ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

http://law-thessaloniki.blogspot.gr

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Οι πρώτοι μήνες του ελληνοϊταλικού πολέμου του 1940 μέσα από την καθημερινότητα των ανώνυμων ηρώων.

Για την ελληνική συμμετοχή στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουν γραφεί και ειπωθεί πολλά. Η βιβλιογραφία παρέχει πλούσιο υλικό για τα συμβάντα της επίθεσης των Ιταλών σε βάρος της Ελλάδας, της ελληνικής αντεπίθεσης, των νικών αλλά και τέλος της ήττας της χώρας από τα ναζιστικά στρατεύματα. Όσο σημαντική όμως είναι η αφήγηση των μαχών, η στάση των πολιτικών και στρατιωτικών παραγόντων, τα αίτια και οι αφορμές, η «επίσημη» δηλαδή ιστορία, άλλο τόσο σπουδαία είναι η ανάγνωση των μαρτυριών της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων που έζησαν και πολέμησαν στα βουνά της Ηπείρου το 1940-1941. Στα πλαίσια αυτά οι μαρτυρίες των Ελλήνων στρατιωτών και αξιωματικών, των γυναικών στα μετόπισθεν, των ανθρώπων που συνέχισαν την καθημερινή ζωή τους στην εμπόλεμη Ελλάδα και των απόδημων Ελλήνων, παρότι διακρίνονται για το υποκειμενικό τους στοιχείο[1], αποτελούν το υλικό ώστε να αντιληφθούμε τη σημασία της αντίστασης και των επιτυχιών της Ελλάδας σε βάρος της Ιταλίας.

Στην Αθήνα, το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο κόσμος βγήκε στους δρόμους να διαδηλώσει, φωνάζοντας «δώστε μας όπλα να πολεμήσουμε» και «όλοι θέλουμε να πολεμήσουμε». Σε ολόκληρη τη χώρα οι αντιδράσεις των Ελλήνων ήταν χαρακτηριστικές της κοινής επιθυμίας να αμυνθούν και δε θύμιζαν πόλεμο αλλά πανηγύρι[2]. Ο Κρητικός φαντάρος Δημήτρης Μιχελίδης αυθημερόν με την κήρυξη του πολέμου ανέφερε για το ακμαίο ηθικό των Ελλήνων που πήγαιναν στα σημεία επιστράτευσης: «πρόβαλαν και κατηφόριζαν στο δρόμο μερικά αυτοκίνητα γεμάτα επιβάτες που έμοιαζαν σαν εύθυμοι πανηγυριώτες κι όπως φτάσανε κοντά μας, φώναξαν όλοι μαζί: Ζήτω ο στρατός, Ζήτω ο πόλεμος. Κάτω η φασιστική Ιταλία». Η κήρυξη του πολέμου αντιμετωπίστηκε ως χαρμόσυνη είδηση αφού «αυθόρμητα αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και κάναμε μια θερμή χειραψία που εκείνη τη στιγμή συμβόλιζε την αδερφοσύνη μας και την πίστη μας στο εθνικό απελευθερωτικό πόλεμο που άρχισε πάνω στην Πίνδο»[3]. Ισόχρονα, στα ελληναλβανικά σύνορα, στην Κόνιτσα, ο στρατιώτης Κώστας Γκιζάς έγραψε για τις πρώτες στιγμές της ιταλικής επίθεσης: «Το μέτωπο πέρα – ως πέρα καιγόταν από τα πυρά του εχθρού. Η εισβολή άρχισε από πολλές μεριές μαζί, μόλις κόπασε το κανονίδι…Βλέπουμε να προβάλλουν σε ομάδες Ιταλοί στρατιώτες…Αυτό ήταν! Τα πολυβόλα μας και τα ντουφέκια μας ανάβουν και τους θερίζουν!»[4]. Στήριξη στους Ελλαδίτες προσέφεραν και οι Κύπριοι, αλλά και οι απόδημοι Έλληνες σε Αμερική, Αυστραλία, Αίγυπτο. Χαρακτηριστικά στη Λευκωσία «Εθελονταί κατά εκατοντάδες παρουσιάζονται εις το Ελληνικό Προξενείον, πλούσιο, πτωχοί, άνθρωποι κάθε τάξεως, άνδρες και γυναίκες προσφέρουν ό,τι έχουν, ό,τι ημπορούν δια τον Ελληνικόν αγώνα»[5].

Ταυτόχρονα η καθημερινή ζωή στις έμπαινε σε νέους ρυθμούς, προσαρμοσμένους στην εμπόλεμη κατάσταση. Ωστόσο η εμπόλεμη κατάσταση, ιδίως μετά τις πρώτες ημέρες του πολέμου δεν άλλαξε δραματικά την καθημερινότητα των όσων έμειναν στα μετόπισθεν. Ωστόσο ελήφθησαν μέτρα για την αποτροπή αεροπορικών επιθέσεων και εμφάνισης φαινομένων διατάραξης της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, ιδίως στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Έτσι, για τη διανομή τροφίμων «ειδοποιούνται άπαντες οι κάτοικοι ότι αι διανομαί των τροφίμων και του άρτου θα εξακολουθώσι γενόμεναι κανονικώς και επομέως δεν πρέπει να πανικλβληθώσι και να φροντίζωσι καθ’ οιονδήποτε τρόπον να σχηματίσωσι αποθέματα τροφίμων…δεδομένου ότι η κατοχή και η εναποθήκευσις τροφίμων μεγαλύτερων των προς διατροφήν απαιτουμένων απογορεύεται, χάριν της επάρκειας του συνόλου των πολιτών. Για τα φώτα «όπως καθ’ όλας τας νύκτας αποκρύπτεται απολύτως ο φωτισμός των οικιών, εις τρόπον ώστε να μην είναι, ουδέ η ελάχιστη ακτίς φωτός, εκ των έξω ορατή»• για το νερό «θα ήτο φρόνιμον οι κάτοικοι να εφοδιασθούν με παρακαταθήκην ύδατος. Είναι εύκολον να εναποθηκευθή το ύδωρ εντός λουτήρων…το πόσιμον ύδωρ όμως να διατηρείται εντός δοχείων κεκαλλυμένων»• για τις τηλεπικοινωνίες «παρακαλούμεν να μη τηλεφωνείται άνευ απολύτου ανάγκης. Δυσχαιρένεται επικινδύνως την επικοινωνίαν των δημοσίων υπηρεσιών• για τις τραπεζικές καταθέσεις «η Τράπεζα της Ελλάδος ειδοποίησε δι’ εγγράφου της απάσας τας τράπεζας όπως από την σήμερον 28η Οκτωβρίου επιτρέπεται υπό των καταθετών ανάληψις μέχρι 5% επί του ποσού των καταθέσεών των…Πάντως ανώτατο όριο αναλήψεως καθορίσθει το ποσό των 3.000 δραχμών»[6].

Βέβαια και οι γυναίκες στα χωριά της μεθορίου ανησυχούσαν για την ιταλική επίθεση και το αν ο ελληνικός στρατός θα τους προστατέψει: «Ήρθε ο παραγιός μας, πόλεμος, λέει, μαζευτήκανε οι άντρες στην πλατειούλα κι είπαν να πάρομε ό,τι πολύτιμο έχομε να φύγομε. Mα πάλι την πρώτη μέρα εκείνη δεν έγινε τίποτα, δε φύγαμε. Είχα κατέβει μάλιστα στον κήπο μας, μάζευα φασόλια• ήρθε ο άντρας μου: τι μαζεύεις; Πόλεμος είναι, δε θα μείνει τίποτα. Oύτε φασόλια, ρώτησα εγώ»[7]. Στα μετόπισθεν οι νοσοκόμες, από την αρχή του πολέμου και καθ’ όλη τη διάρκειά του προσπαθούσαν να κουράρουν τους τραυματίες από το μέτωπο. Στη Θεσσαλονίκη μια νοσοκόμα ανέφερε για τα όσα συνέβαιναν: «είχα πρώτα παθολογικούς, πνευμονίες, πλευρίτιδες, σα να μην ήταν πόλεμος. Mόνο δύο μάς πεθάνανε• ο ένας υπερυψηλός δεκανέας, δε βρέθηκε φέρετρο στα μέτρα του, τον σηκώσανε με φορείο• συλλογίστηκα τους δικούς του έτσι που τον πήρανε, ταράχτηκα…Έπειτα γεμίζανε οι θάλαμοι, έπειτα κι οι διάδρομοι. Εγώ ήμουν υπεύθυνη για 500 ακρωτηριασμένους -τραύματα και κρυοπαγήματα…Ένας δεν είχε ούτε πόδια, ούτε χέρια. Του γεμίζαμε τσιμπούκι και κάπνιζε ασταμάτητα»[8].

Στο μέτωπο, παρά τις δυσκολίες και εναντίων των υπέρτερων και πιο καλά εξοπλισμένων ιταλικών δυνάμεων ο ελληνικός στρατός αμύνθηκε με επιτυχία, στο Καλπάκι (Ελαία)• άλλη γνώμη είχε το Επιτελείο στην Αθήνα, το οποίο επιθυμούσε σύμπτυξη στα ενδότερα προς Μέτσοβο. Ο επικεφαλής της 8ης Μεραρχίας υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, με συναισθηματισμό, περιέγραψε για την άμυνα στο Καλπάκι «είναι εύκολον να φαντασθή τις ποίον δυσμενή αντίκτυπον θα είχεν αύτη επί του ηθικού των ανδρών, καταγομένων σχεδόν όλων εκ της Ηπείρου, ήτις θα εγκαταλείπετο εις χείρας του αντιπάλου...[ωστόσο οι άνδρες πολεμούσαν για τα] χωριά τους, τα κτήματά τους, για τα σπίτια τους και τις οικογένειές τους»[9]. Ταυτόχρονα, απευθυνόμενος στη σύζυγό του, ενέμενε στην άποψή του να μην ακολουθήσει τις εντολές του Επιτελείου για άμυνα στο Μέτσοβο και ήταν αισιόδοξος για την επιτυχία των Ελλήνων στρατιωτών: «μην ανησυχής, καλά πάνε τα πράγματα. Το σχέδιόν μου εφαρ¬μόζεται όπως έχει καθορισθή εκ των προτέρων, μην πιστεύης καμμίαν διάδοσιν, γιατί όλα είναι φήμαι αδέσποτοι…Κρατάμε καλά και εντός ολίγoυ θα τους κανονίσωμε όπως χρειάζεται»[10].

Γενικά, η επιστράτευση ήταν επιτυχής και στην ελληνοαλβανική μεθόριο, όπου έχει αποκρουστεί η ιταλική επίθεση των πρώτων ημερών, κατέφθαναν τα ελληνικά στρατεύματα. Ωστόσο ο χειμώνας εμπόδιζε την καθημερινότητα των φαντάρων. Ο στρατιώτης Ντίνος Μαγγιοράκος ανέφερε: «9η Νοεμβρίου Καλαμπάκα: Ο καιρός είναι βροχερός. Εν τούτοις στις 8 το πρωί φεύγουμε για το χωριό Τρυγώνα [ορεινής Καλαμπάκας]… Θα μείνει αλησμόνητη αυτή η πορεία σ’ εκείνους που την έκαμαν. Πάντοτε θα θυμούνται πόσο κουράστηκαν, πόσο υπέφεραν, βαδίζοντας συνέχεια χωρίς την παραμικρή διακοπή, μέσα στη βροχή και στη λάσπη, με βαρύτατο φορτίο, 34 ολόκληρα χιλιόμετρα». Ωστόσο παρά τις δυσκολίες οι φαντάροι διατηρούσαν ακμαίο το ηθικό τους: «το ηθικό του Στρατού άριστο, το συσσίτιο αυτές τις ημέρες [13η Νοεμβρίου στην Παληά Κουτσούφλιανη, σημερινό Πλατάνιστο Καλαμπάκας] πολύ καλό. 26η Νοεμβρίου Τσούμες [κορυφή στο Μέτσοβο]: Βρισκόμαστε σε υψόμετρο 1.600. Η μύτη μας δεν αντέχει ούτε μαντήλι, ούτε χέρι, ούτε τίποτα Με δυσκολία κινάμε τα δάχτυλά μας»[11]. Τις δυσκολίες των Ελλήνων φαντάρων και τις αδυναμίες των πρώτων ημερών του πολέμου αναγνώριζαν και οι αξιωματικοί. χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, επικεφαλής του Αποσπάσματος Πίνδου, με έδρα το Επταχώρι Καστοριάς που αντιμετώπισε την ιταλική μεραρχία αλπινιστών «Τζούλια», έγραψε: «τίποτα δεν εστάλη επαρκές, οπλισμός, κλινοσκεπάσματα, πέταλα, τηλέφωνα, καλώδιο, οπτικά, πυρομαχικά, όλα ήσαν ανεπαρκή και ατελή…στρατιώται ήσαν χωρίς άρβυλα, με σχισμένες περισκελέδες…Ο εκτελών χρέη υπολοχαγού πυροβολαχίας, ανθυπολοχαγός ων της τάξεως 1940, δεν είχε εκτελέσει βολήν»[12].

Μετά την απόκρουση της ιταλικής επίθεσης ακολούθησε στις 14 Νοεμβρίου η ελληνική αντεπίθεση. Στις 22 Νοεμβρίου 1940 ο ελληνικός στρατός εισήλθε στην Κορυτσά, την πρώτη πόλη από τότε που άρχισε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος που καταλαμβανόταν από συμμαχικά στρατεύματα. Οι επιτυχίες αναπτέρωσαν το ηθικό των ελληνικών στρατευμάτων. Ο αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας ανέφερε για την απελευθέρωση της Κορυτσάς: «ο πληθυσμός της πόλεως, ελληνικός και αλβανικός, υποδέχεται τους άνδρας με εκδηλώσεις ενθουσιασμού και με σημαίας. Που ευρέθησαν τόσες ελληνικές σημαίες;»[13]. Και οι απλοί στρατιώτες είχαν αρχίσει να συνειδητοποιούν την επιτυχία στις προσπάθειές τους. Ο στρατιώτης Ντέλας Στρατολάτης, μια μέρα πριν την είσοδο στην Κορυτσά έγραφε: «αποφασίζω να πάω με μερικούς στρατιώτες για λάφυρα, ελπίζοντας να πετύχω κανένα…μαντολίνο ιταλικό, να παίξω ελληνικά και ιταλικά τραγούδια. Όμως αντί για μαντολίνο γυρίζω με δύο ελαφρά πολυβόλα. Και αυτά βέβαια τραγουδάνε, αλλά πολεμικά άσματα, ενώ το μαντολίνο θα συνόδευε τους αγαπημένους μου φίλους λοχίες Ποτόγλου και Λούκο που τραγουδάμε μαζί Αττίκ και Χαιρόπουλο»[14].

Επίσης, η προέλαση στη Βόρεια Ήπειρο έδινε στα ελληνικά στρατεύματα την ευκαιρία να έλθουν σε επαφές με τους Έλληνες της περιοχής, γεγονός σημαντικό αφού ο στρατός βάδιζε σε φίλια εδάφη. «2 Δεκεμβρίου: Προχωράμε και φτάνουμε στο χωριό Σκρα, που έχει 30 σπίτια. Εδώ μιλάνε ωραία την ελληνική γλώσσα και αυτό μας δίνει τρανή χαρά. Θαρρείς και βρισκόμαστε στο κέντρο της πατρίδας. Σ’ όλα τα αλβανικά χωριά που περάσαμε ως τώρα δεν άκουσα άλλη γλώσσα εκτός από την ελληνική, ενώ λίγα χιλιόμετρά έξω από την Αθήνα μιλάνε αρβανίτικα»[15]. Η επαφή των Ελλήνων στρατιωτών με τους ομοεθνείς τους Βορειοηπειρώτες πέραν της ηθικής στήριξης ήταν και μια καλή ευκαιρία για να εφοδιαστούν με φαγητό και εξοπλισμό. «Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 1940, μετά 5 χιλιόμετρα [διαδρομή Δούβιανη-Αργυρόκαστρο] μπαίνουμε στο χωριό Κοράτζι, χωριό ελληνικότατο, όπως και τ’ άλλα που περάσαμε, με γλώσσα ελληνική, με εκκλησίες ορθόδοξες, με ήθη και έθιμα ελληνικά. Νομίζει κανείς πως βρίσκεται σ’ ένα χωριό της Πελοποννήσου…Δεν ξέρουν πώς να εκδηλώσουν τη χαρά τους βλέποντας ελληνικό στρατό…Μας φέρνουν ψωμί, τυρί, κρασί, πολλοί θέλουν να έρθουν μαζί μας». Η είσοδος του στρατού στο Πόγραδετς στη 1 Δεκεμβρίου, στους Άγιους Σαράντα στις 5 Δεκεμβρίου και στο Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου εορτάστηκε από φαντάρους και ντόπιους πανυγηρικά, αφού απελευθερώνονταν σημαντικές πόλεις της Βόρειας Ηπείρου. «Αφήνουμε το λόχο και μαζί με το λοχαγό και μερικούς στρατιώτες, προχωρούμε στο κέντρο του Αργυροκάστρου…Τι γίνεται δεν περιγράφεται. Αξιωματικοί, στρατιώτες και λαός πανηγυρίζουν. Όλα τα κέντρα είναι γεμάτα. Τραγούδια, χορός και ενθουσιασμός από τη μία άκρη ως την άλλη. Μπαίνουμε σε κάποιο από αυτά τα κέντρα και μας σηκώνουν στα χέρια. Θέλοντας και μη πίνουμε ποτά, που μας προσφέρουν…Νέα κεράσματα, νέοι λόγοι. Το ραδιόφωνο μεταδίδει, σε διάφορες γλώσσες, την πτώσιν του Αργυροκάστρου κι εμείς δίπλα στο μαγικό κουτί, μέσα στο Αργυρόκαστρο, πίνουμε το τελευταίο, γι’ απόψε, ποτό στην υγεία του Ελληνικού Στρατού»[16].

Ωστόσο η προέλαση του στρατού στα βουνά της Πίνδου δεν ήταν στρατιωτικός περίπατος. Οι Ιταλοί υποχωρώντας αμύνονταν και ταυτόχρονα η κακοκαιρία του χειμώνα, δυσχέραινε τις ελληνικές προσπάθειες. «15 Δεκεμβρίου 1940-Κυριακή, Αγίου Ελευθερίου. Ξυπνήσαμε με συναγερμό στις 4 το πρωί, ενώ διαρκώς τα πολυβόλα έβαλλον εκατέρωθεν λυσσωδώς. Στις 7 το πρωί διετάχθη επίθεσις..Η επίθεση εγένετο μετά επιτυχίας και κατά τις 10 το πρωί έκλινεν υπέρ ημών. Εγώ ως εκ θαύματος διεσώθην από τις σφαίρες των πολυβόλων που εσφύριζαν γύρω μου» ανέφερε ο στρατιώτης Στέλιος Τζιρόπουλος[17]. Την ίδια περίοδο ο συνάδελφός του Δίκαιος Βαγιακάκος έγραφε στο ημερολόγιό του «Κυριακή 15/12/40. Ξυπνάμε, αφού δεν είχαμε κοιμηθή καθόλου. Από τις 8 αρχίζει βαρειά ομοβροντία πυροβολικού… Η μάχη μαίνεται όπως η χιονοθύελλα…Το χιόνι σε πολλά μέρη είναι 1 μέτρο. Στο αντίσκηνό μας διαρκώς μπαίνει χιόνι δε βλέπουμε ούτε σε πέντε μέτρα…Δευτέρα 16/12/40. Το χιόνι εξακολουθεί να πέφτη αγρίως…Τα κρυοπαγήματα είχαν ταράξει τους άνδρες. Το χιόνι εξακολουθεί να πέφτει πυκνό. Τρώω χιόνι με τη γκλίτσα…Τρίτη 17/12/40. Καιρός σχεδόν ίδιος, Η μάχη εξακολουθεί. Το πολυβόλο κελαηδεί στα υψώματα της Αλβανίας. Είναι όλα χιονισμένα με ένα μέτρο. Οι φαντάροι μας είναι ήρωες. Παρ’ όλας τας δυσμενέστατες καιρικάς συνθήκας, αγωνίζονται ηρωικότατα»[18].

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι μαρτυρίες των φαντάρων, την περίοδο των γιορτών των Χριστουγέννων του 1940. Οι γιορτές αποτέλεσαν μια καλή ευκαιρία για λίγη ξεκούραση για τους στρατευμένους, προκειμένου να ανακάμψει το ηθικό τους, ενόψει της ελληνικής επίθεσης για την κατάληψη της Κλεισούρας-Τρεμπεσίνας και της απόκρουσης της ιταλικής εαρινής επίθεσης. «24 Δεκεμβρίου, παραμονή Χριστουγέννων…Ενώ ξεκινάμε, ξεκινάει μαζί μας κι βροχή! Περνάμε τον χειρότερο δρόμο της Αλβανίας και της ζωής μας. Βουλιάζουμε στις λάσπες, τσακιζόμαστε…Τέλος με χίλια βάσανα κι ανελέητο ράβδισμα από χαλάζι, φτάνουμε το μεσημέρι στο χωριό Καλαράτ, ενώ βρέχει ο Θεός με το τσουκάλι»[19]. «26 Δεκεμβρίου 1940. Παγωμένοι και πεινασμένοι μένουμε στις τρύπες μας σαν θεριά. Ο Λαμπρινάκος μου φέρνει τρία γράμματα, Το ένα από το σπίτι μου, από τον Κυριάκο και από το Μορφίρη. Η χαρά μου είναι μεγάλη. Ησύχασα λιγάκι. Με συγκινεί το δώρο της Φίφης και της Λούλας παρ’ ότι ακόμη δεν το έλαβα. Το καλύτερο τονωτικό για τον στρατιώτη είναι το να αισθάνεται πως οι πίσω του τον θυμούνται και τον σκέπτονται με στοργή. Η αλληλογραφία τον αποκόπτει απ’ τη μοναξιά. Του απαλύνει τα συναισθήματα, τον κάνει να αισιοδοξεί». «30 Δεκεμβρίου 1940. Νωρίς το πρωί παίρνω διαταγή να μεταβώ εις Κάτω Μπόρσι [Χιμάρας] όπου το τηλέφωνο. Περνώ πάλι τα κατερειπωμένα σπίτια λόγω του ότι έλαβε χώραν μάχη και βομβαρδισμός και φθάνω στη σπηλιά όπου ευρίσκεται το τηλέφωνο…Ο στόλος των μακαρονάδων και πάλιν έβαλε εις το πλησίον χωριό Άγιος Δημήτριος. Μας ξεκούφαναν τα αεροπλάνα και οι κανονιοβολισμοί. Έλαβα την πληροφορία ότι μου ήλθαν δέμα και χρήματα. Το δέμα από την Ε[θνική]Ο[οργάνωση]Ν[εολαίας] τα χρήματα από το σπίτι μου. Καϋμένη Μανούλα!»[20].

Καταληκτικά, οι Έλληνες του 1940 κατάφεραν να αμυνθούν και να αντεπιτεθούν σε βάρος ενός εχθρού πολλαπλά πιο ισχυρού σε άνδρες και μέσα. Οι στρατιώτες αντιμετώπισαν δυσκολίες λόγω του δύσβατου εδάφους και της κακοκαιρίας, τόσο για να μεταβούν στο μέτωπο, όσο και για να πολεμήσουν. Σημαντική ήταν και η στάση των γυναικών και των όσων παρέμεναν στα μετόπισθεν. Η συνέχιση της καθημερινής ζωής σε φυσιολογικούς –όσο γίνεται για εμπόλεμη περίοδο- στην Ελλάδα συνέβαλε στο να μπορέσει να στηρίξει ο κρατικός μηχανισμός και η κοινωνία την πολεμική προσπάθεια και κατά συνέπεια τη νίκη έναντι των Ιταλών. Οι μήνες που ακολούθησαν, έως την εμπλοκή των Γερμανών, στην ελληνοϊταλική σύγκρουση, ήταν δύσκολοι για τους Έλληνες φαντάρους αλλά ταυτόχρονα και νικηφόροι. Πολύ σημαντικό τέλος ήταν πως και, μετά την αναπόφευκτη ήττα από τα ναζιστικά στρατεύματα, οι Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί δε συνελήφθησαν ως αιχμάλωτοι πολέμου, αλλά τους επιτράπηκε να επέστρεψαν στα σπίτια τους. Προσπάθησαν έτσι., μαζί με όσους είχαν παρέμειναν στα μετόπισθεν να προσαρμοστούν στις συνθήκες ζωής της Κατοχής, που αποδείχθηκαν εξαιρετικά δυσχερείς.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1] Κ.Παπακωνσταντίνου, Ημερολόγια 1940, Ε Ιστορικά, Οκτώβριος 2010, σ. 10 όπου και παραπέρα παραπομπές σε μαρτυρίες.
[2] Στ. Κόλουγλου, Η Ελλάδα του Χίτλερ, Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα, ΕΡΤ.
[3] Δ..Μιχελίδης, Από την Κρήτη στην Αλβανία. Το πολεμικό ημερολόγιο του φαντάρου Δημήτρη Μιχελίδη, ιδιωτ.έκδ., Αθήνα, 1977, σ. 10 επ.
[4] Κωνσταντίνος Γκιζάς, 1940: Οι πρώτες ημέρες, αδημοσ., αναφορά από Ελ.Κουρματζή, Φιλολογικός Όμιλος Παρνασσός, 27 Οκτωβρίου 2009.
[5] Εφημ. Εστία, φύλλο 29ης Οκτωβρίου 1940
[6] Ν.Βαρδιαμπάση, Ο τύπος του ’40, στο συλλογικό Η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Όχι. Διπλωματία, προπαγάνδα, πόλεμος, εκδ. Ε Ιστορικά, Αθήνα, 2009, σσ. 144-145, όπου και παραπομπές στον ημερήσιο τύπο της εποχής.
[7] Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, εκδ. Eρμής, Αθήνα, 2003, τ.Α’, κεφ. Ούτε κοκόρι δε λαλούσε σ’ όλο το χωριό. Eξιστορεί μια Hπειρώτισσα νοικοκυρά.
[8] Ο.π., κεφ. Έσφιξε ωστόσο μέσα μας εκείνος ο κόμπος. Eξιστορεί μια νοσοκόμα.
[9] Χ.Κατσιμήτρος, Η Ήπειρος προμαχούσα: η δράση της VIII Μεραρχίας κατά τον πόλεμο 1940-1941, εκδ. Ηπειρωτικής Εστίας, Αθήνα, 2007, σ. 18 επ.
[10] Χ.Κατσιμήτρος, Επιστολή στη σύζυγό του Ελένη, Τ.Τ. 712 τη 30ή Οκτωβρίου 1940, αδημοσ. αναφορά, κατόπιν χορήγησης αποκόμματος από τον γιο του Χ.Κατσιμήτρου υποστράτηγο ε.α. Γεώργιο Κατσιμήτρο, από Δ.Λιμνιάτης, Το Έπος του 1940 και ο στρατηγός Χ. Κατσιμήτρος, Ιστορία Εικονογραφημένη, τ. 352, 10/1997.
[11] Ντ.Μαγγιοράκος, Το ξεκίνημα της νίκης. Ημερολόγιο από τον πόλεμο 40-41, εκδ. Γαρουφάλη και Σία, Αθήνα, 1946
[12] Γ.Αναστασιάδης, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα, 1994, σ. 110.
[13] Β.Δρακόπουλος, 1940-41 Ελλάδα η πρώτη νίκη, εκδ. National Geographic Ελλάδα, Αθήνα, 2001, σ. 82.
[14 ]Ντέλας Στρατολάτης, Στα Βουνά της Αλβανίας. Ημερολόγιο του πολέμου 1940-41, εκδ. Νιάρχος, Αθήνα, 1980.
[15] Ο.π.
[16] Ντ.Μαγγιοράκος, ο.π.
[17] Σ.Τζιρόπουλος, Ημερολόγιον από τον πόλεμο του 1940, εκδ. Νέα Θέσις, Αθήνα, 1997.
[18] Ελ.Μπελιά (επιμ.), Ημερολόγια πολέμου και αλληλογραφία 1940-1941, εκδ. Συλλόγου προς Διάδοση Ωφέλιμων Βιβλίων, Αθήνα, 1998, ενοτ. Ι. Ημερολόγια και αλληλογραφία Δ.Β.Βαγιακάκου.
[19 ]Στρατολάτης, ο.π.
[20] Π.Θεοδωρακάκος, Το ημερολόγιο ενός πολεμιστή στα χιονισμένα βουνά της Β.Ηπείρου από το έπος του 1940-1941, Αθήνα, 1997.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Οι διεθνεις αντιδράσεις για τον πόλεμο των Φώκλαντ. Η στήριξη της Θάτσερ από τις ΗΠΑ.



δημοσ. σε Ιστορικά Θέματα, τ. 10/2012.

Εισαγωγή

Με τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την ένοπλη σύγκρουση Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) και Αργεντινής στα νησιά Φώκλαντ, ήρθαν στη δημοσιότητα νέα στοιχεία για τις διεθνείς προεκτάσεις της σύγκρουσης. Μέσω αποχαρακτηρισμένων εγγράφων φάνηκε η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ) απέναντι σε δύο συμμαχικές τους χώρες. Οι Βρετανοί εκμεταλλεύτηκαν τη στάση των ΗΠΑ, οι οποίες παρότι αρχικά δήλωναν ουδέτερες –έπειτα έλαβαν ξεκάθαρη θέση υπέρ των Βρετανών- αποδεικνύεται σήμερα πως υποστήριζαν εξ αρχής το ΗΒ. Σε αυτό συντέλεσε ιδιαίτερα η σχέση της Θάτσερ (Margaret Hilda Thatcher) με το Ρήγκαν (Ronald Wilson Reagan), αφού ήταν δύο πολιτικοί με ταυτόσημες απόψεις, πέραν των άλλων και, στην εξωτερική πολιτική. Οι στενοί αμερικανοβρετανικοί δεσμοί έπαιξαν έτσι σημαντικό ρόλο στην επιτυχημένη επιχείρηση ανακατάληψης των Φώκλαντ από το Ηνωμένο Βασίλειο. Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν η στάση και των υπολοίπων κρατών τόσο του Δυτικού όσο και του Ανατολικού συνασπισμού αλλά και το ότι η σύγκρουση είχε προεκτάσεις και στο εσωτερικό των δύο χωρών.


Οι αμφισβητήσεις της Αργεντινής στη βρετανική κυριαρχία στα Φώκλαντ


Η νησιωτική συστάδα των Φώκλαντ (Μαλβίνες κατά τους Αργεντινούς) αποτελείται από δύο μεγάλα νησιά στο νοτιοδυτικό Ατλαντικό, την Ανατολική και τη Δυτική Φώκλαντ και άλλα 200 νησάκια. Έχουν συνολική έκταση 12 στρέμματα., απέχουν 280 μίλια από το στενό του Μαγγελάνου, ο πληθυσμός τους το 1982 ήταν 1.800 άτομα, βρετανικής εθνικότητας και αποτελούν βρετανικό υπερπόντιο έδαφος [1].

Από το 1820 είχε εγκατασταθεί στα Φώκλαντ βρετανική στρατιωτική δύναμη και το 1833 τα νησιά έγιναν αποικία του ΗΒ. Η Αργεντινή διεκδικούσε -διεκδικεί ακόμα σήμερα- τα Φώκλαντ αφού θεωρούσε πως το 1829 δημιουργήθηκε αποικία των Ηνωμένων Επαρχιών του Ρίο ντε λα Πλάτα (προπατόρων της Αργεντίνικης Δημοκρατίας). Μετά το 1945 οι Βρετανοί είχαν προτείνει επανειλημμένα την παραπομπή του κυριαρχικού καθεστώτος των Φώκλαντ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγη, πράγμα που αρνούνταν οι Αργεντινοί. Από το 1964, και αφού μεσολάβησε η αποαποικιοποίηση, η Αργεντινή προέβαλε νέες έντονες αξιώσεις στα νησιά και επιχείρησε να αυξήσει την επιρροή της στους κατοίκους, π.χ. με συμφωνία επικοινωνιών και μεταφορών. Το 1978 οι Βρετανοί ανακάλυψαν μυστική στρατιωτική βάση του αργεντίνικου στρατού στα γειτονικά νησιά Σάντουιτς, και από τότε υπήρχε –μυστική- παρουσία βρετανικών υποβρυχίων στην περιοχή [2]. Από το 1975 έως το 1982 οι Βρετανοί μελετούσαν είτε την ύπαρξη δυνατοτήτων αξιοποίησης των νησιών -σχέδια Σάκλετον {Shackleton)- [3] είτε ένα σχέδιο συμβιβασμού με την Αργεντινή. Το τελευταίο εκπονήθηκε από τη νεοσύστατη κυβέρνηση της Θάτσερ το 1979 και τον υφυπουργό Εξωτερικών Ρίντλεϋ (Nicholas Ridley), αφού υπήρχε ανησυχία ότι η 150η επέτειος από την βρετανική κατάληψη θα αποτελούσε αφορμή εντάσεων από τους Αργεντινούς, και αποτελούνταν από τρεις εναλλακτικές. Η πρώτη προέβλεπε το «πάγωμα» του θέματος για τα νησιά, δηλαδή μια χρονική περίοδο όπου ΗΒ και Αργεντινή δε θα έθεταν ζητήματα κυριαρχίας• η τελευταία αρνήθηκε. Η δεύτερη προέβλεπε την συγκυριαρχία, δηλαδή την ύπαρξη μιας μεν κυβέρνησης, αλλά δε δύο σωμάτων ασφαλείας, δύο Βουλών, δύο επίσημες γλώσσες κ.λπ.• αυτή θεωρήθηκε ανεφάρμοστη. Η τρίτη προέβλεπε την εκμίσθωση την νησιών, δηλαδή την παραχώρησή τους στην Αργεντινή αλλά τη διατήρηση της βρετανικής εξουσίας για αρκετά χρόνια• και αυτή λόγω αντιδράσεων στο εσωτερικό του ΗΒ απορρίφθηκε, παρότι όμως [4]. Το 1981 το ΗΒ και η Αργεντινή είχαν συνομιλίες στη Ν.Υόρκη για την πρώτη προοπτική των προτάσεων Ρίντλεϋ, αλλά η στρατιωτική κυβέρνηση του στρατηγού Γκαλτιέρι (Leopoldo Fortunato Galtieri Castelli) αρνήθηκε την πρόταση• οι Βρετανοί ωστόσο θεωρούσαν πως η Αργεντινή θα προέβαινε μόνο σε οικονομικές κυρώσεις. Το Φεβρουάριου του 1982 επαναλήφθηκαν οι συνομιλίες στη Ν.Υόρκη με το νέο βρετανό αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Λους (Richard Napier Luce) και τον Αργεντινό υφυπουργό Ρος (Enrique Ros). Οι δύο χώρες συμφώνησαν την 1η Μαρτίου 1982 να συστήσουν μια διμερή επιτροπή που θα μελετούσε το θέμα και θα επανεξέταζε το εδαφικό καθεστώς ύστερα από ένα χρόνο [5]. Μία ημέρα μετά, στις 2 Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Αργεντινής Μεντέζ (Nicanor Costa Méndez) δήλωσε πως αρνούνταν την πάροδο ενός έτους διαπραγματεύσεων και επιφυλασσόταν να ανακτήσει τα νησιά με «άλλα μέσα» [6].

Εσωτερική κατάσταση σε ΗΒ και Αργεντινή

Το 1979 είχαν ανέλθει στην εξουσία στο Λονδίνο οι Συντηρητικοί, υπό τη Θάτσερ. Η Θάτσερ, ηγέτιδα των Tories από το 1975, αντιμετώπισε τα οξεία οικονομικά προβλήματα του ΗΒ –το οποίο χαρακτηριζόταν ως ο ασθενής της Ευρώπης- με αποφασιστική πολιτική έναντι της μετριοπάθειας της προηγούμενης κυβέρνησης των Εργατικών. H χώρα από το 1979 έως το 1982 αντιμετώπιζε οικονομική στασιμότητα, πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και αύξηση της ανεργίας. Η Θάτσερ επιδίωξε την πτώση του πληθωρισμού, τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, τον περιορισμό των συνδικάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις και γενικά την εφαρμογή μονεταριστικής πολιτική. Αρχικά δεν υπήρχαν αποτελέσματα και οι πολίτες αντιδρούσαν με ταραχές στις μεγάλες πόλεις. Η πρωθυπουργός πιεζόταν να ανακρούσει πρύμναν -όπως έπραξε το 1974 ο Χηθ (Edwuard Heath)- αλλά επέμεινε. Στην εξωτερική πολιτική επιδίωξε την ύπαρξη ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ του Ρήγκαν και χαρακτηριζόταν για τη αντισοβιετική ρητορεία της. Ήταν επιφυλακτική και προς την ΕΟΚ αλλά και την Κοινοπολιτεία, ενώ στο Βορειοιρλανδικό ήταν ανυποχώρητη από τις θέσεις της [7].

Το 1973 ο γηραιός ηγέτη Περόν (Juan Domingo Perón) ανέλαβε για τελευταία φορά νόμιμα την εξουσία στην Αργεντινή, με πλειοψηφία του 60%, ύστερα από μια εικοσαετία στρατιωτικών επεμβάσεων. Ο στρατός όμως ανέτρεψε πάλι την εκλεγμένη κυβέρνηση το 1976 και ανέλαβε την εξουσία της χώρας ο στρατηγός Βιντέλα (Jorge Rafael Videla), τον οποίο διαδέχθηκε το 1981 ο στρατηγός Βιόλα (Roberto Eduardo Viola), και τον τελευταίο, το Δεκέμβριο του 1981, ο Γκαλτιέρι. Την περίοδο εκείνη υπήρξε έντονη κρατική βία, διώξεις αριστερών, απαγωγές, εξαφανίσεις και βασανισμοί• εξαιτίας των βιαιοτήτων αυτών χαρακτηρίστηκε αυτή ως «βρώμικος πόλεμος» [8]. Οι σχέσεις των στρατιωτικών με τις ΗΠΑ ήταν καλές, μάλιστα το 1981 ο Γκαλτιέρι –προτού ανέλθει στην εξουσία- επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον και στήριξε τις ΗΠΑ στην αντιμετώπιση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα. Σημαντική ήταν η έξαρση του αργεντίνικου εθνικισμού με διεκδικήσεις σε βάρος της Χιλής για κάποια νησιά στο κανάλι Μπίγκλ των στενών του Μαγγελάνου, παρά το ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είχε αποφανθεί πως το κανάλι ανήκει στη Χιλή [9]. Μεγάλα προβλήματα αντιμετώπιζε τέλος η οικονομία της Αργεντινής, αφού ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε στο 250%, το χρέος εξαπλασιάστηκε και μειώθηκε πολύ η βιομηχανική παραγωγή [10]. Για να στρέψει έτσι την κοινή γνώμη στα εθνικά θέματα, ο Γκαλτιέρι αποφάσισε να σκληρύνει τη στάση του και να καταλάβει τα Φώκλαντ [11].

H συνεργασία ΗΒ-ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης

Μόλις κατέρρευσαν οι διαπραγματεύσεις στη Ν. Υόρκη, στα μέσα Μαρτίου 1982 έγινε σαφές πως η Αργεντινή θα αναλάμβανε ένοπλη δράση στα Φώκλαντ. Έτσι το ΗΒ άρχισε να προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ προσπάθησαν να αποσοβήσουν τη σύγκρουση. Τα κίνητρα των ΗΠΑ για να αποφευχθεί η ένοπλη βία ανάγονταν στο δίλημμα που θα αντιμετώπιζαν σε περίπτωση πολέμου. Αυτό γιατί είχαν αναπτύξει την ειδική σχέση με το ΗΒ αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελαν να δημιουργηθούν αντιαμερικανικά αισθήματα στη Νότια Αμερική και να αυξηθεί η επιρροή της ΕΣΣΔ στην περιοχή.
Έτσι η κοινή γνώμη στα λατινικά κράτη τόσο πριν την έναρξη των συγκρούσεων όσο και κατά τη διάρκεια αυτών ήταν υπέρ της Αργεντινής, αλλά οι κυβερνήσεις ήταν επιφυλακτικές στο να πάρουν θέση. Ταυτόχρονα η Κούβα (και λιγότερο η Βενεζουέλα και το Περού) επιχείρησε να εκμεταλλευτεί τα αντιαμερικανικά αισθήματα στα λατινοαμερικάνικα κράτη επικαλούμενη τη λατινική αλληλεγγύη έναντι των Αγγλοσαξώνων και να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Αργεντινή [12]. Οι Αμερικανοί ανησυχούσαν ακόμα για τυχόν στροφή της Αργεντινής προς την ΕΣΣΔ –με την οποία είχαν αυξημένες εμπορικές ανταλλαγές σιτηρών- ή την Κίνα αναζητώντας στρατιωτική, οικονομική ή πολιτική στήριξη, σε περίπτωση που η σύγκρουση γενικευόταν και οι ΗΠΑ συντασσόντουσαν με το ΗΒ• ο φόβος αυτός όμως δεν επιβεβαιώθηκε [13].

Οι ΗΠΑ όμως αποφάσισαν να στηρίξουν το ΗΒ, καθώς η Θάτσερ είχε επιδοκιμάσει τη σκληρή στάση του Ρήγκαν έναντι του ανατολικού μπλοκ, και ο Ρήγκαν υπενθύμισε στη Θάτσερ πως εκτιμούσε τη στάση της [14]. Ωστόσο η στήριξη των ΗΠΑ αυτή θα έπρεπε να είναι συγκαλυμμένη, λόγω των παραπάνω ανησυχιών. Αρχικά στόχος ήταν να αποτραπεί η ένοπλη σύγκρουση και γι’ αυτό στις 31 Μαρτίου 1982 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χέηγκ (Alexander Maigs Haig) διαβεβαίωσε το Βρετανό ομόλογό του Κάρριγκτον (Peter Alexander Rupert Carrington) πως οι ΗΠΑ θα έκαναν το παν για να βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης, προσπαθώντας να επηρεάσουν την Αργεντινή• ωστόσο για να έπειθαν τον Γκαλτιέρι έπρεπε να μη φαινόταν πως είχαν ταχθεί με το ΗΒ. O Ρήγκαν συνομίλησε στη 1 Απριλίου και με τον Γκαλτιέρι και προσπάθησε να τον πείσει να μην χρησιμοποιήσει βία στα νησιά, προσφέροντας ταυτόχρονα καλές υπηρεσίες μέσω του αντιπροέδρου Μπους (George Herbert Walker Bush), ο οποίος θα επισκεπτόταν το Μπουένος Άιρες. Ο Γκαλτιέρι όμως ήταν αδιάλλακτος και τόνισε πως τα γεγονότα είχαν ξεπεράσει τον Ρήγκαν [15]. Αυτό καθώς την επόμενη ημέρα, στις 2 Απριλίου, 2.000 Αργεντινοί στρατιώτες κατέλαβαν τα Φώκλαντ. Το ΗΒ αιτήθηκε από τις ΗΠΑ την παροχή πληροφοριών, χρήση τηλεπικοινωνιών και μεταφορικών μέσων, αίτημα το οποίο οι Αμερικανοί ικανοποίησαν.

Η Θάτσερ αποφάσισε να κρατήσει σκληρή στάση και να απαντήσει στην ένοπλη πρόκληση της Αργεντινής. Στις 3 Απριλίου ενημέρωσε το Κοινοβούλιο για τις εξελίξεις και ανήγγειλε την αναχώρηση ναυτικής δύναμης (82 πλοία και υποβρύχια), εκστρατευτικού σώματος (9.000 ανδρών) και αεροπορίας (38 αεροπλάνα και 140 ελικόπτερα) για τα Φώκλαντ, εξέλιξη την οποία στήριξε αναφανδόν και ο ηγέτης των Εργατικών Φούτ (Michael Foot) [16]. Ταυτόχρονα η Αργεντινή κατέλαβε τα βρετανικά νησιά Νότια Γεωργία και Σάντουιτς, 800 μίλια ανατολικά των Φώκλαντ. Στη συνέχεια, στις 5 Απριλίου ο Κάρριγκτον, παραιτήθηκε, αποδεχόμενος την ευθύνη της μη αποτροπής της Αργεντινής και τον αντικατέστησε ο Πυμ (Francis Leslie Pym).

Οι ΗΠΑ ανέλαβαν πρωτοβουλία για Χέηγκ μετέβη στο Λονδίνο στις 8-9 Απριλίου για συνομιλίες. O Χέηγκ διαπίστωσε πως η Θάτσερ ήταν αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει βία για να επαναφέρει τα Φώκλαντ στο προηγούμενο status quo, παρόλο που λεκτικά τουλάχιστον –γιατί στην ουσία δεν πίστευε τις πιθανότητες μη ένοπλης λύσης- επιθυμούσε μια διπλωματική λύση. Οι Αμερικανοί διαπίστωσαν πως ήταν δύσκολο να ασκήσουν πίεση στη Θάτσερ, ακόμα και εάν οι Αργεντινοί ήταν διαλλακτικοί. Σε αυτό συνηγορούσε και ο Ρήγκαν που αναγνώρισε πως οι Βρετανοί δεν είχαν περιθώρια για διπλωματικούς ελιγμούς. Ταυτόχρονα προβληματιζόντουσαν για το πώς θα μπορούσαν να εξισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη προς το ΗΒ και τη μη διατάραξη των σχέσεων των ΗΠΑ με τη Λατινική Αμερική [17]. Η Θάτσερ τόνιζε πως εξεπλάγη από την επιθετικότητα των Αργεντινών αφού ήταν σε εξέλιξη από το 1979 διαπραγματεύσεις για τα Φώκλαντ. Ανέφερε πως τη στηρίζουν Γερμανοί και Γάλλοι και πως παρότι επιθυμούσε τα διπλωματική λύση, ήταν αδύνατο να παραμείνει απαθής στη σύγκρουση. Τέλος δήλωσε πως κατανοούσε τη λεπτή θέση των ΗΠΑ αλλά ταυτόχρονα εκτιμούσε τη στήριξη σε θέματα πληροφοριών και στη στρατιωτική χρήση των αμερικανικών βάσεων της νήσου Αναλήψεως [18].

Εντωμεταξύ, ενόσω ο βρετανικός στόλος ήταν εν πλω, το ΗΒ στις 12 Απριλίου κήρυξε ναυτική ζώνη αποκλεισμού 200 μιλίων γύρω από τα Φώκλαντ. Μία μέρα μετά, το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο ΑΒC αποκάλυψε ότι οι ΗΠΑ παρέχουν στο ΗΒ στρατιωτική στήριξη σε επίπεδο επικοινωνιών, πληροφοριών, μετεωρολογίας και προμήθειες από τη νήσο Αναλήψεως• η κυβέρνηση Ρήγκαν δε διέψευσε την είδηση, αρνούμενη να τη σχολιάσει. Ταυτόχρονα άρθρα στον τύπο της Αργεντινής τόνιζαν πως ο Χέηγκ ενεργούσε υπέρ του ΗΒ και όχι ως ουδέτερος μεσολαβητής, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν την παροχή δορυφορικών φωτογραφιών των Φωκλαντ από ένα διαστημικό πρόγραμμα (Landsat) στο οποίο συμμετείχε και η Αργεντινή.

Στις 9-11 Απριλίου ο Χέηγκ επισκέφθηκε το Μπουένος Άιρες και μετέφερε στον Γκαλτιέρι πως η Θάτσερ επιθυμούσε ναι μεν την ειρηνική λύση, αλλά ήταν αποφασισμένη να απαντήσει ενόπλως [19]. Είχε μεσολαβήσει η επικοινωνία Μεντέζ-Χέηγκ στις 6 Απριλίου, όπου ο πρώτος δήλωσε πως αποδέχεται τη μεσολάβηση των ΗΠΑ• και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ρος δήλωσε πως ο Μεντέζ επιθυμούσε ειρηνική λύση, αλλά οι στρατηγοί κρατούσαν πιο επιθετική στάση [20]. Στη συνάντηση Χέηγκ-Γκαλτιέρι δεν προέκυψε αποτέλεσμα και ο πρώτος επισκέφθηκε εκ νέου στις 12-13 Απριλίου το Λονδίνο, δίχως όμως επιτυχία. Στις 15-19 Απριλίου ο Χέηγκ μετέβη ξανά στο Μπουένος Άιρες. Ο Γκαλτιέρι τήρησε και πάλι σκληρή στάση και μάλιστα για πρώτη φορά έθεσε το θέμα των Φώκλαντ στο πλαίσιο της αποαποικιοποίησης και ζήτησε το ΗΒ να «αποαποικιοποιήσει τις Μαλβίνες μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982» [21].

Ενόψει της επερχόμενης όξυνσης στις συζητήσεις ο Χέηγκ παρουσίασε στις 17 Απριλίου ένα σχέδιο πέντε σημείων στον Γκαλτιέρι, το οποίο προέβλεπε διμερή βρετανοαργεντινική διοίκηση, αμοιβαία απόσυρση στρατευμάτων και έναρξη διαπραγματεύσεων για το μελλοντικό καθεστώς των νησιών. Παρότι οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να δώσουν στον Γκαλτιέρι την εντύπωση πως το ΗΒ πρόκειται να προτάξει ένοπλη βία, ώστε ο Γκαλτιέρι να αποδεχθεί τη διπλωματική λύση, ο τελευταίος απέρριψε στις 19 Απριλίου την πρόταση Χέηγκ. Ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος εισήλθε στις 22 Απριλίου στα χωρικά ύδατα των Φώκλαντ και κατέλαβε στις 25 Απριλίου τη Νότια Γεωργία. Στις 27 Απριλίου ο Χέηγκ παρουσίασε το τελευταίο ειρηνευτικό σχέδιο που προέβλεπε άμεση κατάπαυση πυρός, αντιπροσώπευση της Αργεντινής στη διοίκηση των Φώκλαντ και μελλοντικές διαπραγματεύσεις για το κυριαρχικό καθεστώς [22]. Η Αργεντινή απέρριψε τη δεύτερη πρόταση Χέηγκ στις 29 Απριλίου και μία μέρα αργότερα οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την επίσημη στήριξή τους στο ΗΒ καθώς και κυρώσεις εναντίον της Αργεντινής (αναστολή στρατιωτικών εξαγωγών και παρακράτηση των εξαγωγικών και εισαγωγικών τραπεζικών πιστώσεων της Αργεντινής).

Το επιτελείο της Αργεντινής έδειχνε να μην είχε εκτιμήσει σωστά τη στρατιωτική κατάσταση και μετέφερε στους Αμερικανούς πως δε θα άνοιγαν πρώτοι πυρ κατά των Βρετανών, παρά το ότι το Ναυτικό τους «πεινούσε για δράση», αφού διαφορετικά θα έχανε το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης [23]. Ωστόσο η πραγματικότητα ήτα διαφορετική καθώς το ΗΒ προέβη σε αεροπορικές επιδρομές (1 Μαΐου), βύθισε το καταδρομικό General Belgrano (2 Μαΐου) –οι Αργεντινοί ανταπάντησαν βυθίζοντας το Sheffield (4 Μαΐου)- κήρυξε ναυτικό αποκλεισμό 12 μίλια από τις ακτές της Αργεντινής (7 Μαΐου), επιβίβασε στρατό στα νησιά (21 Μαΐου) και εν τέλει απώθησε οριστικά τους Αργεντινούς (14 Ιουνίου).

Διεθνείς αντιδράσεις για την κρίση

Μία μόλις ημέρα μετά την κατάληψη των Φώκλαντ από την Αργεντινή κατατέθηκε ψήφισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας (Σ.Α.) του ΟΗΕ από τον Βρετανό αντιπρόσωπο Πάρσονς (Anthony Parsons). Το ψήφισμα με αρ. 502 προέβλεπε άμεση κατάπαυση πυρός και αποχώρηση των αργεντίνικων στρατευμάτων. Αυτό υιοθετήθηκε με ψήφους 10 υπέρ, 1 κατά (του Παναμά) και 4 αποχές (την πάλαι ποτέ αποικιοκρατική Ισπανία και τις κομμουνιστικές ΕΣΣΔ, Πολωνία και Κίνα) [24]. Το ψήφισμα αυτό ήταν πολύ σημαντικό, αφού πλέον το ΗΒ επικαλούνταν το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ για τη χρήση ένοπλης βίας έναντι της Αργεντινής νόμιμης άμυνας [25]. Μεταγενέστερα, και έχοντας κριθεί το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, το Σ.Α. πέρασε το με αρ. 505 ψήφισμα, καλώντας ΗΒ και Αργεντινή να συνεργαστούν με το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για κατάπαυση πυρός [26].
Η ΕΟΚ, στο συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών της 19ης Απριλίου 1982, στήριξε ξεκάθαρα το ΗΒ ενώ στις 10 Απριλίου είχε επιβάλει οικονομικές κυρώσεις (πάγωμα εισαγωγών για 4 εβδομάδες, που μείωσε κατά 20% τις εξαγωγές της Αργεντινής) σε βάρος της Αργεντινής, βασιζόμενη στο ψήφισμα 502 του Σ.Α. του ΟΗΕ. H στήριξη μπορεί να θεωρούνταν αυτονόητο, ωστόσο δεν ήταν, αφού η Θάτσερ ήταν ευρωσκεπτικίστρια• η στάση της ΕΟΚ ήταν θετική για τους Βρετανούς [27]. Η Γαλλία επίσης κράτησε θετική στάση υπέρ του ΗΒ, αφού έχοντας προμηθεύσει αεροπλάνα (Mirage και Etendard) την Αργεντινή, παρείχε πληροφορίες για αυτά στους Βρετανούς ώστε να γνωρίζουν τη μαχητική ικανότητα των Αργεντινών. Τόσο η Θάτσερ όσο και ο υπουργός Άμυνας Νοτ (John William Frederic Nott) παραδέχτηκαν εκ των υστέρων πως ο Μιτεράν (François Maurice Adrien Marie Mitterrand) παρείχε κρίσιμη στήριξη στην κρίση των Φώκλαντ [28].
Τα κράτη της Κοινοπολιτείας στήριξαν αναφανδόν το ΗΒ, αναλαμβάνοντας την κάλυψη αμυντικών αναγκών στον Ινδικό ωκεανό, προκειμένου τα περιπολούντα βρετανικά πλοία να μετακινηθούν στα Φώκλαντ. Η Ν.Αφρική και η Ν.Ζηλανδία διέκοψαν και τις διπλωματικές τους σχέσεις με την Αργεντινή [29].

Από τα λατινοαμερικανικά κράτη, στήριξη στην Αργεντινή παρείχε το Περού, μέσω παροχής ανταλλακτικών και πυρομαχικών. Επίσης κατέθεσε στις 5 Μαΐου, δίχως όμως αποτελέσματα, πρόταση για κατάπαυση πυρός, με κύριο χαρακτηριστικό τη σύγκληση μιας διεθνούς ομάδας επαφής για να διαπραγματευτεί λύση στο εδαφικό καθεστώς [30]. Βοήθεια προσέφεραν η Κούβα και η Βενεζουέλα αλλά ο Γκαλτιέρι την αρνήθηκε λόγω ιδεολογικών διαφορών του καθεστώτος με τα κομμουνιστικά κράτη. Ο Παναμάς –σε συνεργασία με την Ισπανία- προσπάθησε στις 3 Ιουνίου, δηλαδή στο τέλος των συγκρούσεων, να περάσουν ψήφισμα από το Σ.Α. του ΟΗΕ καλώντας για κατάπαυση πυρός, επί του οποίου άσκησαν βέτο οι ΗΠΑ και ΗΒ, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έβαιναν προς ολοκλήρωση υπέρ την Βρετανών. Λεκτική στήριξη παρείχαν και άλλα κράτη της κεντρικής και λατινικής Αμερικής, η οποία όμως ήταν κενή περιεχομένου αφού στην ουσία δεν ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ [31]. Αντίθετα η Χιλή, λόγω της αντιπαράθεσης για το κανάλι Μπίγκλ (ο Γκαλτιέρι επιθυμούσε μετά τα Φώκλαντ να εισβάλει και στο Μπιγκλ), στήριξε έμμεσα το ΗΒ, παρέχοντας -όπως και η Θάτσερ αναγνώρισε- σημαντικές πληροφορίες στα βρετανικά στρατεύματα και δη για τις κινήσεις τις αργεντίνικης αεροπορίας [32]. Στήριξη στο ΗΒ παρείχε και η Κολομβία.
Ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών στήριξε την Αργεντινή, ως μέλος του. Έτσι σε ψηφίσματά του καλούσε αρχικά για ειρηνική επίλυση της κρίσης (13 Απριλίου), έπειτα όμως πήρε ξεκάθαρα στάση υπέρ των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αργεντινής στα Φώκλαντ και καταδίκασε τις σε βάρος της κυρώσεις (28 Απριλίου) καλώντας τις ΗΠΑ να τις άρουν και να σταματήσουν τη στήριξη στο ΗΒ• καλούσαν και τους λαούς των λατινοαμερικανικών κρατών να στηρίξουν την Αργεντινή, παρά το τι έπρατταν οι κυβερνήσεις τους (29 Μαΐου) [33].

Τέλος η ΕΣΣΔ καταδίκασε φραστικά το ΗΒ, τις ΗΠΑ για τη στήριξη που παρείχαν, και τις οικονομικές κυρώσεις της ΕΟΚ, αλλά πέραν της λεκτικής παρέμβασης δε συμμετείχε ουσιαστικά στα τεκταινόμενα της σύγκρουσης. Οι πληροφορίες του ΗΒ για σοβιετική πρόταση παραχώρησης μέσω της Βενεζουέλας πλοίων, αεροσκαφών και πυραύλων εδάφους στην Αργεντινή δεν επιβεβαιώθηκαν. Η Αργεντινή αρνήθηκε πως λάμβανε πληροφορίες από την ΕΣΣΔ, παρά το ότι οι Βρετανοί είχαν παρατηρήσει αυξημένη σοβιετική φωτογραφική δορυφορική δραστηριότητα στα Φώκλαντ [34]. Ωστόσο ανέμενε –μάταια- έμμεση διπλωματική στήριξη από την ΕΣΣΔ, αλλά και την Κίνα, ιδίως καταψηφίζοντας το ψήφισμα 502 του Σ.Α. του ΟΗΕ [35].


Συμπεράσματα


Η σύγκρουση στα Φώκλαντ, που είχε φανεί από το 1979 πως θα επερχόταν, δημιούργησε μια εστία έντασης ανάμεσα σε δύο δυτικά κράτη και επηρέασε τις εξελίξεις στο εσωτερικό τους. Πήγαζε κυρίως από την ανάγκη νομιμοποίησης του βίαιου στρατιωτικού καθεστώτος στην Αργεντινή και προσωρινά πέτυχε το στόχο του, αφού οι Αργεντινοί συσπειρώθηκαν γύρω από τον Γκαλτιέρι. Ωστόσο η ήττα ήταν η αρχή του τέλους της δικτατορίας και οδήγησε σε ελεύθερες εκλογές το 1983. Από την άλλη η Θάτσερ εμφανίστηκε ως δυναμική και ικανή να προστατεύσει τα βρετανικά συμφέροντα ακόμα και στην άκρη του κόσμου. Το γεγονός αυτό αντέστρεψε την αρνητική εικόνα και έπεισε τους ψηφοφόρους να υπερψηφίσουν ξανά τους Συντηρητικούς το 1983. Για τις ΗΠΑ η σύγκρουση ήταν ένα δίλημμα. Έπρεπε να στηρίξουν τη στενή τους σύμμαχο Θάτσερ, όχι όμως απροκάλυπτα, αφού αυτό φοβούνταν πως θα οδηγούσε αντιαμερικανισμό στη Λατινική Αμερική, ακόμα και εμπλοκή της ΕΣΣΔ στη σύγκρουση. Κατάφεραν τόσο να επιζητούν διπλωματική λύση, όσο και να ενισχύουν στρατιωτικά τους Βρετανούς, έως ότου βέβαια στήριξαν ανοιχτά το ΗΒ. Η σύγκρουση ανέδειξε τέλος τη διαίρεση της Λατινικής Αμερικής αλλά και την αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών και κοινοπολιτειακών κρατών στο ΗΒ.

Πηγές

Πρωτογενείς:
i. ιστοσελίδα Falklandtimeline
ii. ιστοσελίδα National Security Archive
iii. βάση δεδομένων Ηνωμένων Εθνών
iv. βάση δεδομένων Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών


Δευτερογενείς:

i. Luis Andarcia, Falkland's War: Strategic, Intelligence and Diplomatic Failures, US Army War College, Pennsylvania, 1985.
ii. Duncan Anderson, The Falklands War 1982, εκδ. Osprey Publishing, Οξφόρδη, 2002.
iii. Peter Calvocoressi, Διεθνής Πολιτική, 1945-200, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2004, σ. 1105CIA, The World Factbook 2009, εκδ. CIA, Washington DC, 2009.
iv. Alejandro Corbacho, Predicting the Probability of War During Brinkmanship Crises: The Beagle and the Malvinas Conflicts, πανεπιστήμιο CEMA, 2003, Documento de Trabajo no. 244.
v. Norberto Galasso, Historia de la Argentina, εκδ. Colihue, Μπουένος Άιρες, 2011, τ. ΙΙ.
vi. Daniel Gibran, The Falklands War: Britain Versus the Past in the South Atlantic, εκδ. McFarland, Jefferson, 2007.
vii. Wolfgang Heinz & Hugo Frühling. Determinants of Gross Human Rights Violations by State and State-sponsored Actors in Brazil, Uruguay, Chile, and Argentina: 1960–1990, εκδ. Martinus Nijhoff, Χάγη, 1999.
viii. Lisa Martin, Institutions and Cooperation: Sanctions during the Falkland Islands Conflict, International Security, vol. 16, no. 4, Spring, 1992.
ix. John Nott, Here Today, Gone Tomorrow: recollections of an errant politician, εκδ. Politico's Publishing Ltd, Λονδίνο, 2003.
x. Margaret Thatcher, Statecraft: Strategies for a Changing World, εκδ. HarperCollins, Νέα Υόρκη, 2002.
xi. John Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991, πολιτική ιστορία, εκδ Πατάκη, Αθήνα, 2002.


Παραπομπές

[1] CIA, The World Factbook 2009, εκδ. CIA, Washington DC, 2009, ενοτ.: Falkland Islands/Malvinas Islas
[2] Peter Calvocoressi, Διεθνής Πολιτική, 1945-200, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2004, σ. 1105
[3] Shackleton Report, HC Deb 08 December 1982, vol 33 σσ.851-860
[4] Συνεδρίαση της Βουλής των Κοινοτήτων, της 2ης Δεκεμβρίου 1980, δημοσίευση λόγου υφυπουργού Εξωτερικών Ridley, δημοσ. σε Falkland Islands Newsletter, αρ. 9, τ. Δεκεμβρίου 1980.
[5] Daniel Gibran, The Falklands War: Britain Versus the Past in the South Atlantic, εκδ. McFarland, Jefferson, 2007, σ. 44
[6] Το κείμενο της δήλωσης διαθέσιμο στην ιστοσελίδα falklandtimeline, διαδικτ.: http://falklandstimeline.wordpress.com/1982-2/
[7] John Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991, πολιτική ιστορία, εκδ Πατάκη, Αθήνα, 2002, σσ. 251-255
[8] Wolfgang Heinz & Hugo Frühling. Determinants of Gross Human Rights Violations by State and State-sponsored Actors in Brazil, Uruguay, Chile, and Argentina: 1960–1990, εκδ. Martinus Nijhoff, Χάγη, 1999. σσ. 236–237.
[9] Απόφ. 18ης Φεβρουαρίου 1977, Reports of International Arbitral Awards, vol. XXI, UN, Ν.Υόρκη, 2006, σσ. 53-264
[10] Norberto Galasso, Historia de la Argentina, εκδ. Colihue, Μπουένος Άιρες, 2011, τ. ΙΙ, σσ. 505-532
[11] Alejandro Corbacho, Predicting the Probability of War During Brinkmanship Crises: The Beagle and the Malvinas Conflicts, πανεπιστήμιο CEMA, 2003, Documento de Trabajo no. 244, σ. 3
[12] Secretary of State Haig’s review to U.S. diplomats in Latin America, 7 May 1982, δημοσ. σε ιστότοπο The National Security Archive (NSA), διαδικτ.: http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB374/
[13] Falkland Islands, Haig to Pym and Mendez, April 28, 1982, NSA
[14] Presidential Message to Mrs. Thatcher on Falkland Island Dispute, April 1, 1982, NSA.
[15] President’s Conversation with Argentine President Galtieri, April 2, 1982, NSA.
[16] Ο λόγος της Thatcher ενώπιον του Κοινοβουλίου αυτούσιος στον ιστότοπο falklandtimeline, διαδικτ.: http://falklandstimeline.wordpress.com/1982-2/
[17] Memo [from Secretary of State] to the President: Discussions in London, April 9, 1982, NSA, καθώς και Your Discussions in London, President Reagan to Secretary Haig, April 9, 1982, NSA.
[18] Memo: Secretary’s [Haig] Meeting with Prime Minister Thatcher, April 8: Falkland Crisis, NSA.
[19] Memorandum for the President, April 12, 1982, NSA.
[20] Falkland Dispute, Haig to US Embassy in Buenos Aires καθώς και US Ambassador in Buenos Aires to Haig, April 8, 1982. NSA.
[21] Falkland Dispute: Argentine Proposal, US Embassy in Buenos Aires, April 15, 1982, NSA.
[22] US Peace proposal, April 27, 1982, ιστότοπος falklandtimeline, διαδικτ.: http://www.falklands.info/history/82doc.html
[23] Falklands Crisis: Prospective US measures, US Embassy Buenos Aires, April 30, 1982 καθώς και Falkland Island Disputes, Argentine Air Force Chief to US Deputy Chief of Mission in Argentina, May 1, 1982, NSA.
[24] UNSC Resolution 502, April 3, 1982, Meeting no.: 2350, Code: S/RES/502
[25] Daniel Gibran, σ. 77
[26] UNSC Resolution 505, May 26, 1982, Meeting no: 2368, Code: S/RES/505
[27] Lisa Martin, Institutions and Cooperation: Sanctions during the Falkland Islands Conflict, International Security, vol. 16, no. 4, Spring, 1992.
[28] John Nott, Here Today, Gone Tomorrow: recollections of an errant politician, εκδ. Politico's Publishing Ltd, Λονδίνο, 2003, ενοτ. Falklands: the first week - landing and victory
[29] Luis Andarcia, Falkland's War: Strategic, Intelligence and Diplomatic Failures, US Army War College, Pennsylvania, 1985.
[30] Peruvian Peace Proposal, 5 May 1982, διαδικτ.: http://www.falklands.info/history/82doc010.html
[31] Duncan Anderson, The Falklands War 1982, εκδ. Osprey Publishing, Οξφόρδη, 2002, σ. 72 επ.
[32] Margaret Thatcher, Statecraft: Strategies for a Changing World, εκδ. HarperCollins, Νέα Υόρκη, 2002, σ. 267.
[33] OAS, Res 359 (13 April 1982), 360 (21 April 1982), 1 (28 April 1982), 2 (29 May 1982), διαδικτ.: http://www.falklands.info/history/82doc.html
[34] British Joint Intelligence Committee, Immediate Assessment/JIC82IA29, April 17, 1982, NSA.
[35] Situation in Falkland Islands as of 700 EST, U.S. Embassy Buenos Aires, April 3, 1982, NSA.

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Παρανομίες από εισπρακτικές εταιρίες και δικαιώματα οφειλετών.


Με αφορμή την επιβολή από την Πολιτεία προστίμων σε βάρος εταιριών ενημέρωσης οφειλετών (εισπρακτικές εταιρίες) κρίνεται σκόπιμη η υπενθύμιση των δικαιωμάτων των οφειλετών. Τα δικαιώματα αυτά είναι ρητά και συγκεκριμένα. Η παραβίασή τους επιφέρει κυρώσεις έναντι των εισπρακτικών και δυστυχώς η παραβίαση αυτή είναι συχνή. Παρά το ότι το οι εισπρακτικές διαρρέουν πως οι παραβιάσεις γίνονται από εταιρίες παράνομα λειτουργούντες, τα πρόστιμα αποδεικνύουν πως παρανομούν και οι πλέον «μεγάλες και γνωστές» νόμιμα λειτουργούντες εταιρίες ενημέρωσης οφειλετών (δελτίο τύπου Υπουργείου Ανάπτυξης της 10ης Οκτωβρίου 2012, διαδικτ.: http://www.mindev.gov.gr/?p=8292).

Παραθέτω ευθύς αμέσως τα δικαιώματα των οφειλετών, όπως αυτά συμπληρώθηκαν από το άρθρο 36 Ν. 4038/2012. Ειδικότερα η τηλεφωνική επικοινωνία από την εταιρία ενημέρωσης οφειλετών για την ενημέρωση του οφειλέτη για ληξιπρόθεσμη απαίτηση επιτρέπεται να πραγματοποιείται μετά την πάροδο δέκα ημερών από την ημέρα που αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη, από τις 9:00 έως 20:00 και μόνο τις εργάσιμες ημέρες. Οι δανειστές-τράπεζες παρέχουν στις εισπρακτικές εταιρίες μόνο τα αναγκαία για την επικοινωνία στοιχεία των οφειλετών. Οι εισπρακτικές χρησιμοποιούν τα δεδομένα των οφειλετών για τους σκοπούς, για τους οποίους διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα από τον δανειστή σύμφωνα με το νόμο, καθώς και για την υπεράσπιση δικαιώματος τους ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλης δημόσιας αρχής. Απαγορεύεται ρητά στις εισπρακτικές η διαβίβαση των στοιχείων σε τρίτους, με ή χωρίς αντάλλαγμα, καθώς και η χρήση τους για άλλους. Συγκεκριμένα ορίζεται βέβαια πως απαγορεύεται στις εισπρακτικές η πρόσβαση σε αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς, όπως στην «ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε.», ή σε άλλα αρχεία για τη διακρίβωση της πιστοληπτικής ικανότητας του οφειλέτη. Επιπρόσθετα οι εισπρακτικές οφείλουν να καταγράφουν και να τηρούν για ένα έτος το περιεχόμενο της επικοινωνίας προκειμένου να ελέγχεται η παραβίαση του νόμου σε περίπτωση καταγγελίας. Ο οφειλέτης ενημερώνεται υποχρεωτικά για την καταγραφή και το σκοπό της. Το περιεχόμενο της καταγραφής δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε βάρος του οφειλέτη. Επίσης οι εταιρίες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών οφείλουν να χορηγούν χωρίς επιβάρυνση στον οφειλέτη ή, μετά από καταγγελία του οφειλέτη στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή, εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης, κατάσταση με τα συναφή δεδομένα κίνησης των τηλεφωνικών συνδέσεων καθώς και τα αναγνωριστικά στοιχεία του κατόχου της τηλεφωνικής παροχής από την οποία πραγματοποιήθηκε η επικοινωνία με τον οφειλέτη προκειμένου να ελεγχθεί καταγγελία για παραβίαση του νόμου. Επιπλέον οι εταιρείες ενημέρωσης είναι υποχρεωμένες να τηρούν ηλεκτρονικό αρχείο τηλεφωνικών επικοινωνιών ενημέρωσης στις οποίες προβαίνουν προς τον οφειλέτη και να χορηγούν τα στοιχεία αυτά, εφόσον ζητηθούν, στον οφειλέτη ή στη Γενική Γραμματεία Καταναλωτή.

Ισχύουν κατά τα λοιπά τα δικαιώματα του οφειλέτη σύμφωνα με το Ν. 3758/2009. Έτσι σε κάθε προφορική επικοινωνία με τον οφειλέτη, οι εισπρακτικές υποχρεούνται να διαθέτουν εμφανή τον αριθμό προέλευσης κλήσης, να παρέχουν πλήρη και σαