Μίνιτς δήλωσε πως η Γιουγκοσλαβία και τυπικά αποχωρεί από το Τριμερές Σύμφωνο.
Επίσης, ενδιαφέρουσα ήταν και η στάση του Κύπριου ηγέτη, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Σε συνάντηση που είχε με τον υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Μαύρο στη Γενεύη, τον Σεπτέμβριο του 1974, κατέστη σαφής η θέση του Μακαρίου υπέρ της συνεργασίας με τον Τίτο. Πιο συγκεκριμένα, ο Μακάριος υπολόγιζε στην υποστήριξη που του παρείχε το Κίνημα των Αδέσμευτων. Ετσι, εξέφρασε την επιθυμία του να επισκεφθεί το Κάιρο, το Αλγέρι και το Βελιγράδι. Σκοπός του ήταν η κινητοποίηση των Αδέσμευτων χωρών, ώστε να ενισχυθούν οι κυπριακές θέσεις για τη λύση του προβλήματος (7).

Η βουλγαρική στάση
Οταν ξέσπασε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, η Βουλγαρία το καταδίκασε έντονα, τονίζοντας δε πως αναγνώριζε ως νόμιμη κυβέρνηση αυτή του ανατραπέντος Μακαρίου. Μάλιστα, η Βουλγαρία ήταν μεταξύ των χωρών που ζήτησε στα Ηνωμένα Εθνη τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας και επέμενε στην αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Κύπρο. Μετά την έναρξη του Αττίλα Β’, η Βουλγαρία καταδίκασε έντονα την τουρκική στάση και τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας του νησιού. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι δέχθηκε για εργασία στο έδαφός της 5.000 Κύπριους πρόσφυγες. Επειτα από την πτώση της δικτατορίας και την άνοδο στην εξουσία της κυβέρνησης Καραμανλή, η Βουλγαρία συνέπλευσε με τις ελληνικές θέσεις. Μάλιστα, ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών Δημήτριος Μπίτσιος (που είχε αντικαταστήσει τον παραιτηθέντα Γεώργιο Μαύρο από τις 17 Οκτωβρίου 1974), είχε επαφές στη Σόφια τόσο με τον πρόεδρο του Συμβουλίου του Κράτους Τοντόρ Ζίβκοφ όσο και με τον υπουργό Εξωτερικών Πέταρ Μλαντένοφ. Σε αυτές τις συναντήσεις τονίστηκε ρητά εκ μέρους της Βουλγαρίας η αντίθεσή της στη διχοτόμηση της Κύπρου και η υποστήριξη στην ειρηνική συνύπαρξη στα Βαλκάνια.

Η στάση της Ρουμανίας
Την ίδια θετική για την Ελλάδα στάση στο Κυπριακό τήρησε και η Ρουμανία. Μόλις στις 2 Σεπτεμβρίου 1974, ο Μαλίτσα, ειδικός απεσταλμένος της κυβέρνησης Τσαουσέσκου, επισκεπτόμενος την Αθήνα μετέφερε στον Καραμανλή μήνυμα του Ρουμάνου ηγέτη για μεσολάβηση προς την Τουρκία, ώστε το Κυπριακό να λυθεί εντός των πλαισίων του ΟΗΕ και με σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της Κύπρου. Ταυτόχρονα η ρουμανική Κυβέρνηση προσκαλούσε επίσημα τον Καραμανλή να επισκεφθεί το Βουκουρέστι. Στην απάντησή του ο Ελληνας πρωθυπουργός, αποδεχόμενος την πρόσκληση να επισκεφτεί τη Ρουμανία, επιβεβαίωσε τις καλές ελληνορουμανικές σχέσεις, εκφράζοντας την επιθυμία για περαιτέρω βελτίωση. Επίσης, πρότεινε στη βαλκανική χώρα να πιέσει την Τουρκία για το Κυπριακό τόσο στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών όσο και σε διμερές επίπεδο. Ο Μαλίτσα συναντήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1974 και με την τουρκική ηγεσία στην Αγκυρα, όπου επισήμανε την αντίθεση των λόγων των Τούρκων με τις θέσεις τους στη συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ (8).

ΤΟ «ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΑΝΟΙΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Οι ελληνορουμανικές επαφές
Στις 26-27 Μαΐου 1975, ο Καραμανλής πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Βουκουρέστι Το απόγευμα της 26ης Μαΐου οι Καραμανλής και Τσαουσέσκου είχαν συνάντηση στην οποία συζήτησαν εκτενώς ζητήματα διμερών σχέσεων και γενικότερης εξωτερικής πολιτικής. Ευχαριστώντας τη Ρουμανία για τη στήριξη στο Κυπριακό, ο Καραμανλής συνέδεσε την ανάγκη επίλυσης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων, ούτως ώστε να μην υπάρξουν «επικίνδυνες εξελίξεις» στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο, με την ανάπτυξη διμερούς και πολυμερούς βαλκανικής συνεργασίας.
Ως προς το Κυπριακό, ο Ρουμάνος ηγέτης δήλωσε ότι η χώρα του υποστηρίζει την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από το νησί και τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ουδετερότητας της Κύπρου. Ο Τσαουσέσκου στην ανάλυσή του για το Κυπριακό αρχικά έριξε το βάρος της ευθύνης για την έναρξη των γεγονότων στη δικτατορική Ελλάδα που επιχείρησε να ανατρέψει το Μακάριο, άποψη που είχαν εκφράσει και τα άλλα βαλκανικά κράτη. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τον Καραμανλή να του απευθύνει ερώτημα ως προς το εάν θεωρούσε η Ρουμανία δικαιολογημένη την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, λαμβάνοντας την απάντηση πως δεν δικαιολογείται ούτε η τουρκική εισβολή, ούτε και η προσπάθεια ανατροπής του Μακαρίου. Ο Ρουμάνος ηγέτης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στους κινδύνους για τα Βαλκάνια από μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση και στο γεγονός ότι θα επιθυμούσε τη συμμετοχή και άλλων βαλκανικών κρατών στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στο Κυπριακό (9).
Oι ρουμανικές πρωτοβουλίες για την επίλυση του Κυπριακού συνεχίστηκαν και το 1975. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκεόργκε Μακοβέσκου έλαβε πρωτοβουλία για να συγκληθεί συνδιάσκεψη των βαλκανικών και μεσογειακών κρατών με σκοπό τη δημιουργία πλαισίου για την εξεύρεση λύσης του Κυπριακού. Προς το σκοπό αυτό, κινήθηκε μέσω των Ηνωμένων Εθνών και ήρθε σε επαφή με άλλους υπουργούς Εξωτερικών, δίχως όμως να υπάρξει απτό αποτέλεσμα. Τέλος, έμμεσα και ο ίδιος ο Τσαουσέσκου έθεσε το ζήτημα της Κύπρου στον Αμερικανό Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου τον Αύγουστο του 1975 στο Βουκουρέστι. Σε ερώτημά του σχετικά με την άποψη των ΗΠΑ για τις ξένες επεμβάσεις σε άλλες χώρες, ο Φορντ απάντησε γενικόλογα πως οι ΗΠΑ «καλωσορίζουν την αληθινή ειρήνη στην Ευρώπη» (10).

Η Συνάντηση Καραμανλή-Τίτο
Στις 4-5 Ιουνίου 1975 ο Ελληνας πρωθυπουργός επισκέφθηκε επίσημα τη Γιουγκοσλαβία. Στις αρχικές επαφές μεταξύ του προέδρου της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης Τζεμάλ Μπίγιεντιτς και Καραμανλή, ο Γιουγκοσλάβος αξιωματούχος έθεσε προς συζήτηση τα θέματα που ενδιέφεραν περισσότερο τη χώρα του. Αυτά ήταν η διεθνής οικονομική κρίση της εποχής, η πολιτική της Υφεσης και των Αδέσμευτων χωρών, οι εξελίξεις για τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ), το Κυπριακό, το Μεσανατολικό και η Βαλκανική Συνεργασία. Στη συνέχεια παρατέθηκαν οι ελληνικές απόψεις για το Κυπριακό και τις αξιώσεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, με τον Καραμανλή να αναφέρει πως υπολογίζει και στη συμπαράσταση της Γιουγκοσλαβίας (11) Την επόμενη ημέρα, 5 Ιουνίου 1975, ο Καραμανλής είχε συνεργασία με τον πρόεδρο Τίτο. Αφού η ελληνική πλευρά προέβη σε επισκόπηση των συνομιλιών της προηγούμενης ημέρας, αναφέρθηκε στο Κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά, ζητώντας τη συμπαράσταση της Γιουγκοσλαβίας και του Τίτο, ως ηγέτη «με παγκόσμιο κύρος, ιδία μεταξύ του κόσμου των Αδέσμευτων» (12). Τέλος, και στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε μετά τη λήξη της επίσημης επίσκεψης Καραμανλή στη Γιουγκοσλαβία, γινόταν αναφορά στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Οι ελληνοβουλγαρικές συνομιλίες
Από τις 2 έως τις 4 Ιουλίου 1975, ο Καραμανλής είχε επίσημες συναντήσεις με τη βουλγαρική ηγεσία στη Σόφια. Την ελληνική αντιπροσωπεία υποδέχτηκαν ο πρωθυπουργός Στάνκο Τοντόροφ και o υπουργός Εξωτερικών Πέταρ Μλαντένοφ, στις 4 Ιουλίου 1975. Την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Καραμανλή και του Ζίβκοφ, αρχικά κατ’ ιδίαν και έπειτα παρουσία των υπουργών που τους συνόδευαν. Εκεί η ελληνική πλευρά έθεσε εκτενώς το θέμα του Κυπριακού.
Ο Βούλγαρος πρόεδρος αναφέρθηκε και στη στάση της χώρας του κατά την κρίση του Κυπριακού, αναφέροντας πως η Βουλγαρία δεν εκμεταλλευόταν για ιδιοτελείς σκοπούς δυσκολίες στις σχέσεις άλλων χωρών, παρότι «μας εγένεντο προτάσεις ως και προσπάθειαι να μας επιβληθούν κινήσεις, αλλά ημείς ουδέν επράξαμεν δυνάμενον να βλάψη την Ελλάδα». Ενόψει του ιδιαίτερα σοβαρού υπαινιγμού του Ζίβκοφ, ο Καραμανλής τον ρώτησε εάν οι προτάσεις αυτές είχαν γίνει από την Τουρκία. Ο Βούλγαρος πρόεδρος απάντησε αρνητικά, αλλά διευκρίνισε πως εννοούσε πολιτική επέμβαση και όχι στρατιωτική, προσθέτοντας πως δεν είχε σημασία από ποιον προερχόταν η προτροπή.
Σε συνέχεια των συζητήσεων για το Κυπριακό, έγινε σαφής η τάση της Βουλγαρίας να εναρμονιστεί με τη σοβιετική πολιτική. Ως εκ τούτου, ο Ζίβκοφ τάχθηκε υπέρ μιας αποστρατιωτικοποιημένης Κύπρου και κατά του ενδεχομένου (για το οποίο ο Καραμανλής τον διαβεβαίωσε πως δεν ίσχυε) να μετατραπεί το νησί σε νατοϊκή βάση. Στις 4 Ιουλίου 1975 οι δύο ηγέτες είχαν εκ νέου συνάντηση στην οποία συζήτησαν διμερή και βαλκανικά θέματα. Αναφορά έγινε και πάλι από την ελληνική πλευρά στο Κυπριακό. Ο Βούλγαρος ηγέτης εκδήλωσε ενδιαφέρον να προωθήσει, εάν και η Ελλάδα συμφωνούσε, τη σύγκληση μιας ευρύτερης διάσκεψης για λύση του Κυπριακού, σε περίπτωση που δεν απέδιδαν οι διακοινοτικές συνομιλίες. Επίσης, προθυμοποιήθηκε να μεταφέρει, ως βουλγαρικές, τις ελληνικές απόψεις για το Κυπριακό στον Τούρκο πρωθυπουργό που θα συναντούσε για τα εγκαίνια κοινού έργου. Μάλιστα, στο σημείο αυτό φάνηκαν και οι διαφορές μεταξύ Βουλγαρίας και Ρουμανίας, με τον Ζίβκοφ να μέμφεται τον Τσαουσέσκου για έλλειψη βαρύτητας των αντίστοιχων πρωτοβουλιών της ρουμανικής πλευράς, λέγοντας χαρακτηριστικά πως: «ο Ρουμάνος πρόεδρος Τσαουσέσκου …ευκόλως υπόσχεται πολλά» (13).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Συνοψίζοντας τη θέση των βαλκανικών κρατών στο Κυπριακό, αυτή εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα. Ασφαλώς, τα κίνητρα των βαλκανικών χωρών διέφεραν από τα ελληνικά. Η Γιουγκοσλαβία, ως ενεργό μέλος του Κινήματος των Αδέσμευτων, στήριζε το Μακάριο, ενώ τόσο η ίδια όσο και η Ρουμανία και η Βουλγαρία, εκφράζοντας –κυρίως η τελευταία– τη σοβιετική άποψη για το Κυπριακό, τάσσονταν εναντίον ενδεχόμενης «νατοποίησης» της Κύπρου. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι στις ψηφοφορίες στον ΟΗΕ, ενώ οι δυτικοί σύμμαχοι της Ελλάδας –με εξαίρεση τη Γαλλία– είτε απείχαν είτε καταψήφιζαν τις ελληνικές θέσεις για το Κυπριακό, οι βαλκανικές και αδέσμευτες χώρες τις υπερψήφιζαν και λάμβαναν πρωτοβουλίες θετικές για τις ελληνικές επιδιώξεις. Τέλος, οι πρωτοβουλίες που θέλησαν να αναπτύξουν αρχικά η Ρουμανία και, έπειτα, η Βουλγαρία για σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για το Κυπριακό, παρότι φαίνονταν να ανταποκρίνονται στις ελληνικές θέσεις, θεωρήθηκε ότι υπέκρυπταν σοβιετικές φιλοδοξίες για επιρροή στην Κύπρο. Συνεπώς, ήταν βέβαιο ότι θα συναντούσαν τις δυτικές αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα η Αθήνα να μην συνταχθεί με τις πρωτοβουλίες αυτές, επιμένοντας στις διαδικασίες μέσω του ΟΗΕ.
Η βαλκανική πολιτική της Ελλάδας και το σκέλος της ως προς το Κυπριακό δεν ήταν παροδική ή καιροσκοπική. Αντίθετα, αποτελούσε προέκταση της περισσότερο αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής, η οποία είχε ως σκοπό την ενίσχυση της χώρας στον διεθνή στίβο και συνδυαζόταν με την προσπάθεια ένταξης στην ΕΟΚ και τις επαφές με τον αραβικό κόσμο. Συνεπώς, ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα του βαλκανικού ανοίγματος ήταν και η αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας στην Κύπρο. Γενικά, πάντως, η στάση των βαλκανικών χωρών μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική για τα ελληνικά συμφέροντα και, παρότι δεν απέτρεψε τις δυσμενείς εξελίξεις στην Κύπρο, βοήθησε την Ελλάδα να ενισχύσει τη διεθνή θέση της τη διετία 1974-1975.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. UN Security Council Resolution 353 (1974), 1781 συνάντηση στις 20 Ιουλίου 1974 και Security Council Resolution 367 (1975), 12 Μαρτίου 1975 και General Assembly resolution 3212(XXIX), 1 Νοεμβρίου 1974.
2. Με αυτή συμφωνήθηκε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, να δημιουργηθεί ζώνη ασφαλείας γύρω από την περιοχή που ήλεγχαν τα τουρκικά στρατεύματα και να ελαττωθούν βαθμιαία οι αντίπαλες ένοπλες δυνάμεις.
3. Κ.Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος Καραμανλής: αρχείο, γεγονότα και κείμενα, τ. 8, εκδ. ΙΔΚ, Αθήνα 2005, σ. 104-105.
4. Αρχείο Καραμανλή, φ. 2Β, Ι. Μπροζ Τίτο προς Κ. Καραμανλή, 17 Αυγούστου 1974 (επ. μτφρ.).
5. Το ψήφισμα τασσόταν, μεταξύ άλλων, υπέρ της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, καλούσε τα ξένα στρατεύματα να αποχωρήσουν από το νησί και υπενθύμιζε την ανάγκη επιστροφής των προσφύγων. Βλ. A/RES/3212(XXIX).
6. Το άρθρο 6 του συμφώνου έκανε λόγο για ακύρωσή του εάν ένα από τα μετέχοντα μέρη κατήγγελλε το σύμφωνο ένα χρόνο πριν τη λήξη της εικοσαετίας, ειδάλλως το σύμφωνο εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι κάποιο από τα μέρη να το ακυρώσει.
7. Αρχείο Καραμανλή, φ. 2Β, σημείωμα περί συνομιλιών κ. αντιπροέδρου Κυβερνήσεως και υπουργού Εξωτερικών κατά τας επισκέψεις τους εις Παρισίους και Βόννην.
8. Αρχείο Καραμανλή, φ. 2Β, συνομιλία του Ρουμάνου ειδικού απεσταλμένου υπουργού κ. Μαλίτσα μετά του προέδρου της Κυβερνήσεως κ. Καραμανλή και του αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως και υπουργού Εξωτερικών κ. Μαύρου, 2 Σεπτεμβρίου 1974.
9. Αρχείο Καραμανλή, φ. 50Β, πρακτικά ελληνορουμανικών συνομιλιών επ’ ευκαιρία της επισήμου επισκέψεως εις Βουκουρέστιον του πρωθυπουργού.
10. Memorandum of Conversation, August 2-3, 1975, President Ford/Secretary Kissinger/President Ceauşescu. Embassy of the USA Bucharest, 8 August 1975.
11. Αρχείο Καραμανλή, φ. 50Β, πρακτικά συνομιλίας κ.κ. πρωθυπουργών Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, εν Μπλέντ, την 4ην Ιουνίου 1975.
12. Αρχείο Καραμανλή, φ. 50Β πρακτικόν συνομιλίας μεταξύ στρατάρχου Τίτο και Α.Ε. κ. προέδρου Κυβερνήσεως την 5ην Ιουνίου 1975.
13. Αρχείο Καραμανλη, φ. 50Β, πρακτικά ελληνοβουλγαρικών συνομιλιών επ’ ευκαιρία της επισήμου επισκέψεως εις Σόφιαν του πρωθυπουργού κ. Κ. Καραμανλή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτογενείς πηγές
(1) Αρχείο Καραμανλή
(2) Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο
(3) Geraldrfordfoundation.org
(4) Official Documents System of the United Nations
(5) Sl.Stankovic, THE CYPRUS CRISIS AND THE BALKAN PACT, 19.08.1974, Open Society Archive, RADIO FREE EUROPE Research, folder, 115-2-199
(6) Εφημ. Το Βήμα, φύλλο 26ης Μαΐου 1975

Δευτερογενείς πηγές
(1) Στ. Αλειφαντής: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, 1974-1981, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1987.
(2) Σ. Βαλντέν: ΠΑΡΑΤΑΙΡΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ, ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ (1967-1974), εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009.
(3) Κ. Σβολόπουλος: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ, 1974-1981, εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1987.
(4) Κ. Σβολόπουλος: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ -ΑΡΧΕΙΟ, ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ, τ. 8, εκδ. ΙΔΚ, Αθήνα 2005.
(5) Δ.Μπίτσιος: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, εκδ. Εστία, Αθήνα 1983.
(6) M.Leighton: GRECO-TURKISH FRICTION: CHANGING BALANCE IN EASTERN MEDITERRANEAN, Conflict Studies Institute for the Study of Conflict, 1979, no. 109,
(7) Γ.Μηλιός και Τ. Κυπριανίδης: «ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ. ΜΕΡΟΣ Δ’ (1974 - 1977)», περιοδ. Θέσεις, τχ. 29, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1989.
(8) T. Veremis: GREEK SECURITY: ISSUES AND POLITICS, Adelphi papers, no. 179, 1982.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Η αναπροσαρμογή μισθώματος εμπορικού καταστήματος (σχολιασμός δικαστικής απόφασης)

Εισαγωγή

Πριν ένα μήνα δημοσιεύτηκε η με αρ. 49/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου [1], με την οποία μειώθηκε κατά ποσοστό 20% το καταβαλλόμενο ενοίκιο από εμπορικά καταστήματα. Η απόφαση αυτή είναι σημαντική και εντάσσεται σε σειρά δικαστικών αποφάσεων που πραγματεύονταν το ζήτημα της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων. Η αναπροσαρμογή του ενοικίου προς τα κάτω είναι απότοκο της κακής οικονομικής κατάστασης, η οποία πλήττει ιδιαίτερα τον κλάδο του εμπορίου, ενώ για πρώτη φορά -δικαστικά- τα αποτελέσματα της δημοσιονομικής κρίσης εμφανίζονται να επηρεάζουν τόσο τις μισθωτικές σχέσεις των ιδιωτών.

Σύντομο ιστορικό

Ενάγουσα ήταν ανώνυμη εταιρία που μίσθωνε δύο ισόγεια με ανώγειο καταστήματα στη συμβολή των οδών Ερμού και Κ. Καρτάλη στο κέντρο του Βόλου, εμβαδού 88,50 τ.μ. και 45,42 τ.μ. καθαρών, με σκοπό την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων. Η μίσθωση έγινε κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας που διενήργησε υπηρεσία της Περιφέρειας Θεσσαλίας, όπου η ενάγουσα προσέφερε τον Ιούλιο του 2009 μισθώματα 8.500 € και 4.500 € για καθένα των καταστημάτων (αρκετά παραπάνω από την ελάχιστη προσφορά που κυμαινόταν με βάση την προκήρυξη σε 3.200 € και 2.000 €). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής, αρχίζοντας το Σεπτέμβριο του 2009 και λήγοντας το Σεπτέμβριο του 2018. Στη νομική διαμάχη ενεπλάκη και το Δημοσίου, αφού η αγωγή επιδόθηκε και στον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντα εποπτεία επί καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Η ετήσια προσαύξηση των μηνιαίων μισθωμάτων οριζόταν από τη σύμβαση σε ποσοστό 5%.
Η εταιρία εμπορίας ενδυμάτων, από την αρχή του 2010 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και κατόπιν ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη των καταστημάτων, κατέθεσε τον Ιούνιο του 2010 αγωγή σε βάρος του με σκοπό την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων σε ποσό 5.100 και 2.700 € σε καθένα από τα καταστήματα. Επικαλέστηκε ως λόγους για το αίτημά της αυτό απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών αλλά και συγκεκριμένες οικονομικές, νομισματικές και λοιπές συνθήκες που επικράτησαν στην Ελλάδα από τις αρχές του 2010. Ως τέτοιες εξειδίκευσε την εγχώρια οικονομική κρίση, που οδήγησε σε δημοσιονομικό δανεισμό, τη μείωση των αποδοχών των μισθωτών κατά ποσοστό 30%, την έλλειψη ρευστού χρήματος, και την αύξηση της ανεργίας. Όλα αυτά θεωρούσε πως είχαν περαιτέρω επιπτώσεις και στο δείκτη πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο, με επακόλουθο την παραπέρα μείωση του τζίρου της επιχείρησης.

Νομική βάση

Το άρθρο 7 παρ. 4 του προεδρικού διατάγματος 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων προβλέπει σε περίπτωση αναπροσαρμογής του μισθώματος την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ. Στο τελευταίο τίθενται οι προϋποθέσεις ώστε ένας εκ των συμβαλλόμενων -εν προκειμένω ο μισθωτής- να μπορεί να μεταβάλει την διαμορφωθείσα κατάσταση μέσω της δικαστικής διόρθωσης του ποσού που πρέπει να καταβάλει και να το επαναφέρει στο μέτρο που αρμόζει. Αυτές είναι η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της μίσθωσης• η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της σύναψης της μίσθωσης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η καταβολή του μισθώματος -με βάση όσα του παρέχονταν από τα ενοικιαζόμενα καταστήματα - να καθίσταται υπέρμετρα ασύμφορη για αυτόν [3].
Σε περίπτωση που δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η απρόοπτη και ανυπαίτια μεταβολής των συνθηκών, μπορεί ο μισθωτής να επικαλεστεί την εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ. Δηλαδή όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές [4].
Κρίσιμη είναι η έννοια της εμμονής του εκμισθωτή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων. Η έμμονη σε αυτή την περίπτωση έχει κριθεί πως είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Συνεπώς πρέπει να λάβει χώρα αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, που να αίρεται η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών. Έτσι παρακάμπτεται η ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία όμως δεν εξαλείφεται• αντίθετα συνεκτιμάται από τον εφαρμοστή του νόμου, όπως και έγινε με τη με αρ. 49/2011 ΜΠρΒολ [5].
Νομολογιακά έχει ήδη κριθεί πως γεγονότα που στοιχειοθετούν δυνατότητα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι εκείνα τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.α. Σε αυτά όμως δεν εντάσσονται οι αυξομειώσεις των εισπράξεων μιας επιχείρησης, οι αυξήσεις της αξίας του ακίνητου από την υποτίμηση του νομίσματος και τις παρεπόμενες αυξήσεις του κόστους ζωής, οι αυξήσεις της αξίας του ακινήτου οι οποίες οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων [6]. Συνεπώς για να τύχει εφαρμογής η αναπροσαρμογή του μισθώματος, θα πρέπει ο μισθωτής -αν καταβάλλει το συμφωνημένο ενοίκιο- να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε έκτακτα και απρόοπτα• δηλαδή αυτή δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθεί υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες, ο δε εκμισθωτής να ωφελείται υπέρμετρα, σε βάρος του μισθωτή, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί [7].
Τέλος σημαντικό είναι να τονιστεί πως σε περίπτωση αναπροσαρμογής του μισθώματος, το ύψος του τελευταίου ισχύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο ορίζει το Δικαστήριο. Έπειτα επανέρχεται στο προ της αναπροσαρμογής ύψος (αρκεί να μην εξακολουθούν να υφίστανται οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν στη μείωση) ενώ και η συμφωνία περί προσαύξησής του στην αρχική σύμβαση, παραμένει σε ισχύ [8].

Λόγοι αναπροσαρμογής του μισθώματος

Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι η μισθωτική αξία του μισθωμένου ακινήτου, η μεγάλη ή μικρή προσφορά καταστημάτων στην ίδια περιοχή της αυτής περίπου έκτασης, θέσης και χρήσης. Απαιτείται η αναφορά επακριβώς στο ύψος της μείωσης της μισθωτικής αξίας του ακινήτου και η παράθεση συγκριτικών στοιχείων και η σχέση αυτών με το σε κάθε περίπτωση μισθωμένο ακίνητο [9].
Συμπληρωματικά με τα αμέσως παραπάνω, η 49/2011 ΜΠρΒολ, δέχεται ως προσδιοριστικά στοιχεία για την αναπροσαρμογή του μισθώματος στην την ουσιώδη μεταβολή των ειδικών οικονομικών συνθηκών που υπήρχαν κατά την κατάρτιση της μίσθωσης και, ειδικότερα, τη σημαντική μείωση του τιμάριθμου και του ατομικού εισοδήματος, την ευρύτητα της επαγγελματικής στέγης, που έχει ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, και τη ζημία του μισθωτή, η οποία υπερβαίνει τον κίνδυνο που εκείνος ανέλαβε με τη σύμβαση.

Η σημερινή οικονομική κρίση ως λόγος μείωσης του μισθώματος

Η συνεισφορά της σχολιαζόμενης απόφασης στο ζήτημα της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων είναι ότι, αυτή στηρίζει τη μείωση του ενοικίου σε λόγους που απορρέουν από την οικονομική κρίση που πλήττει τα τελευταία δύο χρόνια την Ελλάδα [10]. Έτσι η απόφαση επικαλείται τη σημαντική μείωση των αποδοχών των μισθωτών ύψους έως και 30%, ενώ θεωρεί πως σημαντική επίπτωση στη μίσθωση έχει επέλθει από την καταφυγή της Ελλάδας προκειμένου να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές ανάγκες της στον Προσωρινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.
Επιπρόσθετα απρόβλεπτα γεγονότα κατά το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης ήταν η μείωση των αποδοχών και το κλείσιμο των επιχειρήσεων με την απώλεια πολλών θέσεων εργασίας. Τα παραπάνω απορρέουν από την οικονομική αστάθεια της χώρας και τις συναφείς οικονομικές συναλλαγές και δεν νοούνται ως συνήθη γεγονότα κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων. Προκειμένου να ενισχύσει τη δικαιοδοτική του κρίση το Δικαστήριο επικαλείται στοιχεία όπως την υποχώρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, τις επιδεινούμενες σχετικές προβλέψεις της παραγωγής και των Ελλήνων καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους, ενώ τονίζει το χάσμα των τιμών επί των ως άνω δεικτών σε σχέση με τον τρέχοντα μέσο όρο σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ευρωζώνης.
Επιπλέον στην απόφασή του το Δικαστήριο κάνει λόγο για την όλο και μειούμενη εμπορική κίνηση και ζήτηση ακινήτων για επαγγελματική στέγη στο κέντρο του Βόλου, αλλά και για την ύπαρξη χωρίς μίσθωση καταστημάτων στην πιο εμπορική περιοχή της πόλης. Τέλος υπάρχει συγκριτική ανασκόπηση μισθωμάτων και των μειώσεων -από 11% έως 25%- που μεσολάβησαν σε άλλα εμπορικά καταστήματα αλλά και δημόσια κτίρια σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Συμπεράσματα

Το ζήτημα της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων είναι παλιό, αλλά σήμερα τίθεται σε νέα βάση, λόγω της άσχημης οικονομικής συγκυρίας. Ο νόμος και οι εφαρμοστές του έχουν θέσει το γενικό πλαίσιο που προστατεύει τα μέρη μίας σύμβασης. Η μείωση του μισθώματος, είναι ένα γεγονός που απασχολεί αρκετούς στον εμπορικό κόσμο, αλλά και άλλους σε περιπτώσεις αστικών μισθώσεων. Η απόφαση με αρ. 49/2011 ΜΠρΒόλου δεχόμενη σε πολλά την αγωγή του εμπόρου έρχεται να διατυπώσει νομικά αυτό που εδώ και δύο χρόνια βιώνει τόσο το κράτος όσο και οι πολίτες και προβαίνει στη ρύθμιση των μισθωτικών διαφορών• αυτό αποτελεί την καινοτομία της και ίσως αποτελέσει τον οδηγό για αντίστοιχες περιπτώσεις. Καταληκτικά οι πληροφορίες για 1.600 εκκρεμείς αγωγές αναπροσαρμογής μισθώματος [11] είναι ανησυχητικές για τη διατάραξη των μισθωτικών σχέσεων και το θέμα της δημοσιονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της στα ενοίκια μάλλον δε θα μείνει αδρανές.

Υποσημειώσεις:

[1] Αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, προσβάσιμη στην ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
[2] Τα παραπάνω δέχτηκε και η 1464/2009 ΑΠ, δημοσ. σε Αρμενόπουλο (Αρμ) 2010 σελ. 668, η οποία αναίρεσε απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και αφορούσε την προς τα πάνω αναπροσαρμογή μισθώματος καταστήματος σε κεντρική οδό των Γιαννιτσών.
[3] ΟλΑΠ 9/1997, δημοσ. σε Ελληνική Δικαιοσύνη (ΕλλΔνη) τ. 38, σελ. 767.
[4] Όμοια η ΕφΠειρ 48/2010, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΔΣΑ.
[5] ΑΠ 1171/2004, δημοσ. σε Nomos, 364357.
[6] ΕφΘεσ 2678/2006, δημοσιευμένη σε Αρμ 2007, σελ. 1168
[7] ΕφΠειρ 337/1995 δημοσ. σε ΕλλΔνη 36 σελ. 1614
[8] ΑΠ 2166/2009 δημοσ. σε ΕΔικΠολ 2010, σελ. 254
[9] Όμοια και η ΜΠΑθ 1658/2010, δημοσ. σε Αρμ. 2011 σελ. 43.
[10]Δελτίο Τύπου Εμπορικού Συλλόγου Ν. Σερρών, 17 Αυγούστου 2011.

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Η πτώχευση εμπόρου λόγω επαπειλούμενης αδυναμίας πληρωμών

Ο έμπορος που ευρίσκεται σε αδυναμία να ανταποκριθεί στις εμπορικές του υποχρεώσεις, μπορεί να δηλώσει την αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών, την παύση πληρωμών και να αιτηθεί την κήρυξή του σε πτώχευση εξαιτίας επαπειλούμενης αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών και οφειλών του.

Προϋπόθεση για την κήρυξη εμπόρου σε κατάσταση πτώχευσης αποτελεί το να περιέλθει αυτός σε κατάσταση παύσης πληρωμών ληξιπρόθεσμων εμπορικών χρεών του. Για την ύπαρξη της παραπάνω κατάστασης απαιτείται μόνιμη (όχι από παροδική αιτία) και γενική (δηλαδή έναντι του κοινού) αδυναμία αντιμετώπισης των χρεών του, η οποία είναι δυνατόν να υπάρχει και επί μη πληρωμής ενός μόνο χρέους, τέτοιας όμως σημασίας και σοβαρότητας, ώστε αυτή (μη πληρωμή) να αποτελεί έναντι του κοινού κλονισμό της εμπορικής πίστης ως εμπόρου και πραγματική αδυναμία συνέχισης της εμπορίας του (Ρόκας, Πτωχευτικό Δίκαιο, παρ. 1,12, Αναστασιάδης, Εμπορικό Δίκαιο, τ. Γ` 4381 επ., ΑΠ 533/1993 ΕλΔ 35,1362, ΕφΠειρ 200/1998 ΕλΔ 39, 929, ΕφΑθ 2555/1997 ΝοΒ 46,64).
Επαπειλούμενη αδυναμία (αρθρ. 3 παρ. 2 ΠτΚ) είναι αντικειμενική προϋπόθεση για την κήρυξη της πτώχευσης και συντρέχει μόνο για την περίπτωση που ο ίδιος ο οφειλέτης, χωρίς να έχει περιέλθει σε παύση πληρωμών, ζητεί να κηρυχθεί σε πτώχευση. Η επαπειλούμενη αδυναμία αποβλέπει στη δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης της επερχόμενης αδυναμίας εκπλήρωσης και της συνακόλουθης έγκαιρης λήψης εξυγιαντικών μέτρων, ώστε να υπάρχουν αντίστοιχα καλύτερες προϋποθέσεις επιβίωσης.

Έτσι στην επαπειλούμενη παύση πληρωμών γίνεται λόγος για «μη ρευστότητα διαστήματος-χρόνου», με την έννοια ότι στηρίζεται σε μία πρόγνωση για μόνιμη αρνητική ρευστότητα. Αυτή περιλαμβάνει τα πρώιμα χρονικά στάδια που διαφαίνεται η οικονομική κρίση της επιχείρησης, χωρίς απαραίτητα αυτό να τεκμαίρεται από σχετική κατάσταση ταμειακών ροών. Η επαπειλούμενη αδυναμία σκοπό έχει να προβλεφθεί η επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του οφειλέτη, κρίσιμο είναι το τρέχον έτος, κατά το οποίο υποβάλλεται η σχετική αίτηση, καθώς και το επόμενο οικονομικό έτος. Τέλος για τη συνδρομή της επαπειλούμενης αδυναμίας απαιτείται να ληφθεί υπόψη η όλη εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης (206/2009 ΠΠΑθ ΔΕΕ 2009/592, ΧΡΙΔ 2009/458 καθώς και σε Λ. Koτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 7η έκδοση, έτος 2008, παρ. 9 σελ. 146, Α.Ν. Ρόκα, Η επαπειλούμενη αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων ως νέος λόγος κήρυξης της πτώχευσης, ΔΕΕ 6/2008, 670 επ.)

Σε συνδυασμό με την προγενέστερη ρύθμιση (αρθρ. 525 παρ. 1 ΕμπΝ) και την ερμηνεία της νέας (αρθρ.3 παρ.2 ΠτΚ) δέον όπως γίνει δεκτό –βάση της κρατούσας άποψης- ότι το δικαστήριο δεν εξετάζει αν υπάρχει πραγματική αδυναμία πληρωμών και ότι η δήλωση και μόνο του εμπόρου συνιστά αυτοτελή λόγο για την κήρυξη της πτώχευσής του (Ν.Ρόκας, Στοιχεία Πτωχευτικού Δικαίου, εκδ. 1994, σελ. 13, Κ. Μπέης, Πολιτική Δικονομία – εκούσια δικαιοδοσία – Γενικό Μέρος, εκδ. 1991, σελ. 1179) καθώς ο οφειλέτης/έμπορος είναι εκείνος που γνωρίζει καλύτερα την οικονομική του κατάσταση, κυρίως όταν δεν έχει εξωτερικευθεί με παύση πληρωμών (Λ.Κοτσίρης, σελ. 148). Συνεπώς αρκεί και μόνο η πιθανολόγηση ότι ο οφειλέτης δε θα είναι δυνατό να εκπληρώσει τις υπάρχουσες χρηματικές υποχρεώσεις του, κατά το χρόνο που θα καταστούν αυτές ληξιπρόθεσμες, και αφού ληφθούν υπόψη οι ενδεχόμενες μελλοντικές υποχρεώσεις και οι αναμενόμενες εισπράξεις.

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Παραίτηση στρατιωτικού που έχει λάβει υποτροφία από το στράτευμα

1. Μου ζητήθηκε να εκφέρω γνώμη και να απαντήσω στο κάτωθι ερώτημα: «Η Α είναι Αξιωματικός και εργάζεται ως νοσηλεύτρια στο Ναυτικό Νοσοκομείο .... . Ανήκει στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις από το 199.. (τα τέσσερα πρώτα χρόνια φοιτούσε στη στρατιωτική νοσηλευτική, επίσης για 4 μήνες μετέβη στο εξωτερικό στα πλαίσια νατοϊκών ασκήσεων). Από το 201.., βρίσκεται στο εξωτερικό όπου πραγματοποιεί μεταπτυχιακές σπουδές μέχρι σήμερα. Για την κάλυψη των διδάκτρων έλαβε από το Πολεμικό Ναυτικό το ποσό των 0.000,00 Ευρώ καθώς και μισθό/αποζημίωση εξωτερικού. Αυτά που θα ήθελα να ρωτήσω είναι τα εξής: Αν θελήσει να υποβάλει την παραίτησή της στο Πολεμικό Ναυτικό σήμερα, ποιες είναι οι υποχρεώσεις της προς αυτό. Ή διαφορετικά ποιος είναι ο ελάχιστος χρόνος που απαιτείται να παραμείνει στο ελληνικό ναυτικό ώστε να μην έχει καμιά υποχρέωση όσον αφορά τις δαπάνες εκπαίδευσης εξωτερικού».

Έννοια παραίτησης

2. Προκειμένου να λυθεί η έννομη σχέση που συνδέει την Α με τις Ένοπλες Δυνάμεις είναι δυνατή η υποβολή παραίτησης. Εφαρμογής τυγχάνουν οι γενικές διατάξεις του διοικητικού-υπαλληλικού δικαίου ως γενικό δίκαιο και ως ειδικότερες κάθε νομοθετική διάταξη που αφορά τους ένστολους, τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και ειδικά τους Αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού. Επομένως ως παραίτηση νοείται η διαδικασία κατά την οποία κάποιος δημόσιος λειτουργός, υπάλληλος ή στρατιωτικός υποβάλλει εγγράφως, χωρίς πρόσθετους όρους (αιρέσεις, όρους ή προθεσμίες) και εκφράζει τη βούλησή του να πάψει η έννομη σχέση μεταξύ αυτού και του Δημοσίου ή των Ενόπλων Δυνάμεων (Α.Ι.Τάχος, Δημόσιο Υπαλληλικό Δίκαιο, τ.2, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσ/νίκη, 1996, σελ. 294. Δεν είναι υποχρεωτική η αναφορά στην παραίτηση των παραγωγικών αιτίων της βούλησης του Αξιωματικού, και έτσι η μη αναγραφή τους δε συνεπάγεται μη κώλυμα αποδοχής της παραίτησης (ΣτΕ 910/1989, δημοσ. σε ΘΕ ΣτΕ-191/1989, σελ. 1281).

Ελάχιστο παραμονής στις Ένοπλες Δυνάμεις

3. Στο άρθρο 64 παρ. 1 του Ν.Δ. 1400/1973 (ΦΕΚ Α’/114/1973) γίνεται λόγος για υποχρεωτική παραμονή στο Στράτευμα των μονίμων Αξιωματικών. Το περί ου ο λόγος άρθρο τυγχάνει εφαρμογής σε κάθε Αξιωματικό των Ενόπλων Δυνάμεων και άρα στα στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού. Η υποχρεωτική παραμονή δε συνεπάγεται την αδυναμία υποβολής παραίτησης προτού τη λήξη του ελάχιστου χρόνου παραμονής. Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται για τις υποχρεώσεις του Αξιωματικού, όταν αυτός παραιτείται πριν την εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεών του.

3.1 Έτσι συνεπάγεται ότι είναι δεκτή η παραίτηση που υποβάλλεται προτού τη λήξη των ελάχιστων χρονικών διαστημάτων υπηρέτησης. Τα ελάχιστα αυτά διαστήματα για την περίπτωση Αξιωματικών που αποστέλλονται από την υπηρεσία τους στο εξωτερικό για εκπαίδευση για περίοδο μεγαλύτερη των έξι ανέρχονται στο διπλάσιο του χρόνου φοίτησης, σε καμία όμως περίπτωση λιγότερο από δύο έτη (σε αυτή την ενότητα εντάσσονται οι νατοϊκές ασκήσεις).

3.2 Σε άλλη κατηγορία υπάγονται οι Αξιωματικοί που λαμβάνουν εκπαιδευτική άδεια για το εσωτερικό ή το εξωτερικό για χρόνο μεγαλύτερο των έξι μηνών. Αυτοί αναλαμβάνουν υποχρέωση παραμονής στις Ε.Δ. για χρόνο διπλάσιο του χρόνου της άδειας και των τυχόν παρατάσεων αυτής.

3.3 Ειδικότερη ρύθμιση, η οποία τυγχάνει εφαρμογή στην υπό κρίση περίπτωση, υπάρχει στο νόμο για τους Αξιωματικούς του Υγειονομικού Σώματος (δεν έχει σημασία εάν πρόκειται για Στρατό Ξηράς, Πολεμική Αεροπορία ή Πολεμικό Ναυτικό), που αποκτούν με μέριμνα της υπηρεσίας εξειδίκευση (στην έννοια της εξειδίκευσης υπάγονται και οι μεταπτυχιακές σπουδές). Αυτοί αναλαμβάνουν υποχρέωση παραμονής στις Ε.Δ. για πέντε χρόνια, τα οποία αρχίζουν από τη λήξη των σπουδών, ανεξαρτήτως της λήξης πτυχίου ή μη (αρθρ. 6 και 7 Ν.Δ. 1400/1973).

Διαδικασία παραίτησης - Υποχρεώσεις Αξιωματικού

4. Ως προς την ακολουθούμενη διαδικασία προβλέπεται ότι η παραίτηση του Αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού υποβάλλεται ως ατομική ιεραρχική υπηρεσιακή αναφορά. Αυτή δέον όπως είναι λακωνική, σύντομη, ακριβής, σαφής, και διατυπωμένη με τον οφειλόμενο προς τον ανώτερο σεβασμό. Δεν φέρει προσαγόρευση αλλά αρχίζει με την λέξη «αναφέρεται». Το διοικητικό όργανο στο οποίο απευθύνεται οφείλει να απαντήσει το συντομότερο στον αναφερόμενο με χρονικό όριο της 10 ημέρες. Εάν ατομική αναφορά μείνει αναπάντητη πέραν του ως άνω χρόνου, ο αναφερόμενος έχει δικαίωμα εκ νέου υποβολής της, και σε τυχόν μη απάντηση εντός του 10ημέρου από της λήψης της νέας αναφοράς του, έχει δικαίωμα να παρακάμψει την ιεραρχία και να υποβάλει την αναφορά στον προϊστάμενο του αμέσως ανωτέρου κλιμακίου Διοίκησης (αρθρ. 1804 παρ. 2,3,6,8, Π.Δ. 210/1993, ΦΕΚ Α’/89/1993).

4.1 Σε περίπτωση που αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού υποβάλλει την παραίτησή του, προτού τη λήξη του χρονικού διαστήματος που υποχρεούται να εκπληρώσει της ανειλημμένες υποχρεώσεις του τυγχάνει εφαρμογής το νέο νομοθετικό καθεστώς. Έτσι όσοι Αξιωματικοί του Π.Ν. εξέρχονται από το στράτευμα λόγω παραίτησης έχουν την υποχρέωση καταβολής υπέρ του Δημοσίου αποζημίωσης ίση με το γινόμενο του συνόλου των εκκαθαρισμένων πραγματικών αποδοχών του κατεχόμενου βαθμού επί τους υπολειπόμενους μήνες υποχρέωσης παραμονής στο στράτευμα.

4.2 Στη περίπτωση δε όσων παραιτούνται τους πριν από την εκπλήρωση των ανειλημμένων υποχρεώσεων τους και έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό υποχρεούνται να καταβάλουν εκτός από την ανωτέρω αποζημίωση και τη δαπάνη της Εκπαίδευσης τους (αρθρ. 33 εδ. α’, γ’ Ν. 3883/2010 ΦΕΚ Α’/167/24.9.2010).

Επί του πρακτέου

5. Κατόπιν όλων των παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη του νομοθετικού πλαισίου η απάντησή μου στο ερώτημα είναι ότι: η Α μπορεί να υποβάλει την παραίτησή της από το Πολεμικό Ναυτικό. Η διαδικασία που θα ακολουθηθεί είναι η απλή υποβολή μίας αίτησης, απευθυνόμενης προς τον ιεραρχικά ανώτερό της (λ.χ. το γραφείο προσωπικού ή το Διοικητή). Η αίτηση μπορεί να είναι λακωνική. Εάν η Α επιθυμεί να προβάλει λόγους που την οδήγησαν στην παραίτηση θα πρέπει να υποβάλει αρχικά ιδιαίτερη αναφορά, η οποία θα τύχει εξέτασης εντός άνετου χρονικού διαστήματος και ακολούθως θα υποβληθεί η παραίτηση, επί της οποίας θα πρέπει να λάβει απάντηση εντός 10 ημερών.

5.1 Στην περίπτωση αυτή, η Α –ως υγειονομικό προσωπικού του Π.Ν.- θα υποχρεωθεί, εάν δεν έχει συμπληρώσει 5 χρόνια από τη λήξη των μεταπτυχιακών σπουδών (δεν τα έχει συμπληρώσει αφού και σήμερα σπουδάζει) να επιστρέψει το ποσό της υποτροφίας και να καταβάλει αποζημίωση προς το Δημόσιο ίση με το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού των καθαρών μηνιαίων αποδοχών επί τους μήνες που απέμειναν (από την πενταετία).

5.2 Σε περίπτωση που η Α προχωρήσει στην παραίτηση δίχως άμεση καταβολή των ποσών (επιστροφή μισθών και υποτροφίας) τότε αυτά θα βεβαιωθούν ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια ΔΟΥ και είτε θα επιδιωχθεί η αναγκαστική είσπραξή τους είτε θα παρακρατηθούν από την τυχόν επιστροφή φόρου.

Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ως πιστωτής στη διαδικασία των υπερχρεωμένων νοικοκυριών.

Κατόπιν υποβολής των παρατηρήσεων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων (εφεξής ΤΠΔ), σε υπόθεση που βρίσκεται σε εξέλιξη υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου ενώπιον Ειρηνοδικείου, τέθηκε το ζήτημα της ένταξης του ΤΠΔ στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010. Επ’ αυτού παρατίθενται οι παρακάτω νομικές σκέψεις.
Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με παρατηρήσεις του που κατέθεσε στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου, υποστήριζε εσφαλμένα πως οι διατάξεις του Ν. 3869/2010 δεν εφαρμόζονται επί των απαιτήσεών του. Τούτο όμως είναι εσφαλμένο και ο κάθε οφειλέτης οφείλει να το αρνηθεί.
Ειδικότερα το ΤΠΔ παρότι ΝΠΔΔ χορηγεί στεγαστικά δάνεια, με όρους ίδιους με αυτούς των εμπορικών τραπεζών (η σύγκριση του επιτοκίου του ΤΠΔ με τα τρέχοντα σταθερά επιτόκια των εμπορικών τραπεζών οδηγεί στο συμπέρασμα πως τα νούμερα είναι ίδια). Εξασφαλίζεται εμπραγμάτως με τον ίδιο ακριβώς τρόπου που εξασφαλίζονται και οι εμπορικές τράπεζες. Σε περίπτωση μη τήρησης των όρων της σύμβασης από το δανειολήπτη ενεργεί ακριβώς όπως και οι λοιπές εμπορικές τράπεζες.
Επιπλέον από πουθενά –νομικά ή λογικά- δεν προκύπτει ότι οφειλές των ιδιωτών προς το ΤΠΔ δεν εντάσσονται στις ρυθμίσεις για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά, αφού ρητά και περιοριστικά απαριθμημένα από τη ρύθμιση εξαιρούνται μόνο διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόροι και τέλη προς Δημόσιο, ΟΤΑ, ΝΠΔΔ και ασφαλιστικούς φορείς. Συνεπώς οι οφειλές προς το ΤΠΔ, παρότι αυτό είναι ΝΠΔΔ, δεν εντάσσονται στις εξαιρούμενες οφειλές.
Επιπρόσθετα το ΤΠΔ στις παρατηρήσεις του επικαλείται τις διατάξεις ενός «πολυνομοσχεδίου» που μεταξύ πολλών άλλων ρυθμίσεων αναφέρεται σε θέματα του ΤΠΔ (αρθρ. 25 ν. 3867/2010). Σε τίποτα όμως ο ένας νόμος (3867/2010) δεν επηρεάζει πόσο μάλλον αποκλείει την εφαρμογή του άλλου νόμου (3869/2010). Η επίκληση δε του ν. 3867/2010 είναι τουλάχιστον ατυχής αφού στο άρθρο 25 αυτού δίνεται η δυνατότητα στο ΤΠΔ να προβαίνει σε χορήγηση δανείων για αποπληρωμή στεγαστικών δανείων που λήφθησαν από άλλη τράπεζα (εδ. γ’ αρθρ. 25 ν. 3867/2010) . Τούτο συνεπάγεται την πλήρη εξομοίωση του ΤΠΔ με τις εμπορικές τράπεζες, αφού η ως άνω τακτική της «συγκέντρωσης δανείων» ή «αναχρηματοδότησης δανείων» αποτελεί πάγια τακτική κάθε άλλης εμπορικής τράπεζας.
Τέλος το γεγονός ότι το ΤΠΔ δε διαφέρει σε τίποτα από μια οποιαδήποτε εμπορική τράπεζα –άρα και οι οφειλές προς αυτό εξομοιώνονται με αυτές προς κάθε άλλη τράπεζα- αποδεικνύεται από το εξής. Εναρμονιζόμενος ο νομοθέτης προς την κατεύθυνση της αποσαφήνισης του ρόλου του ΤΠΔ προτίθεται –σύμφωνα με πολύ πρόσφατες επίσημες δηλώσεις του υπουργού Οικονομικών, κου. Γ.Παπακωνσταντίνου- να προβεί στη «διάσπαση» του ΤΠΔ σε δύο κλάδους, με τον έναν να έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας εμπορικής τράπεζας (συνενωμένος με την Αγροτική Τράπεζα ή το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο). Κατά τον τρόπο αυτό θα επιβεβαιωθεί και τύποις η σημερινή υφιστάμενη πραγματικότητα που οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως οι οφειλές από στεγαστικά δάνεια στο ΤΠΔ δε διαφέρουν σε τίποτα από οφειλές για αντίστοιχα δάνεια σε κάθε άλλη εμπορική τράπεζα.

Τρίτη, 1 Φεβρουαρίου 2011

Το παρόν και το παρελθόν του πανεπιστημιακού ασύλου

Εισαγωγή

Το ζήτημα της κατάχρησης του πανεπιστημιακού ασύλου ήρθε με πολύ έντονο τρόπο στην επικαιρότητα, εξαιτίας της κατάληψης του τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου της Αθήνας (ΕΚΠΑ) και την –για τέταρτη φορά από το 1974- άρση του ασύλου. Το παρόν άρθρο επιχειρεί να περιγράψει με λιτό και κατανοητό τρόπο τη νομική έννοια του ασύλου, το παρελθόν του θεσμού και αντίστοιχους θεσμούς του εξωτερικού.

Ισχύον καθεστώς (Ν. 1549/2007)

Η κείμενη νομοθεσία δίνει τον ορισμό του ασύλου, το οποίο κατοχυρώνει παράλληλα με την ακαδημαϊκή ελευθερία. Έτσι στην παράγραφο 3 του άρθρου 3 του Ν. 1549/2007 [1], γίνεται λόγος για «την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των Α.Ε.Ι. και των εργαζομένων σε αυτά», μέσω του πανεπιστημιακού ασύλου. Από την απλή ανάγνωση του νόμου γίνεται σαφές πως το άσυλο δεν καλύπτει εξωπανεπιστημιακά άτομα, παρά μόνο καθηγητές, φοιτητές και εργαζομένους στα Πανεπιστήμια.
Στην 4η παράγραφο του ως άνω άρθρου του Ν. 1549/2007 γίνεται επίσης σαφής και ορισμένη χωρική περιγραφή της ισχύος του ασύλου. Αυτή περιορίζεται μόνο στους πανεπιστημιακούς χώρους στους οποίους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα. Συνεπώς δεν καλύπτονται από το πανεπιστημιακό άσυλο χώροι αναψυχής, εστίασης, περιμετρικοί χώροι, πάρκα, προαύλια. Ο θεωρητικός αντίλογος υποστηρίζει πως εκπαίδευση αποτελεί και η άθληση, το θέατρο και το πάρκινγκ του Πανεπιστημίου, χωρίς ωστόσο να υπάρχει έρεισμα αυτού του ισχυρισμού στο νόμο. Ωστόσο μέχρι και σήμερα τα περισσότερα πανεπιστήμια δεν έχουν οριοθετήσει το σε ποιους χώρους τους γίνεται εκπαίδευση και έρευνα...
Η άρση του ασύλου γίνεται κατόπιν συγκεκριμένης διαδικασίας, η οποία προβλέπει ότι την πρόσκληση ή την άδεια για επέμβαση της αστυνομίας απευθύνει το Πρυτανικό Συμβούλιο ή η Διοικούσα Επιτροπή των Α.Ε.Ι. και του Συμβουλίου των Τ.Ε.Ι.. Η απόφαση στα όργανα αυτά λαμβάνεται με απλή πλειοψηφία (άρθρο 3 παρ. 5 και 9, Ν. 1549/2007). Προκειμένου να υπάρχει ταχεία αντιμετώπιση τελούμενων αυτόφωρων κακουργημάτων ή αυτόφωρων εγκλημάτων κατά της ζωής είναι δυνατή η επέμβαση της αστυνομίας δίχως την παραπάνω άδεια δυνατή μόνο εφόσον διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής (παρ. 6). Τέλος η μη τήρηση των παραπάνω διατάξεων συνιστά ιδιώνυμο ποινικό αδίκημα που επισύει ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών, κατόπιν έγκλησης του Πρυτανικού Συμβουλίου ή της Συγκλήτου των ΑΕΙ ή του Συμβουλή ή της Συνέλευσης των ΤΕΙ (παρ. 7).

Προηγούμενο καθεστώς (μέχρι το 1982)

Για πρώτη φορά γίνεται επίκληση του ασύλου τον Ιανουάριο του 1897 όταν ένοπλοι φοιτητές κατέλαβαν στην Αθήνα, κτίριο του πανεπιστημίου και εισέβαλαν σε αυτό χωροφύλακες δίχως άδεια της Συγκλήτου. Ακολούθως, στη νομοθεσία για τα πανεπιστήμια των Ν. 4353/1932 [2], Ν.Δ. 4425/1964 και Β.Δ. 735/1964 δεν γίνεται καμία αναφορά στο άσυλο [3]. Ωστόσο αυτό υπήρχε ως άτυπος θεσμός.
Το άσυλο ήρθε ουσιαστικά στην επικαιρότητα κατά τη διάρκεια της επταετούς δικτατορίας. Στην κατάληψη της Νομικής από αντιστασιακούς φοιτητές το 1973 η Σύγκλητος του ΕΚΠΑ έδωσε την άδεια επέμβασης της αστυνομίας αναφερόμενη σε «ομάδα ελαχίστη εν σχέσει προς τον όγκον του φοιτητικού κόσμου», η οποία «διά της στάσεώς της, παρά πάσαν έννοιαν δικαίου και ελευθερίας, προσπαθεί να εμποδίσει την άσκησιν του αναφαιρέτου δικαιώματος των φοιτητών, όπως μορφωθούν». Στο Πολυτεχνείο της Αθήνας το 1973 η Σύγκλητος του ΕΜΠ αρχικά αρνήθηκε να επιτρέψει επέμβαση της αστυνομίας, επικαλούμενη ακριβώς το άσυλο. Αφού όμως επενέβη ο στρατός στο Πολυτεχνείο, εκδόθηκε νέα απόφαση, στις 19.11.1973, με την οποία η Σύγκλητος «αποδοκιμάζει τους προκαλέσαντας τα δραματικά γεγονότα, ως και τους καταχρασθέντας του ασύλου του Ιδρύματος», αφού σύμφωνα με αυτή «η μεγάλη πλειονότης των συγκεντρωθέντων εντός του Ιδρύματος απετελείτο από πρόσωπα διαφόρων κατηγοριών ξένων προς το Πολυτεχνείον)» [4].
Μετά τη Μεταπολίτευση και κατά τις εργασίες για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος υποβλήθηκε από την αντιπολίτευση πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση του ασύλου («η ακαδημαϊκή ελευθερία και το ακαδημαϊκό άσυλο είναι απαραβίαστα») που όμως δεν έγινε δεκτή [5]. Στους Ν. 118/1975, 587/1977 και 853/1978 (που αντικατέστησε τον αντισυνταγματικό 815/1978) [6] και πάλι δε θεσπίζεται και τυπικά το άσυλο. Ζήτημα δημιουργήθηκε το Μάιο του 1977, όταν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Μπλέτσας γνωμοδότησε [7] ότι πανεπιστημιακό άσυλο δεν υφίσταται κι ότι η αστυνομία δικαιούται και υποχρεούται να εισέρχεται στους πανεπιστημιακούς χώρους και να παρίσταται στις φοιτητικές συνελεύσεις «εάν αυταί παρεξέκλιναν του σκοπού τους και μετατράπηκαν σε πολιτικές συναθροίσεις». Κατόπιν έντονων αντιδράσεων ο υπουργός Παιδείας Γ.Ράλλης δήλωσε πως «η κυβέρνηση αναγνωρίζει ουσιαστικά και στην πράξη το πανεπιστημιακό άσυλο».

Ν. 1268/1982

Τομή στο ζήτημα του πανεπιστημιακού ασύλου αποτέλεσε ο Ν. 1268/1982 [8]. Για πρώτη φορά το πανεπιστημιακό άσυλο αναγνωρίζεται ως μέσο για την πραγμάτωση συγκεκριμένων συνταγματικών σκοπών: «της ακαδημαϊκής ελευθερίας», «της ελεύθερης επιστημονικής αναζήτησης» και «της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών» (άρθρο 2 παρ. 4). Η αναγνώριση του ασύλου αποτελούσε αποδοχή του γεγονότος της ύπαρξης εθιμικού κανόνα δικαίου μέχρι το 1982. Το πανεπιστημιακό άσυλο ίσχυε σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους των πανεπιστημίων (άρθρο 2 παρ. 5). Την αρμοδιότητα για την πρόσκληση ή χορήγηση άδειας επέμβασης της αστυνομίας στο πανεπιστήμιο είχε ένα τριμελές όργανο αποτελούμενο από τον Πρύτανη ή τον αναπληρωτή του, έναν εκπρόσωπο των καθηγητών και έναν εκπρόσωπο των φοιτητών, οι οποίοι έπρεπε να λάβουν ομόφωνη απόφαση. Σε περίπτωση αδυναμίας λήψης απόφασης από το τριμελές όργανο συγκαλούνταν αυθημερόν η Σύγκλητος του πανεπιστημίου, η οποία αποφάσιζε για το ζήτημα με αυξημένη πλειοψηφία 2/3 επί των παρόντων (άρθρο 2 παρ. 6). Τέλος το άσυλο αίρονταν αυτοδίκαια όταν διαπράττονταν αυτόφωρα κακουργήματα και αδικήματα κατά της ζωής.
Στην πράξη ουδέποτε το τριμελές όργανο συγκλήθηκε, αφού κανένας από τα τρία μέρη δε θέλησαν να λάβουν την ευθύνη για την άρση του ασύλου. Τρεις μόλις φορές δόθηκε άδεια για επέμβαση της αστυνομίας στους πανεπιστημιακούς χώρους. Πρώτη φορά έγινε αυτό το 1985 όταν είχε καταληφθεί το Xημείο Αθηνών. Την απόφαση έλαβε η Eπιτροπή Aσύλου με πρύτανη τον κ. Μ.Σταθόπουλο. Δεύτερη φορά το 1995 όταν έγιναν σοβαρότατα επεισόδια στο ιστορικό κτίριο του ΕΜΠ, με πρύτανη τον κ. Ν.Mαρκάτο. Την επέμβαση της αστυνομίας ακολούθησαν εκτεταμένες συλλήψεις αλλά και μεγάλες καταστροφές εντός του ιδρύματος και στο κέντρο της Αθήνας. Τέλος το 2002 στην Κρήτη ελικόπτερο της Αστυνομίας, εντόπισε χασισοφυτεία πανεπιστημιακό δάσος στο Ρέθυμνο. Τα όργανα του Πανεπιστημίου Κρήτης έδωσαν άδεια προκειμένου άνδρες της αστυνομίας να εισέλθουν στο δάσος και να ξεριζώσουν 620 δενδρύλλια χασίς.

Άσυλο στο εξωτερικό;

Στις ΗΠΑ δεν υπάρχει η έννοια του ασύλου. Εκεί τα πανεπιστήμια φυλάσσονται από υπαλλήλους οι οποίοι αμοίβονται από τα ιδρύματα, ενώ σε μεγάλες πανεπιστημιουπόλεις οι φοιτητές απασχολούνται στο πανεπιστήμιο ως ωρομίσθιοι προκειμένου να εποπτεύουν το campus για την τέλεση εγκληματικών ενεργειών και έπειτα ενημερώνουν το πανεπιστήμιο και την αστυνομία (τοπικής ή ομοσπονδιακής), η οποία εισέρχεται στο χώρο μόνο κατόπιν ρητής άδειας των πρυτανικών αρχών. Επιπρόσθετα δημιουργήθηκαν από τα πανεπιστήμια ειδικές υπηρεσίες ασφαλείας και έτσι δεν έχει κριθεί αναγκαία η πρόσκληση των κρατικών αστυνομικών αρχών [9].
Ούτε στην Ευρώπη υπάρχει ο θεσμός του ασύλου. Συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο τα πανεπιστήμια έχουν συστήσει ειδικές υπηρεσίες ασφαλείας, με σκοπό τη φύλαξη του πανεπιστημίου και καλούν την αστυνομία εάν παραστεί ανάγκη. Παρέχουν τόσο υπηρεσίες επιτήρησης του χώρου όσο και τροχονόμησης του campus. Η αστυνομία εισέρχεται στο πανεπιστήμιο δίχως προηγούμενη άδεια αυτού [10]. Στη Γαλλία ισχύει η αυτοτέλεια των πανεπιστημίων, τα οποία δε θεωρούνται δημόσιος χώρος. Η αρχή αυτή ανάγεται στην ίδρυση των πρώτων πανεπιστημίων στο Μεσαίωνα, και θεσμοθετήθηκε το 1815. Ωστόσο απουσιάζει η έννοια του ασύλου. Η αστυνομία εισέρχεται βέβαια στα πανεπιστήμια με άδεια της πρυτανείας, εκτός αν υπάρχει εισαγγελική εντολή και σε περιπτώσεις φυσικών καταστροφών [11]. Τέλος στη Γερμανία, στην Ιταλία ή σε άλλες χώρες η αστυνομία εισέρχεται στα πανεπιστήμια κατόπιν ρητής άδειας των πρυτανικών αρχών. Συνήθως όμως οι καταλήψεις των πανεπιστημίων (δίχως όμως καταστροφές ή βανδαλισμούς των χώρων) λήγουν συναινετικά.

Συμπεράσματα

Το πανεπιστημιακό άσυλο σαν θεσμός υπάρχει στην Ελλάδα από πολύ παλιά. Θεσμοθετήθηκε το 1982 και μεταρρυθμίστηκε το 2007. Ωστόσο το άσυλο δεν μπορεί να τεθεί υπεράνω της «δυνατότητας πραγματικής, αποτελεσματικής και υπό ίσους όρους πρόσβασης του ατόμου στις αστυνομικές και δικαστικές αρχές του κράτους» και δεν πρέπει αυτό το θεμελιώδες δικαίωμα να εξαρτηθεί από προηγούμενη άδεια οποιουδήποτε κρατικού οργάνου [12]. Ασφαλώς και πρέπει να διακριθεί και να μην «καλύπτεται» από την ακαδημαϊκή αυτονομία και ελευθερία η οποία είναι κατοχυρωμένη συνταγματικά αλλά δε φτάνει στο σημείο να εξαρτά την επέμβαση της αστυνομίας από τις πανεπιστημιακές αρχές, οι οποίες εκ του νόμου περιορίζονται σε καθαρά διοικητική εξουσία [13]. Δεδομένων λοιπών και των πρόσφατων εμπειριών με την κατάληψη της Νομικής του ΕΚΠΑ τίθεται εκ νέου –ορθά- το ζήτημα της αλλαγής των διατάξεων περί του ασύλου, όπου πλέον γίνεται ξεκάθαρα λόγος και για κατάργησή του. Δυστυχώς όμως τα προβλήματα των ελληνικών πανεπιστημίων ούτε αρχίζουν ούτε τελειώνουν στο άσυλο. Αλλού βρίσκονται και αναμένουν λύσεις.

Παραπομπές:

1 ΦΕΚ Α 69/20.03.2007
2 Νόμος 4353/1932 «Περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών», ΦΕΚ Α/86/23.03.1932.
3 Ν.Παπαδάκης, Η παλίμψηστη εξουσία: κράτος, Πανεπιστήμιο και εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα. εκδ. Gutenberg Αθήνα, 2004.
4 Ιστορική αναδρομή στο πανεπιστημιακό άσυλο, εφημ. Αιολικά Νέα, φύλλο 9ης Ιανουαρίου 2009.
5 Ο υπουργός Παιδείας κ. Ζέπος δήλωσε: «Δεν είμαι … εναντίον της ιδέας του Πανεπιστημιακού Ασύλου αλλά φοβούμαι την συνταγματικήν κατοχύρωσιν μιας τοιαύτης διατάξεως, διότι δεν γνωρίζω – και με συγχωρείτε δια την αγραμματοσύνην μου – πού είναι δυνατόν μία τέτοια συνταγματική διάταξις να μας οδηγήση». Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Ολομέλειας της Βουλής / των Συζητήσεων επί του Συντάγματος 1975, Εθνικό Τυπογραφείο, Αθήνα 1975, σελ. 505.
6 Νόμος 815/1978 «Περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων εις την οργάνωσιν και λειτουργίαν των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων», ΦΕΚ Α 147/15.09.1978.
7 ΓνωμΕισΑΠ 6/1977, Ευστ. Μπλέτσα, ΠοινΧρ ΚΖ’/1977, σελ. 389-390.
8 Ν. 1268/1982 – Για τη δομή και λειτουργία των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, Φ.Ε.Κ. Α 87/1982.
9 Η αστυνομική βία στις ΗΠΑ υπήρξε έντονη το 1970, όταν εισέβαλαν στο πανεπιστήμιο του Κεντ στο Οχάιο όταν μέλη της εθνοφυλακής σκοτώνοντας 4 φοιτητές. Βλ. http://www.kent.edu/about/history/May4/memorials.cfm τελευταία προσπέλαση 31.01.2011.
Μεγάλο αντίκτυπο είχε στην κοινή γνώμη η δολοφονία 33 ανθρώπων μέσα στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, το 2007.
Βλ. http://news.bbc.co.uk/2/hi/americas/6560685.stm τελευταία προσπέλαση 31.01.2011
10 Συνέντευξη του Διευθυντή του London School of Economics, Sir Howard Davies, εφημ. Τα Νέα, φύλλο 17ης Φεβρουαρίου 2007
11 Το 2006 η αστυνομία εισέβαλε στο ιστορικό κτίριο του πανεπιστημίου της Sorbonne προκειμένου να λήξει η κατάληψη του πανεπιστημίου από φοιτητές που αντιδρούσαν στην κυβερνητική εργατική πολιτική,
Βλ. http://www.usatoday.com/news/world/2006-03-16-france-labor_x.htm τελευταία προσπέλαση 31.01.2011
12 Αλ.Μαντζούτσος, Πανεπιστημιακό Άσυλο, δημοκρατική κατάκτηση ή θεσμοθετημένη ασυδοσία, Νομικό Βήμα, Τόμος 58, Τεύχος 5, Ιούνιος 2010, σελ. 1136-1146.
13 ΣτΕ 32/1990, δημοσ. σε ΑΡΜ/1990, σελ. 170, και ΤοΣ 1990, σελ. 103.

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Συμμετοχή αλλοδαπού σε ομόρρυθμη εταιρία

Εισαγωγή

Το νομικό ζήτημα της συμμετοχής αλλοδαπού φυσικού προσώπου σε προσωπική εταιρία έχει απασχολήσει τα τελευταία χρόνια την ελληνική νομική επιστήμη. Τούτο καθώς οι μέχρι πρότινος παράνομα απασχολούμενοι αλλοδαποί οικονομικοί μετανάστες όχι μόνο –στην μεγάλη τους πλειονότητα- εργάζονται νόμιμα στη χώρα, αλλά αποκτούν τις δικές τους επιχειρήσεις και συμμετέχουν στην εμπορική και εταιρική ζωή της Ελλάδας. Το γεγονός αυτό φέρνει στην επιφάνεια τα γραφειοκρατικά εμπόδια που θέτει η Ελλάδα προκειμένου να μπορέσει νόμιμα ο αλλοδαπός να ασκήσει εμπορική και ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα. Τα παρακάτω δεν ισχύουν επί μη αλλοδαπών-κοινοτικών πολιτών, καθώς το νομικό καθεστώς του Ευρωπαίου Πολίτη συνεπάγεται διαφορετική μεταχείριση [1].

Ασφαλώς η Ελλάδα δεν μπορεί να απαγορέψει τη συμμετοχή αλλοδαπού σε εταιρικές μορφές καθώς τούτο θα προσέκρουσε στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Έτσι η συμμετοχή σε Ο.Ε. αποτελεί έκφανση του δικαιώματος της Ισότητας και της οικονομικής ελευθερίας, ήτοι της Ανάπτυξης της Προσωπικότητας (αρθρ. 4, 5 Συντ) [2]. Ακόμα ο αλλοδαπός προστατεύεται από το άρθρ. 11, 14 ΕΣΔΑ και 1 του 1ου Προσθ. Πρωτοκόλλου [3] και 21, 22 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα [4].

Εμπορική Ικανότητα Αλλοδαπού

Ως αλλοδαπός νοείται κάθε φυσικό πρόσωπο που δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια ή που δεν έχει ιθαγένεια. Περαιτέρω διάκριση, ανάλογα με τη μεταχείριση που επιφυλάσσει η Πολιτεία στους αλλοδαπούς, είναι ο ομογενής αλλοδαπός, ο υπήκοος της ΕΕ και ο πολιτικός πρόσφυγας. Η δεύτερη κατηγορία αναπτύχθηκε περιεκτικά παραπάνω (βλ. υποσημ. 1) ενώ η τρίτη κατηγορία δεν αφορά το υπό μελέτη ζήτημα. Σε ό,τι έχει να κάνει με τους ομογενείς, αυτοί είναι άτομα με ελληνική εθνικότητα δίχως όμως και ιθαγένεια. Είναι συνταγματική υποχρέωση του Κράτους (αρθρ. 108 εδ. α’ Συντ.) να μεριμνά και να ενεργεί υπέρ της ευνοϊκής μεταχείρισης των ομογενών και έτσι ορισμένες φορές υπάρχει ειδική μεταχείριση των ομογενών που φτάνει έως του σημείου της πλήρους εξομοίωσης με τους ημεδαπούς [5].

Ειδικότερα επί των θεμάτων των Αλβανών πολιτών ελληνικής εθνικότητας είχει εκδοθεί η με ΚΥΑ 4000/3/10-λε/2001 [6]. Σύμφωνα με αυτή για τους ελληνικής καταγωγής Αλβανούς υπηκόους χορηγείται Ειδικό Δελτίο Ταυτότητας Ομογενούς (ΕΔΤΟ, εκδίδεται από τη Διεύθυνση Αλλοδαπών της ΕΛΑΣ) και με αυτό το δελτίο αποδεικνύεται η ιδιότητα του Ομογενούς και η ισότιμη μεταχείριση με τους Έλληνες υπηκόους. Η ΥΑ ισχύει για παραμονή και εργασία των Αλβανών Ομογενών, όμως με αναλογική εφαρμογή των διατάξεών του εκλαμβάνει και τους Ομογενείς που ασκούν ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα και άρα, δέον να προταθεί η μη εφαρμογή των διατάξεων για ειδική άδεια παραμονής (βλ. παρακάτω ενοτ. 5) αλλά η ακώλυτη δυνατότητα συμμετοχής των Ομογενών, εν προκειμένω, σε Ο.Ε. όπως και στους Έλληνες πολίτες.

Όσον αφορά τη διάκριση ημεδαπού και αλλοδαπού ομορρύθμου εταίρου, δεν γίνεται σαφής διάκριση στον ΕΝ ή στον ΑΚ. Η μοναδική προϋπόθεση που αφορά τους εταίρους είναι να έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα και ικανότητα άσκησης εμπορικής ιδιότητας. Σε περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι που τάσσει ο νόμος η Ομόρρυθμη Εταιρία η εταιρία δεν είναι αυτοδίκαια άκυρη και ανύπαρκτη νομικά αλλά έχει το καθεστώς ελαττωματικής εταιρίας ενώ ο εταίρος που έχει κώλυμα, καίτοι στερείται εμπορικής ιδιότητας, θα αντιμετωπιστεί από το εταιρικό δίκαιο ως ομόρρυθμος εταίρος, με όλες τις συνέπειες που αυτό έχει [7].

Η ικανότητα άσκησης εμπορικής δραστηριότητας δεν περιλαμβάνουν διάκριση σε ημεδαπό ή αλλοδαπό. Ωστόσο το κράτος στα πλαίσια της παρέμβασής του στην άσκηση της εμπορίας μπορεί να θέτει όρους και προϋποθέσεις για την άσκηση της εμπορίας. Τέτοιοι όροι μπορεί να είναι η εγγραφή σε επιμελητήριο ή σε επαγγελματικό σύλλογο [8]. Ως όρος που τίθεται από το Κράτος για την άσκηση εμπορίας πρέπει να θεωρηθεί και η ειδική άδεια προς αλλοδαπό να ασκήσει ορισμένη δραστηριότητα.

Ν. 3386/2005

Η είσοδος και παραμονή των αλλοδαπών στην Ελλάδα διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3386/2005 [9]. Στα πλαίσια του νόμου ορίζεται (άρθρ. 9 παρ.1) ότι υπήκοος τρίτης χώρας που έχει λάβει θεώρηση εισόδου στην Ελλάδα, οφείλει να ζητήσει άδεια διαμονής για τον ίδιο λόγο. Ο τύπος της άδειας παραμονής απονέμει το δικαίωμα στον αιτούντα να έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Στο άρθρο 24 του ν. 3386/2005 υπάρχει η πρόβλεψη για άδεια παραμονής για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας.

Ανεξάρτητη Οικονομική Δραστηριότητα

Άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας υπάρχει ότι ο αλλαδοαπός αναλαμβάνει επιχειρηματική δράση. Τούτο συνεπάγεται ότι ο αλλοδαπός δεν εξαρτάται από κάποιον εργοδότη [10]. Συνεπώς απαγορεύεται σε αλλοδαπό η ανάληψη στην Ελλάδα κάθε εργασίας, εάν αυτός δεν είναι εφοδιασμένος με την απαραίτητη άδεια.

Άρα η συμμετοχή αλλοδαπού σε προσωπική εταιρία, που σημαίνει τέλεση ανεξάρτητες οικονομικής δραστηριότητας υπό συγκεκριμένο εταιρικό τύπο, δίχως την άδεια του άρθρ. 24 ν. 3386/2005, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταρτιζόμενης σύμβασης και άρα την ακυρότητα της ΟΕ (που όμως υφίσταται ως ελαττωματική, βλ. ενοτ. 3.2). Τα παραπάνω δέχεται και η νομολογία με τη με αρ. 940/1998 απόφαση του Εφετείου Πατρών [11].

Συνεπώς στην περίπτωση που αλλοδαπός, νόμιμα διαμένων στην Ελλάδα θέλει να μεταβάλλει το σκοπό διαμονής του (δλδ να ασκήσει ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα) πρέπει αναγκαστικά να τηρήσει τη διαδικασία νόμιμης εισόδου στη χώρα για το συγκεκριμένο σκοπό. Άρα πρέπει ο αλλοδαπός να διαθέτει επαρκείς πόρους (κατ’ ελάχιστο 60.000 €) για την άσκηση της δραστηριότητας, η οποία μπορεί να συμβάλλει στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, να υποβάλει στην οικεία προξενική αρχή του τόπου κατοικίας του, μαζί με αντίστοιχη οικονομοτεχνική μελέτη, αίτηση να του δοθεί άδεια άσκησης της συγκεκριμένης δραστηριότητας. Έπειτα θα λάβει ειδική θεώρηση εισόδου και άδεια διαμονής προς το σκοπό της άσκησης της συγκεκριμένης δραστηριότητας [12].

Λίστα ενεργειών
Αλλαγή σκοπού από εξαρτημένη εργασία (με σταθερό εργοδότη ή με περισσότερους του ενός σταθερούς εργοδότες) σε ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα (άρθρα 12,15 & 25 του ν. 3386/2005 και άρθρο 6 του ν. 3536/2007)
• Υπεύθυνη δήλωση ότι ασκεί για πρώτη φορά ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα.
• Οικονομοτεχνική μελέτη από την οποία θα προκύπτει το ύψος της επένδυσης, ο εξοπλισμός, ο αριθμός και οι ειδικότητες των εργαζομένων καθώς και στοιχεία που θα αποδεικνύουν την επιστημονική, τεχνική ή επαγγελματική του κατάρτιση ως προς τη δραστηριότητα που θέλει να ασκήσει (πτυχία, βεβαιώσεις σπουδών, προϋπηρεσία) όπου απαιτούνται.
• .Αποδεικτικό εκπλήρωσης ασφαλιστικών υποχρεώσεων από το προηγούμενο ασφαλιστικό φορέα (βεβαίωση του οικείου οργανισμού κοινωνικής ασφάλισης, από την οποία προκύπτουν οι ημέρες εργασίας και η διάρκεια ασφάλισης).
• Φωτοαντίγραφο λογαριασμού τραπεζικού ιδρύματος της ημεδαπής στο όνομα του αιτούντος στον οποίο θα έχει κατατεθεί το απαιτούμενο ποσό που έχει κριθεί ως επαρκές (τουλάχιστον 60.000 ευρώ).
• Αποδεικτικό εκπλήρωσης φορολογικών υποχρεώσεων.
• Επικυρωμένο αντίγραφο βιβλιαρίου υγείας του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού.
Ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα - Αρχική χορήγηση (άρθρο 25)
• Φωτοαντίγραφο λογαριασμού τραπεζικού ιδρύματος της ημεδαπής στο όνομα του αιτούντος στον οποίο θα έχει κατατεθεί το απαιτούμενο ποσό που έχει κριθεί ως επαρκές (τουλάχιστον 60.000 ευρώ), προκειμένου να του χορηγηθεί η αντίστοιχη θεώρηση εισόδου.
• Βεβαίωση ότι έχει υποβληθεί αίτηση στον οικείο ασφαλιστικό φορέα για την κάλυψη εξόδων νοσηλείας και ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Συμπεράσματα

Αλλοδαπός, μη Ευρωπαίος Πολίτης, έχει τη δυνατότητα συμμετοχής σε Ο.Ε. υπό την έννοια της τέλεσης ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας. Η ελληνική νομοθεσία στην περίπτωση αυτή τάσσει προϋποθέσεις, ώστε να χορηγηθεί αντίστοιχη άδεια παραμονής και ειδική θεώρηση εισόδου. Οι προϋποθέσεις αυτές κρίνονται ως αυστηρές και αποτρεπτικές για την επιχειρηματική δραστηριότητα των αλλοδαπών στην Ελλάδα, που τείνουν να λάβουν το χαρακτήρα προστατευτισμού. Έτσι, θεωρείται ότι, παραβιάζει το Κοινοτικό Δίκαιο και το Δίκαιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, πράγμα που όμως δεν έχει κριθεί από δικαιοδοτικά όργανα και ως εκ τούτου ακόμα οι διαδικασίες αυτές είναι νόμιμες και σε ισχύ.

20.08.2009

παραπομπές:

1 Ο πολίτης κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να ασκήσει οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα οπουδήποτε στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Τούτο καθώς θεμελιώδης αρχή της ΕΕ είναι η ελευθερία διακίνησης εμπορευμάτων, προσώπων, κεφαλαίων, υπηρεσιών (άρα εργαζομένων και επιχειρηματιών). Έτσι στα πλαίσια του κοινοτικού δικαίου υπάρχει ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών από κοινοτικό πολίτη σε έδαφος άλλου κράτους μέλους. Συνεπώς ισχύει η αρχή της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ημεδαπών και κοινοτικών πολιτών. Τυχόν εξαιρέσεις πρέπει να δικαιολογούνται από λόγους γενικού συμφέροντος και να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: Τα εθνικά μέτρα θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μη δημιουργεί διακρίσεις, να είναι κατάλληλα προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού και να μη βαίνουν πέραν εκείνου που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου αυτού. Βλ. Χρ. Ταγαράς, Η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών, κεφαλαίων στην Ε.Ε., εκδ. Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 2002, σελ. 73 επ, 141 επ.
2 Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2006, σελ. 119 επ., 189,
3 Χρ. Σατλάνης, Εισαγωγή στο Δίκαιο της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκδ. Αντ. Σάκκουλας, Αθήνα, 2003, σελ. 317, 350.
4 Εμ. Ρούκουνας, Διεθνής Προστασία των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα, 1995, σελ. 94
5 Ζ. Παπασιώπη-Πασιά, Δίκαιο Ιθαγένειας, εκδ. Σάκκουλας, ζ’ εκδ. Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 27, 31
6 ΦΕΚ 707/Β/06.06.2001, αντικαταστάθηκε με την ΥΑ 4000/3/10-δ΄ ΦΕΚ 646/Β/2005
7 Β. Αντωνόπουλος, Δίκαιο Εμπορικών Εταιριών-Προσωπικές Εταιρίες, εκδ. Σάκκουλας, β΄εκδ., Θεσσαλονίκη, 1998, σελ. 88
8 Κ. Παμπούκης-Π.Παπανδρόσου, Εμπορικό Δίκαιο, Εισαγωγή-Θεμελιώδεις έννοιες, εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2001, σελ. 195 επ.
9 ΦΕΚ 212/Α/23.08.2005
10 Ζ. Παπασιώπη-Πασά, Δίκαιο Καταστάσεως Αλλοδαπών, εκδ. Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 70.
11 ΕφΠατρ 940/1998, ΔΕΕ 1999, σελ. 525 επ.
12 Γνωμ. Γ’ Τμ. ΝΣΚ 4/2003, Γνωμ. Α’ Τμ. ΝΣΚ 206/2004, Γνωμ Δ’ Τμ. ΝΣΚ 197/2008

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Eισήγηση του τότε μεταπτυχιακού φοιτητή α' κύκλου ΠΜΣ Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη, με επιβλέποντα καθηγητή τον Ιωάννη Στεφανίδη, στην εκδήλωση του συλλόγου μεταπτυχιακών φοιτητών και υποψηφίων διδακτόρων της Νομικής ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη, Μάρτιος 2009, με θέμα "60 χρόνια από την υπογραφή του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων"

Ι.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εγκρίθηκε πριν από 60 χρόνια από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Αποτελεί την πρώτη λεπτομερή καταγραφή των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών αλλά και την πρώτη αναγνώριση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε όλους τους ανθρώπους ανά τη γη. Η συνεισφορά της ΟΔΔΑ είναι πολύ μεγάλη καθώς ακόμα και σήμερα αποτελεί τη βάση αναφοράς στη διεθνή προστασία των ΔτΑ αλλά και το πρότυπο στο οποίο στηρίζονται άλλα εθνικά συντάγματα, νόμοι και διεθνή κείμενα προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

1.1 Η σημασία της ΟΔΔΑ είναι ακόμα μεγαλύτερη αν ιδωθεί υπό το πρίσμα των συνθηκών που επικρατούσαν κατά τη σύναψη και έγκρισή της, αφού μόλις η ανθρωπότητα είχε αρχίσει να ανακάμπτει από έναν καταστροφικό παγκόσμιο πόλεμο, στο οποίο οι γενοκτονίες [1] ήταν συχνές ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα ήταν το τελευταίο που προστατεύονταν. Ακόμα σημαντικό είναι το γεγονός πως κατά τις διεργασίες σύνταξης τα 58 κράτη που συμμετείχαν στα ΗΕ προωθούσαν τις απόψεις για την προστασία των ΔτΑ ανάλογα με τις ιδεολογίες τους, τα πολιτικά τους συστήματα, τις θρησκευτικές και πολιτιστικές παραδόσεις αλλά και το στάδιο οικονομικής ανάπτυξης στο οποίο βρίσκονταν.

1.2 Το περισσότερο μεταφρασμένο έγγραφο σε όλο τον πλανήτη [2] αποτελείται από 30 άρθρα που καθορίζουν τα ιδεώδη πάνω στα οποία η ανθρωπότητα μπορεί να θεμελιώσει την ασφάλεια και ευημερία της. Έτσι η ίδια η Διακήρυξη αναγνωρίζει ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων όλων των ανθρώπων «αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας της δικαιοσύνης και της ειρήνης σε όλο τον κόσμο», αποτελώντας έτσι ένα κοινό υπόδειγμα για όλους τους λαούς [3].

ΙΙ.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΥΝΑΨΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗΣ ΤΗΣ ΟΔΔΑ

Τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έως το 1947

1. Προτού την υπογραφή της ΟΔΔΑ είχε προηγηθεί ένας φονικός πόλεμος κατά τη διάρκεια του οποίου ουσιαστικά δεν υπήρχε η έννοια προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. 60 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στο Β’ Π.Π (20 εκατ. στρατιώτες και 40 εκατ. άμαχοι) [4]. Πολλοί θάνατοι προκλήθηκαν από τις πράξεις γενοκτονίας στις οποίες προέβησαν οι Ναζί, που στράφηκαν κατά Εβραίων, Ρόμα, Σλάβων, ομοφυλοφίλων. Αλλά και η κροατική Ustaše ή οι Ιάπωνες (σφαγή Νάνκινγκ, η οργάνωση Sankō Sakusen) [5] προκάλεσαν πολλούς θανάτους σε βάρος των Σέρβων και Κινέζων αντίστοιχα. Δυστυχώς ακρότητες προκάλεσαν και οι Σύμμαχοι, όπως οι μεταφορές πληθυσμών στην ΕΣΣΔ, τα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία (Gulag) [6], η επιχείρηση Keelhaul [7], οι εκτοπισμοί Γερμανών μετά την ήττα των Ναζί, οι σφαγές των Πολωνών από τους Σοβιετικούς αλλά και οι βομβαρδισμοί αμάχων όπως στο Τόκυο ή τη Δρέσδη [8].

1.1 Προτού τη λήξη του πολέμου είχαν μεσολαβήσει γεγονότα που έδειχναν την πορεία που θα ακολουθούσε μετά τη λήξη του. Ώθηση προς την καθολική αναγνώριση των αναπαλλοτρίωτων Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έδωσε ο Χάρτης του Ατλαντικού [9]. Αυτός ήταν το προσχέδιο για τον κόσμο μετά τον πόλεμο, και αποτελεί τη βάση για πολλές από τις διεθνείς συνθήκες, οργανισμούς και fora που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο (ο ΟΗΕ, η GATT, η ανεξαρτησία των βρετανικών και γαλλικών αποικιών). Είχε τη μορφή κοινής δήλωσης [10] των Τσώρτσιλ και Ρούζβελτ στις 14.08.1941 και μεταξύ των οκτώ σημείων της υπήρχαν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, η κοινωνικής ευημερία και η απαλλαγή από στερήσεις και φόβο.

1.2 Είχε προηγηθεί η ομιλία Ρούζβελτ στο Κογκρέσο των ΗΠΑ στις 06.01.1941 [11]. Εκεί έκανε λόγο για τις τέσσερις ελευθερίες, δηλαδή την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης, τη θρησκευτική ελευθερία, την απαλλαγή από στερήσεις και την ελευθερία από τον φόβο. Οι τέσσερις ελευθερίες εντάχθηκαν στη συνέχεια στο προοίμιο της ΟΔΔΑ (2η παράγραφος: «οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να μιλούν και να πιστεύουν, λυτρωμένοι από το φόβο και την αθλιότητα»).

1.3 Από τις 21 Αυγούστου μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 1944 έλαβε χώρα η συνδιάσκεψη στο Dumbarton Oaks (συζητήσεις τις Ουάσινγκτον για έναν οργανισμό διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας) σχετικά με τη σύνθεση του ΟΗΕ, τη σύσταση του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ, καθώς και το δικαίωμα του βέτο που θα μπορούσε να δοθεί στα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Εξαιτίας του ότι μεγάλο μέρος των διαπραγματεύσεων κατευθύνθηκε σε άλλα θέματα γεωπολιτικής, από τη συνδιάσκεψη παρήχθησαν μόνο μέτριες δεσμεύσεις για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου [12].

Από το Χάρτη στη Διακήρυξη

2. Στο Σαν Φρανσίσκο των ΗΠΑ στις 25.04.1945 άρχισε η διάσκεψη των ΗΕ για έναν διεθνή οργανισμό. Στις 26.06.1945 τα πενήντα μετέχοντα στη διάσκεψη κράτη (συμμετείχαν και ΜΚΟ [13]) υπέγραψαν τον Χάρτη του ΟΗΕ και στις 24.10.1945, αφού επικυρώθηκε ο Χάρτης από τα πέντε μόνιμα μέλη του Σ.Α. και την πλειοψηφία των άλλων 46 κρατών [14], δημιουργήθηκε ο οργανισμός [15].

2.1 Στο Χάρτη δεν συμπεριελήφθηκε πίνακας διεθνώς αναγνωριζόμενων ΔτΑ καθώς οι συντάκτες του είχαν στενή αντίληψη για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια [16]. Αυτός αρκείται σε γενικότητες και στην καλύτερη περίπτωση σε διατάξεις μη αυτοδύναμης εφαρμογής [17]. Ωστόσο ο Χάρτης άνοιξε το δρόμο για ένα νέο διεθνές νομικό status στα ανθρώπινα δικαιώματα. Υπάρχουν στο κείμενο πέντε αναφορές στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο προοίμιο, στο αρθρ. 1, 55 και 56. Η μεγαλύτερη συμβολή του Χάρτη ήταν ότι λάμβανε επίσης μέτρα προς την ολοκληρωμένη προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ειδικότερα το άρθρο 68 εξουσιοδοτεί το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο να δημιουργήσει μια επιτροπή «για την προώθηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων» [18].

2.2 Το κενό της έλλειψης πίνακα δικαιωμάτων του ανθρώπου στο Χάρτη κλήθηκε να συμπληρώσει η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αυτή αποτέλεσε ένα ειδικό όργανο μελέτης των ΔτΑ που σκοπό είχε την επεξεργασία μιας διεθνούς πράξης, τη διατύπωση νομικά δεσμευτικών συμβάσεων και τη δημιουργία συστήματος διεθνούς εποπτείας και ελέγχου [19]. Η ΕΑΔ υπάγονταν στο ECOSOC και αρχικά αποτελούνταν από έναν εννιαμελή πυρήνα ειδικών (nuclear), ο οποίος το 1947 διευρύνθηκε και με συμμετοχή κρατών και όχι ατομικά εμπειρογμωμόνων, φθάνοντας σήμερα στα 53 κράτη-μέλη [20].

Διαμόρφωση της Διακήρυξης

3. Το πιο σημαντικό έργο της Επιτροπής των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948. Στη σύνταξή της έπαιξε καθοριστικό ρόλο η Πυρηνική Επιτροπή (Nyclear Commission on Human Rights, δημιουργία στις 15.02.1946) [21] στην οποία συμμετείχαν επιφανείς εκπρόσωποι του αγώνα για τα ΔτΑ αλλά και του νομικού κόσμου. Αυτή εξουσιοδοτήθηκε από το ECOSOC, στον Ιούνιο του 1946, να συντάξει ένα κείμενο που θα αποτελεί μια λίστα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Το κύριο μέλημα της επιτροπής ήταν να ξεκαθαρίσει πια δικαιώματα θα αναφέρονταν και τη νομική φύση του εγγράφου που θα προέκυπτε [22].

3.1 Πρόεδρος της εννιαμελούς επιτροπής ήταν η κα. Ελεονόρ Ρούζβελτ, χήρα του προέδρου των ΗΠΑ για την πλευρά των ΗΠΑ, ενώ άλλα επιφανή μέλη ήταν οι Jacques Maritain και René Cassin για τη Γαλλία, ο Charles Malik από το Λίβανο και ο Κινέζος P. C. Chang μεταξύ άλλων. Η Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών υποστήριξε το έργο της Επιτροπής υπό τη διεύθυνση του John P. Humphrey, διευθυντή του Τμήματος ΔτΑ του ΟΗΕ [23]. Αυτός προετοίμασε ένα κατευθυντήριο έγγραφο 408 σελίδων (Documented Outline [24]), για να βοηθήσει την επιτροπή στο έργο της [25].

3.2 Οι πρώτες συνεδριάσεις της επιτροπής έγιναν μεταξύ 29 Απριλίου και 20 Μαΐου 1946 [26]. Στις 21.06.1946 το ECOSOC υιοθετεί τον καθορισμό αρμοδιοτήτων από την επιτροπή. Στις Μεταξύ 27 Ιανουαρίου και 10 Φεβρουαρίου 1947 λαμβάνει χώρα η πρώτη συνάντηση της επιτροπής (στη λίμνη Succes της Ν.Υ) όπου και αποφασίζεται η σύσταση της Επιτροπής Σύνταξης (Drafting Committee) [27]. Η Επιτροπή Σύνταξης αποτελούνται από τους Eleonor Roosevelt (ΗΠΑ), Chang (Κίνα), Malik (Λίβανος) και John Humphrey, οι οποίοι αντιπροσώπευαν τη γραμματεία των Η.Ε, καθώς επίσης και αντιπροσώπους από την Αυστραλία, τη Χιλή, τη Γαλλία, τις Φιλιππίνες, τη Σοβιετική Ένωση, την ΣΣΔ της Ουκρανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ουρουγουάη και τη Γιουγκοσλαβία.

3.3 Στις 9 Ιουνίου με 25 του ίδιου μήνα 1947, λαμβάνει χώρα η πρώτη συνεδρίαση της επιτροπής σύνταξης πάλι στη λίμνη Succes της Νέας Υόρκης [28]. Ένα προσχέδιο του Διεθνή Καταστατικού Χάρτη των ΔτΑ προετοιμάστηκε από τη Γραμματεία του ΟΗΕ. Πρόκειται για το προσχέδιο Humphrey [29]. Αυτό είναι ουσιαστικά το πρώτο σχέδιο ενός καταλόγου δικαιωμάτων που πρόκειται να αποτελέσει τη βάση της διακήρυξης. Ο Humphrey προσπάθησε να συγκεράσει τις διαφορετικές απόψεις για το αν θα συμπεριλάβει η διακήρυξη και κοινωνικά δικαιώματα πέραν των ατομικών, ενώ υποστηρίζεται ότι ο ίδιος έγραψε εξ ολοκλήρου τη διακήρυξη, πράγμα το οποίο αυτός αρνείται [30].

3.4 Από 3 έως 21 Μαΐου 1948 συναντάται για δεύτερη φορά η επιτροπή σύνταξης στη λίμνη Success. Από 24 Μαΐου έως 18 Ιουνίου διεξάγεται η τρίτη συνάντηση της επιτροπής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, στη λίμνη Success. Η επιτροπή υιοθετεί ένα προσχέδιο της διακήρυξης και το διαβιβάζει στο ECOSOC [31]. Πρόκειται για το δεύτερο προσχέδιο, ή αλλιώς προσχέδιο Cassin, καθώς εκπονήθηκε από τον René Cassin. Ακολουθούσε κατά βάση το προσχέδιο Humphrey ως προς τη δομή του αλλά μείωσε τα 46 άρθρα του Humphrey σε 44 (η ΟΔΔΑ τελικά συμπεριέλαβε 30). To περιεχόμενό του επηρεάστηκε από το ναπολεόντειο κώδικα, και συμπεριλάμβανε πρόλογο και εισαγωγικά γενικών αρχών [32].

3.5 O Cassin σύγκρινε (ως προς τη δομή) τη Διακήρυξη με αρχαίο ελληνικό ναό. Τα άρθρα 1 και 2 είναι το θεμέλιο τμήματα, με τις αρχές της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης. Τα επτά σημεία του προοιμίου, σχετικά με τους λόγους για τη Διακήρυξη, αντιπροσωπεύονται από τα σκαλοπάτια. Το κύριο σώμα της διακήρυξης έχει τη μορφή των τεσσάρων στηλών. Η πρώτη στήλη (Άρθρα 3-11) συνιστά τα δικαιώματα του ατόμου, όπως το δικαίωμα στη ζωή και την απαγόρευση της δουλείας. Τη δεύτερη στήλη (άρθρα 12-17) αποτελούν τα δικαιώματα του ατόμου στην κοινωνία των πολιτών και πολιτικών. Η τρίτη στήλη (άρθρα 18-21) αφορά την πνευματική, δημόσια και πολιτική ελευθερία, όπως είναι η ελευθερία της θρησκείας και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Η τέταρτη στήλη (άρθρα 22-27) καθορίζει τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτιστικά δικαιώματα. Ακόμα στο μοντέλου του Cassin, τα τελευταία τρία άρθρα αποτελούν το αέτωμα. Τα άρθρα αυτά είναι αφορούν το καθήκον του ατόμου στην κοινωνία και την απαγόρευση της χρήσης των δικαιωμάτων σε αντίθεση με την έννοια των Ηνωμένων Εθνών [33].

3.6 Στις 26 Αυγούστου 1948 το ECOSOC μεταβιβάζει το σχέδιο στη Γενική Συνέλευση. Είχε προηγηθεί έκκληση του ECOSOC προς τα κράτη και άλλους φορείς, όπως Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις να εκφράσουν τις απόψεις τους [34]. Από 30 Σεπτεμβρίου έως 7 Δεκεμβρίου, η Τρίτη Επιτροπή της ΓΣ συνέρχεται 81 φορές για θέματα της ΟΔΔΑ. 168 Ψηφίσματα για τροποποιήσεις του σχεδίου κατατίθενται και συζητούνται. Η διαδικασία εκκινά με μια κατ 'αρχάς γενική συζήτηση και στη συνέχεια να ακολουθεί λεπτομερής συζήτηση του κάθε άρθρου. Θα μελετηθεί μεταξύ άλλων η σειρά των άρθρων και η αντιστοιχία λέξη προς λέξη του νοήματος σε άλλες γλώσσες. Προκειμένου να επιλυθεί και το «γλωσσικό ζήτημα» [35], στις 1 με 4 Δεκεμβρίου 1948 η υποεπιτροπή της Τρίτης Επιτροπής της ΓΣ αντιπαραβάλλει τις 5 επίσημες γλώσσες της Διακήρυξης.

3.7 Στις 10 Δεκεμβρίου 1948 η ΟΔΔΑ υιοθετείται από τη ΓΣ του ΟΗΕ. Οι ψήφοι [36] ήταν 48 υπέρ [37], 0 κατά και υπήρξαν 8 αποχές (όλο το σοβιετικό μπλοκ κρατών, δηλαδή οι Λευκορωσία, Τσεχοσλοβακία, Πολωνία, ΣΣΔ Ουκρανία, ΕΣΣΔ, και η Γιουγκοσλαβία, η Νότια Αφρική και η Σαουδική Αραβία. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι καμία από αυτές συμμετέχουσες αντιπροσωπείες των χωρών δεν ψήφισε ενάντια στη Διακήρυξη και ότι ακόμη και αυτές που απείχαν από την τελική ψηφοφορία, είχαν συμμετάσχει και συνεργαστεί στις ενδιάμεσες διαδικασίες σύνταξης. Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι παρότι ο Humphrey ήταν Καναδός, η χώρα του καταρχάς απείχε αλλά στη ΓΣ ψήφισε υπέρ της Διακήρυξης [38].

ΙΙΙ.

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗΣ

Στις διαπραγματεύσεις για τη σύνταξη της ΟΔΔΑ υπήρξαν αρκετές διαφορετικές προσεγγίσεις από την πλευρά των μετεχόντων κρατών. Σε ένα διακηρυκτικό έγγραφο υπήρξαν αρκετές απόψεις για ζητήματα φιλοσοφίας, πολιτικής, νομικών και άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι δημιουργήθηκαν διαφορετικά ρεύματα μεταξύ φιλελεύθερων και μαρξιστών, θετικιστών και φυσικού δικαίου, δυτικών και μη δυτικών.

Φιλελεύθεροι-Μαρξιστές

1. Κατά τις συνεδριάσεις των επιτροπών για τη σύνταξη της ΟΔΔΑ τα σοσιαλιστικά κράτη επέμεναν στις υποχρεώσεις του ατόμου έναντι του κράτους και της κοινωνία ενώ οι δυτικοί τόνιζαν την επιχειρηματική ανοικτή κοινωνία. Έτσι, λόγω της αυξημένης επιρροής της Δύσης, η Διακήρυξη εστιάζει στις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες με τα κοινωνικά δικαιώματα να έχουν δυνητικό χαρακτήρα [39]. Έτσι θεωρείται ότι η Δύση «κέρδισε» το ανατολικό Μπλοκ στη διαμόρφωση της Διακήρυξης [40].

1.1 Ειδικότερα υπήρξαν τρία επίπεδα στην προσέγγιση φιλελεύθερων-μαρξιστών, ήτοι το φιλοσοφικό, το ιστορικό και το πρακτικό. Στο φιλοσοφικό επίπεδο οι Μαρξιστές στρέφονταν κατά του ατομικισμού της φιλελεύθερης προσέγγισης και τόνιζαν την ανάγκη προστασίας των κοινωνικών δικαιωμάτων και ότι τα κράτη αποτελούσαν τα κύρια όργανα εντός των οποίων πρέπει να προστατευτούν τα ΔτΑ. Σε ιστορικό επίπεδο τόνιζαν ότι οι Δυτικοί προσπαθούσαν μέσω της ενίσχυσης των ατομικών δικαιωμάτων να πλήξουν το οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο που από το 1917 επιβλήθηκε στο ανατολικό μπλοκ. Σε πρακτικό επίπεδο τα δύο παραπάνω επίπεδα είχαν αντίκτυπο στον Ψυχρό Πόλεμο που τότε είχε αρχίσει. Κάποιο Σοβιετικοί πιο συγκεκριμένα θεωρούσαν ότι οι ΗΠΑ θα χρησιμοποιούσαν την ΟΔΔΑ για να ενισχύσουν την προπαγάνδα τους κατά της ΕΣΣΔ [41].

1.2 Σε λόγο της η κα. Ρούζβελτ στο Παρίσι το 1948 (λέγεται ότι γράφτηκε από το ΥπΕξ των ΗΠΑ) τόνιζε ότι οι ΗΠΑ και όχι η ΕΣΣΔ ήταν ο πραγματικός προστάτης των ΔτΑ σε παγκόσμιο επίπεδο. Ακόμα δήλωσε πως ήταν προσχηματικό ότι η Σοβιετική Ένωση καυτηρίαζε την ανεργία στη Δύση, τη δυσχερή πρόσβαση στην Παιδεία και την έλλειψη ψυχαγωγίας για τους εργαζόμενους [42].

1.3 Η στάση της ΕΣΣΔ και των συμμάχων τους ήταν αρκετές φορές αντιφατική. Οι αντιπρόσωποι του ανατολικού μπλοκ συχνά απείχαν από τις συνεδρίες ή δεν έδιναν μεγάλη σημασία κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Από την άλλη πρότειναν την προσθήκη στη Διακήρυξη αρχών που ανταποκρίνονταν στις φιλοσοφικές, ιστορικές και πολιτικές τους προοπτικές [43]. Πρότασσαν ότι η ΟΔΔΑ δεν πηγαίνει αρκετά μακριά στην προστασία των ΔτΑ και ότι δεν υπήρχε ρητή καταδίκη του φασισμού και του ναζισμού [44]. Τέλος στις διαφορές Μαρξιστών-Φιλελευθέρων πρέπει να ενταχθεί και η συζήτηση για το θετικισμό και το φυσικό δίκαιο, όπως περιγράφεται παρακάτω.

Φυσικό-Θετό Δίκαιο

2. Τα δυτικά κράτη προσπάθησαν να περάσουν την ιδεολογία τους περί του ότι τα δικαιώματα αναπτύσσονται εντός των πλαισίων του φυσικό δικαίου. Οι θεμελιώδεις αρχές του φυσικού νόμου περιέλαβαν την έμφυτη αξιοπρέπεια των ανθρώπων καθώς επίσης και την ισότητα και το αναπαλλοτρίωτο των δικαιωμάτων. Το ανατολικό μπλοκ ήταν κατά του φυσικού δικαίου και επέμενε στο θετό. Ο Σοβιετικός Andrei Vyshinsky επέμενε σε μια θετικίστικη προσέγγιση και τόνιζε ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν μπορούν να νοηθούν έξω από το κράτος, καθώς η ίδια η έννοια του δικαιώματος και του νόμου συνδέθηκε με αυτήν του κράτους. Ωστόσο επικράτησε η δυτική θεώρηση περί φυσικού δικαίου καθώς θεωρήθηκε ότι τα ΔτΑ είναι δικαιώματα τα οποία οι άνθρωποι έχουν, ανεξάρτητα ή ακόμη και ενάντια στα κράτη τους.

2.1 Επιπλέον υπήρξε προσπάθεια να συμπεριληφθεί στο Προοίμιο αναφορά στο Θεό ή στο φυσικό δίκαιο ως πηγή των δικαιωμάτων της διακήρυξης. Υπήρξε ολλανδική πρόταση ότι έπρεπε να υπάρξει αναφορά στο φυσικό δίκαιο, αφού στη διακήρυξη δεν υπήρχε έως τότε νύξη στο Ανώτατο Όν [45]. Αν και κάποια δυτικά κράτη συμφώνησαν, άλλοι Δυτικοί και μη Δυτικοί διαφώνησαν και τόνιζαν την αξία του θετικισμού. Έτσι ένα έμβλημα της δυτικής κουλτούρας, το φυσικό δίκαιο, δεν περιελήφθη ρητά και ξεκάθαρα στη Διακήρυξη.

Δυτικοί-μη Δυτικοί

3. Η επιρροή της δυτικής κουλτούρας είναι σαφής στο κείμενο της ΟΔΔΑ, όπως και από τις παραπάνω παραγράφους διαφάνηκε. Όχι μόνο οι συμμετέχοντες ήταν στην πλειοψηφία τους Δυτικοί, αλλά και αρκετοί από τον Τρίτο Κόσμο είχαν δυτική παιδεία. Έγιναν κάποιες προσπάθειες να ενταχθούν απόψεις του ισλαμικού δικαίου στη διακήρυξη όμως χωρίς αποτέλεσμα [46]. Η έλλειψη διαφορετικών απόψεων από τους μη Δυτικούς οφείλεται και στο ότι τα κράτη της Αφρικής δεν είχαν ανεξαρτητοποιηθεί. Όταν κράτη εκτός Ευρώπης-Β.Αμερικής προχώρησαν σε αντίστοιχες κατοχυρώσεις των δικαιωμάτων του ανθρώπου, τα κείμενά τους χαρακτηρίζονταν από τις τοπικές κουλτούρες. Αλλά και εντός των πλαισίων των ΗΕ οι απόψεις των Αφρικανών, Λατινοαμερικάνων, Ασιατών μπόλιασαν στα ψηφίσματα του οργανισμού και τα επόμενα κείμενα προστασίας των δικαιωμάτων [47].

3.1 Τα Λατινοαμερικάνικα κράτη τήρησαν τη γραμμή της Δύσης ως γενικό πλαίσιο, αλλά κατά τις συνεδρίες πίεζαν για πιο «δυναμική και σκληρή» διατύπωση των άρθρων. Ακόμα οι κυριότερες παρεμβάσεις των 14 ασιατικών κρατών οφείλονταν σε ισχυρές προσωπικότητες όπως ο Gandhi, ο οποίος πρότεινε να προστεθεί η έννοια της υποχρέωσης στη Διακήρυξη [48]. Υπήρξαν επίσης καίριες οι παρεμβάσεις του Malik από το Λίβανο, και του Chang από την Κίνα.

3.2 Χαρακτηριστικό της έντονης αντίθεσης Δύσης με τους υπολοίπους είναι και ότι η ΕΣΣΔ, τα υπόλοιπα σοβιετικά κράτη, η Σαουδική Αραβία και η Νότια Αφρική δεν ψήφισαν υπέρ της Διακήρυξης [49]. Ωστόσο ενθαρρυντικό για το μέλλον ήταν ότι τα κράτη αυτά δεν ψήφισαν κατά της Διακήρυξης και έτσι έμενε ανοικτό το παράθυρο πλήρως αναγνώρισης του περιεχομένου της ΟΔΔΑ σε παγκόσμιο επίπεδο [50].

3.2 Σε ότι έχει να κάνει με τη στάση των σοσιαλιστικών χωρών αυτά εκτέθηκαν στις παραπάνω παραγράφους. Ως προς τη Σαουδική Αραβία και τη Νότια Αφρική ίσχυαν διαφορετικά δεδομένα. Η σαουδαραβική αντιπροσωπεία απείχε από την τελική ψηφοφορία για δύο λόγους: αφενός μεν λόγω της διατύπωσης του άρθρου 16 σχετικά με τα ίσα δικαιώματα γάμου (αφού το ισλαμικό δίκαιο προβλέπει την επιλογή της νύφης από τους γονείς), αφετέρου λόγω των αντιρρήσεων στην πρόταση στο άρθρο 18 που δηλώνει ότι το καθένα έχει το δικαίωμα για να αλλάξει τη θρησκεία ή την πεποίθησή του [51]. Η Νότια Αφρική απείχε από την έγκριση της Διακήρυξης, γιατί γνωρίζε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρησιμοποιούσαν την ΟΔΔΑ για να καταδικάσουν τις νοτιοαφρικανικές πρακτικές του απαρτχάιντ και της φυλετικής διάκρισης. Ο αντιπρόσωπος της Ν. Αφρικής Louw, αντέτασσε ότι το δικαίωμα συμμετοχής στην κυβέρνηση δεν είναι οικουμενικό δικαίωμα αλλά αφορά την εσωτερική νομοθεσία κάθε κράτους και άρα ήταν διεθνώς αποδεκτή η συμμετοχή μόνο ευρωπαίων στην κυβέρνηση και το κοινοβούλιο της χώρας. Ωστόσο η αποχή από την ΟΔΔΑ ενός ρατσιστικού καθεστώτος δεν μείωνε σε τίποτα την οικουμενικότητά της, αφού ο ρατσισμός είχε καταγγελθεί ομόφωνα ως ανήθικος [52].


Νομική φύση Διακήρυξης

4. Πριν τη σύνταξη τους εγγράφου, η συντακτική επιτροπή είχε να αντιμετωπίσει τη νομική φύση του προτεινόμενου σχεδίου. Ορισμένα κράτη, συμπεριλαμβανομένων των Ηνωμένων Πολιτειών που ήθελαν να αποφύγουν την επικύρωση από τη Γερουσία μιας διεθνούς Συνθήκης ευνοούσαν μια μη νομικά δεσμευτική δήλωση με διακηρυκτικό χαρακτήρα αλλά και με έντονο ηθικό περιεχόμενο που θα. Συνιστά μια ηθικά πειστική δήλωση [53].

4.1 Το λύση κλήθηκε να δώσει η Ελέονορ Ρούζβελτ. Με έντονο τον πολιτικό ρεαλισμό στις κινήσεις της προσπάθησε να συγκεράσει τις δύο απόψεις, κλίνοντας περισσότερο προς το διακηρυκτικό χαρακτήρα της δήλωσης. Στη δεύτερη συνεδρίαση της επιτροπής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη Γενεύη οι δύο προσεγγίσεις έγιναν τρείς, με την τελευταία να αποτελεί απόρροια των άλλων δύο. Έτσι οι τρεις παραλλαγές που προτάσσονταν ήταν η διακήρυξη, η διεθνής σύμβαση για τα ΔτΑ και τα μέτρα για την εφαρμογή του κειμένου και την ενίσχυσή του.

4.2 Τελικά η ΟΔΔΑ φαίνεται να δεσμεύει καταρχάς τον ΟΗΕ, αφού οφείλει ο οργανισμός να τηρεί τις πράξεις των οργάνων του, ο οποίος επικαλείται το κείμενο σε ενέργειές του για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ακόλουθα η Διακήρυξη έχει νομική ισχύ ως δηλωτική του εθιμικού δικαίου [54]. Άλλωστε οι διατάξεις της ΟΔΔΑ, παρά το ότι αυτή αποτελεί εξαγγελία σπουδαίων αρχών, αναγνωρίζονται ως γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου [55].

Τα κενά της Διακήρυξης

5. Στην ΟΔΔΑ δεν γίνεται καθόλου λόγος για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. Δεδομένου ότι τα δυτικά κράτη διαμόρφωναν εν πολλοίς το περιεχόμενο της Διακήρυξης, δεν επιθυμούσαν να δώσουν ώθηση στις τάσεις ανεξαρτητοποίησης και αποικιοποίησης που από τότε διαφαίνονταν.

5.1 Ως προς τις μειονότητες, έγινε αρκετή συζήτηση στις συναντήσεις των επιτροπών. Όμως κρίθηκε ότι τα επιχειρήματα για τη συμπερίληψη ενός άρθρου για τα δικαιώματα των μειονοτήτων δεν ήταν αρκετά σαφή. Ακόμα υποστηρίζονταν ότι τα δικαιώματα των μελών μιας μειονότητας προστατεύονται μέσω της ατομικής προστασίας που παρέχει η ΟΔΔΑ σε κάθε άνθρωπο. Για τις μειονότητες τέλος δεν έδειξαν διάθεση συζήτησης ούτε οι Δυτικοί, καθώς αρκετές μειονότητες είχαν συνεργαστεί με τον Άξονα, αλλά ούτε τα μέλη της Λατινικής Αμερικής, Ασίας, Αφρικής γιατί δήλωναν ότι στις χώρες τους δεν υπάρχει θέμα μειονοτήτων [56]. Έτσι επιλέχθηκε η αναβολή των συζητήσεων για τις μειονότητες για τη μετά τη σύναψη της διακήρυξης εποχής [57].

5.2 Όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, παρόλη την ισχυρή πίεση φεμινιστικών ΜΚΟ, δεν αναφέρονταν στη Διακήρυξη, καθώς υπήρχε η δικαιολογία ότι οι γυναίκες προστατεύονται επαρκώς. Τούτο διότι αφενός μεν υπάρχει το άρθρο 2 που αναφέρεται σε δίκαιη και ίση μεταχείριση ανεξαρτήτως φύλου, αφετέρου δε δεν υπάρχει διάκριση ανδρών-γυναικών στην ορολογία της ΟΔΔΑ (χρησιμοποιείται η λέξη άνθρωπος, άτομο κλπ). Ωστόσο παραγνωρίστηκε το γεγονός ότι οι γυναίκες υφίστονταν καταπάτηση των δικαιωμάτων τους ιδιωτικά, στα σπίτια τους από τους άνδρες αλλά και στα πλαίσια δικαιικών τάξεων εκτός Δύσης (λ.χ. ισλαμικά καθεστώτα) [58].

5.3 Σε ότι έχει να κάνει τέλος με το δικαίωμα αντίστασης στην καταπίεση δόθηκε ώθηση στις σχετικές συζητήσεις από τους αντιπροσώπους της Κούβας και της Αργεντινής. Βασίζονταν στις Διακηρύξεις της Μποκοτά και του Μεξικού (1945). Προτιμήθηκε, για λόγους μη νομιμοποίησης κάθε επαναστατικού κινήματος, η μη θέσπιση άρθρου στο καθ’ εαυτό κείμενο της ΟΔΔΑ. Αντίθετα υπήρξε στο Προοίμιο αναφορά στο «έσχατο καταφύγιο της εξέγερσης κατά της τυραννίας και της καταπίεσης».


IV.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

1. Εξήντα χρόνια μετά την Διακήρυξη, αυτή είναι σήμερα τόσο επίκαιρη όσο και τότε. Σε αυτή βασίστηκαν αρκετά κείμενα προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου σε οικουμενική και περιφερειακό επίπεδο. Ιδωμένη υπό το πρίσμα της εποχής, η σημασία της είναι ακόμα μεγαλύτερη. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η δίκη της Νυρεμβέργης αποτέλεσαν τομή για τα ΔτΑ, καθώς οι φρικαλεότητες οδήγησαν στις συζητήσεις για την ΟΔΔΑ.

1.1 Φωτισμένες προσωπικότητες όπως η Ρούζβελτ αλλά και οι έγκριτοι νομικοί όπως οι Humphrey, Cassin, Malik κατάφεραν να συγκεράσουν αντιτιθέμενες απόψεις, ίσως όχι πάντα με τη μέγιστη επιτυχία. Δεδομένης όμως της εποχής του Ψυχρού Πολέμου που τότε άρχιζε, της υφιστάμενης Αποικιοκρατίας και των διαφορετικών ιδεολογικών προσεγγίσεων η Διακήρυξη ήταν ένα σημαντικό επίτευγμα. Η συμβολή αυτών των προσώπων στη σύναψη της ΟΔΔΑ είναι δεδομένη, γεγονός που τους αναγνωρίζεται σε διεθνές ανθρωπιστικό και επιστημονικό επίπεδο [59]. Οι απόψεις τους άλλωστε για την ΟΔΔΑ δείχνουν το μέγεθος και τη σημασία της. Έτσι δικαιολογημένα ο Charles Malik, ο Λιβανέζος φιλόσοφος και διπλωμάτης, αποκάλεσε τη Διακήρυξη ως «διεθνές έγγραφο πρώτης γραμμής σπουδαιότητας» ενώ η Eleanor Roosevelt, δήλωσε ότι η ΟΔΔΑ «μπορεί καλά να γίνει η διεθνής Magna Carta των απανταχού της γης ανθρώπων» [60].

1.2 Από τα πλέον σημαντικά της Διακήρυξης είναι ο συγκερασμός τόσο διαφορετικών απόψεων περί του τι είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Παρόλη την κυρίαρχη δυτική ιδεολογία το γεγονός ότι συζητήθηκαν εκτενώς απόψεις και γνώμες από διαφορετικές ιδεολογικές ομάδες κρατών, διαφορετικών θρησκειών, πολιτικών συστημάτων αποτελεί πολύ μεγάλο επίτευγμα. Και μόνο το γεγονός ότι σήμερα δεν είναι πάντοτε εύκολη η συνεννόηση μεταξύ κρατών, παρά την παγκοσμιοποίηση και την πτώση των διαχωριστικών γραμμών, αρκεί για να προσδώσει στην ΟΔΔΑ μεγαλύτερη νομική, ιστορική, ανθρωπιστική εμβέλεια.

Υποσημειώσεις:

[1] για την ερμηνεία του όρου γενοκτονία από τον «εμπνευστή» της βλ. Raphael Lemkin, «Axis Rule in Occupied Europe: Laws of Occupation - Analysis of Government - Proposals for Redress», εκδ. Carnegie Endowment for International Peace, Washington, 1944, σελ. 79 - 95.
[2] http://lawprofessors.typepad.com/law_librarian_blog/2008/12/today-marks-the.html. Η ΟΔΔΑ έχει μεταφραστεί σε σχεδόν 350 γλώσσες και τοπικές διαλέκτους.
[3] Ελληνικό τμήμα Διεθνούς Αμνηστίας, «Τα ανθρώπινα δικαιώματα», Αθήνα, 1985, σελ. 12
[4] http://www.secondworldwar.co.uk/casualty.html
[5] R.J. Rummel, «Statistics of democide: Genocide and Mass Murder Since 1900», εκδ. Center for National Security Law, School of Law, University of Virginia, 1997, chapter αρ. 3
[6] Anne Applebaum, «Gulag. A History», εκδ. Doubleday, 2003, σελ. 243.
[7] Hornberger, Jacob, «Repatriation—The Dark Side of World War II», περιοδ. The Future of Freedom Foundation, 1995
[8] Luke Harding, «Germany's forgotten victims», the Guardian, 22.10.2003
[9] Βrinkley, Douglas. David R. Facey-Crowther, «The Atlantic Charter» εκδ. Franklin and Eleanor Roosevelt Institute Series on Diplomatic and Economic History, Vol 8
[10] Atlantic Charter, published in Department of State Executive Agreement Series No.236
[11] Roosevelt Institute archive, excerpted from the State of the Union Address to the Congress: http://merchant.videotex.net/common/news/details.cfm?QID=2089&clientid=11005
[12] Γενικά για τη συνδιάσκεψη βλ. Hilderbrand, Robert C. «Dumbarton Oaks: The Origins of the United Nations and the Search for Postwar Security», εκδ. Chapel Hill: University of North Carolina Press, 1990.
[13] Γενικά για τη δράση ΜΚΟ στη σύνταξη της ΟΔΔΑ βλ. William Korey, «NGO’s and the Universal Declaration of Human Rights: A Curious Grapevine», εκδ. St. Martin's Press: New York, 1998
[14] Είχε στο μεταξύ προστεθεί η Πολωνία, η οποία θεωρείται ιδρυτικό μέλος.
[15] http://www.un.org/aboutun/history.htm
[16] Εμμανουήλ Ρούκουνας, «Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», εκδ. Εστία, Αθήνα, 1995, σελ. 70
[17] Kelsen H., «The Law of the United Nations», εκδ. Stevens & Sons, New York, 1951, σελ. 27
[18] http://www.udhr.org/history/default.htm
[19] Ρούκουνας, σελ. 60-61
[20] Γενικό, «Basic Facts about United Nations», United Nations Publications, New York 2004, σελ. 233
[21] United Nations Year Book 1948-1949, σελ. 524
[22] M.Johnson Glen, «The UDHR, a history of its creation and implementation», εκδ. Unesco, Paris, 1998, σελ. 34
[23] Johannes Morsink, «The Universal Declaration of Human Rights», εκδ. University of Pennsylvania Press, σελ. 5
[24] UN Doc. E/CN.4 /AC/1/3/Add.1 Documented Outline
[25] Το έγγραφο του Humphrey αποτέλεσε τον οδηγό της επιτροπής για να συντάξει την ΟΔΔΑ και από αυτό άντλησε τον κατάλογο των αναφερόμενων δικαιωμάτων. Ακόμα αυτό περιείχε τις απόψεις κάποιων κυβερνήσεων (Χιλή, Κούβα, Παναμάς, Ινδία, ΗΠΑ αλλά και διαφόρων ΜΚΟ λ.χ Δικηγορικός Σύλλογος ΗΠΑ) βλ. UN Doc. E/CN.4/AC.1/SR/1, 10.06.1947
[26] UN Year Book, ο.π.
[27] Glen, σελ. 35
[28] UΝ Year Book, ο.π.
[29] UΝ Doc. E/CN.4/AC.1/3 of 4 June 1947
[30] «To say I did the draft alone would be nonsense... The final Declaration was the work of hundreds» Βλ. http://www.histori.ca/minutes/minute.do?id=10219
[31] UΝ Year Book, ο.π.
[32] Mary Ann Glendon, «A World Made New: Eleanor Roosevelt and the Universal Declaration of Human Rights», εκδ. Random House, New York, 2001, σελ. 62
[33] Mary Ann Glendon, ο.π. σελ. 63-64
[34] Στη συνέχεια η Ελ. Ρούζβλετ ευχαρίστησε για τις χρήσιμες παρατηρήσεις τις ΜΚΟ, βλ. http://www.udhr.org/history/default.htm
[35] Glen, σελ 31-32
[36] http://www.unac.org/rights/question.html, υπό τον τίτλο «Who are the signatories of the Declaration?»
[37] Αφγανιστάν, Αργεντινή, Αυστραλία, Βέλγιο, Βολιβία, Βραζιλία, τη Βιρμανία, Καναδάς, Χιλή, Κίνα, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, την Κούβα, τη Δανία, τη Δομινικανή Δημοκρατία, Εκουαδόρ, Αίγυπτος, Ελ Σαλβαδόρ, Αιθιοπία, Γαλλία, Ελλάδα, Γουατεμάλα, Αϊτή, Ισλανδία, Ινδία, Ιράν, Ιράκ, Λίβανος, η Λιβερία, Λουξεμβούργο, Μεξικό, Ολλανδία, Νέα Ζηλανδία, Νικαράγουα, Νορβηγία, Πακιστάν, Παναμάς, Παραγουάη, Περού, Φιλιππίνες, Ταϊλάνδη, Σουηδία, Συρία , Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ηνωμένες Πολιτείες, Ουρουγουάη και Βενεζουέλα.
[38] William Schabas, «Canada and the Adoption of Universal Declaration of Human Rights». McGill Law Journal, 1998, 43. 403
[39] Ρούκουνας, σελ. 71-72
[40] Johannes Morsink, «The Universal Declaration of Human Rights: Drafting, Origins & Intent» Pennsylvania Studies in Human Rights, εκδ. University of Pennsylvania Press, 2000 σελ 157 επ.
[41] Μ. Glen Johnson, σελ. 43-44
[42] A. Glenn Mower Jr, «The United States, The United Nations and Human Rights: The Eleanor Roosvelt and Jimmy Carters Eras», εκδ. Greenwood Press, 1979, σελ. 35
[43] Προτάσεις Modzelewski (Πολωνός) για κοινωνικά δικαιώματα, μη επηρεασμό των εθνικών δικαιοταξιών από την ΟΔΔΑ, μη αναγνώριση δικαιώματος λόγου στους «φασίστες» κ.α. βλ. Third Committee, Summary Records, σελ. 57-59
[44] http://ccnmtl.columbia.edu/projects/mmt/udhr/udhr_general/drafting_history_10.html
[45] General Assembly, Summary Records, σελ. 874 και Third Committee, Summary Records, σελ. 755-6
[46] Jack Donnely, «Human Rights and Human Dignity: An analytic Critique of Non-Western Conceptions of Human Rights», American Political Science Review, 1982, sel. 303-316
[47] Μ. Glen Johnson, σελ. 47
[48] Elena Ippoliti, «At the Heart of Human Rights Education: the Universal Declaration of Human Rights», Equitas-International Center for Human Rights Education, www.equitas.org/english/programs/downloads/ihrtp-proceedings/22nd/HRE-UDHR_ang.pdf
[49] Johannes Morsink, σελ 12
[50] Peter Bailey, «The creation of the UDHR», www.universalrights.net/main/creation.htm
[51] Ο Cassin επεσήμανε αργότερα ότι το αρθρ. 18 δεν απέτρεψε άλλα μουσουλμανικά κράτη, όπως η Συρία, Τουρκία, Ιράν να αποδεχθούν την ΟΔΔΑ. Βλ. Cassin, «Historique de la Déclaration», στο La Pensée et l’ Action, εκδ. René Cassin Published, 1972, σελ. 116-7
[52] Morsink, σελ. 4-12
[53] http://www.udhr.org/history/default.htm
[54] Βλ. υποθέσεις ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης «διπλωματικό προσωπικό ΗΠΑ στην Τεχεράνη, 1980» και «στρατιωτικές και παραστρατιωτικές δραστηριότητες στη Νικαράγουα, 1986»
[55] Ελληνικό τμήμα Διεθνούς Αμνηστίας, σελ. 13
[56] Ρούκουνας, σελ. 74
[57] Jan Berting, «Human Rights in a pluralisti world», Unesco,Roosvelt Study Center, London, 1990
[58] Celina Romany, «State responsibility goes private: a feminist critique of the public/private distinction in international human rights law», στο Rebecca Cook, «Human rights of women», εκδ. University of Pennsylvania Press, 1994, σελ 85-115.
[59] O Cassin τιμήθηκε για τη συνεισφορά του στην προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου με τα βραβεία Ειρήνης Νόμπελ και Λένιν.
[60] Statement by Charles Malik as Representative of Lebanon to the Third Committee of the UN General Assembly on the Universal Declaration, 6 November 1948 καθώς και σε Eleanor Roosevelt: Address to the United Nations General Assembly


*-*-*-*-*-*-*-*-*-*-**-*-*-*-*-*-*


ΠΗΓΕΣ

Πρωτογενείς πηγές:

• Atlantic Charter, published in Department of State Executive Agreement Series No.236
• UN Doc. E/CN.4/AC.1/SR/1, 10.06.1947
• UΝ Doc. E/CN.4/AC.1/3 of 4 June 1947
• UN Doc. E/CN.4 /AC/1/3/Add.1 Documented Outline
• Third Committee, Summary Records, σελ. 57-59, 755-6
• General Assembly, Summary Records, σελ. 874
• Statement by Charles Malik as Representative of Lebanon to the Third Committee of the UN General Assembly on the Universal Declaration, 6 November 1948
• Eleanor Roosevelt: Address to the United Nations General Assembly


Βιβλιογραφία


• Anne Applebaum, «Gulag. A History», εκδ. Doubleday, 2003.
• Jan Berting, «Human Rights in a pluralisti world», Unesco,Roosvelt Study Center, London, 1990
• René Cassin, «Historique de la Déclaration», στο La Pensée et l’ Action, εκδ. René Cassin Published, 1972,
• Ελληνικό τμήμα Διεθνούς Αμνηστίας, «Τα ανθρώπινα δικαιώματα», Αθήνα, 1985
• M.Johnson Glen, «The UDHR, a history of its creation and implementation», εκδ. Unesco, Paris, 1998,
• Mary Ann Glendon, «A World Made New: Eleanor Roosevelt and the Universal Declaration of Human Rights», εκδ. Random House, New York, 2001,
• Robert C. Hilderbrand, «Dumbarton Oaks: The Origins of the United Nations and the Search for Postwar Security», εκδ. Chapel Hill: University of North Carolina Press, 1990.
• H. Kelsen., «The Law of the United Nations», εκδ. Stevens & Sons, New York, 1951
• William Korey, «NGO’s and the Universal Declaration of Human Rights: A Curious Grapevine», εκδ. St. Martin's Press, New York, 1998
• Raphael Lemkin, «Axis Rule in Occupied Europe: Laws of Occupation - Analysis of Government - Proposals for Redress», εκδ. Carnegie Endowment for International Peace, Washington, 1944,
• Johannes Morsink, «The Universal Declaration of Human Rights», εκδ. University of Pennsylvania Press.
• Glenn Mower Jr, «The United States, The United Nations and Human Rights: The Eleanor Roosvelt and Jimmy Carters Eras», εκδ. Greenwood Press, 1979,
• Celina Romany, «State responsibility goes private: a feminist critique of the public/private distinction in international human rights law», στο Rebecca Cook, «Human rights of women», εκδ. University of Pennsylvania Press, 1994
• Εμμανουήλ Ρούκουνας, «Διεθνής προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», εκδ. Εστία, Αθήνα, 1995, σελ. 70
• R.J. Rummel, «Statistics of democide: Genocide and Mass Murder Since 1900», εκδ. Center for National Security Law, School of Law, University of Virginia, 1997, chapter αρ. 3
• «Basic Facts about United Nations», United Nations Publications, New York 2004, σελ. 233
• «United Nations Year Book 1948-1949», United Nations Publications, New York

Αρθρογραφία:

• Douglas Βrinkley,. David R. Facey-Crowther, «The Atlantic Charter», Franklin and Eleanor Roosevelt Institute Series on Diplomatic and Economic History, Vol 8
• Jack Donnely, «Human Rights and Human Dignity: An analytic Critique of Non-Western Conceptions of Human Rights», American Political Science Review, 1982,
• Luke Harding, «Germany's forgotten victims», the Guardian, 22.10.2003
• Jacob Hornberger, «Repatriation—The Dark Side of World War II», περιοδ. The Future of Freedom Foundation, 1995
• William Schabas, «Canada and the Adoption of Universal Declaration of Human Rights». McGill Law Journal, 1998, 43. 403

Διαδίκτυο:

• http://www.secondworldwar.co.uk/casualty.html
• http://lawprofessors.typepad.com/law_librarian_blog/2008/12/today-marks-the.html.
• http://merchant.videotex.net/common/news/details.cfm?QID=2089&clientid=11005 : Roosevelt Institute archive, excerpted from the State of the Union Address to the Congress
• http://www.un.org/aboutun/history.htm
• http://www.udhr.org/history/default.htm
• http://www.histori.ca/minutes/minute.do?id=10219
• www.universalrights.net/main/creation.htm : Peter Bailey, «The creation of the UDHR»
• www.equitas.org/english/programs/downloads/ihrtp-proceedings/22nd/HRE-UDHR_ang.pdf : Elena Ippoliti, «At the Heart of Human Rights Education: the Universal Declaration of Human Rights», Equitas-International Center for Human Rights Education,
• http://www.unac.org/rights/question.html : «Who are the signatories of the Declaration?»
• http://ccnmtl.columbia.edu/projects/mmt/udhr/udhr_general/drafting_history.html : Peter Danchin, Columbia University

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης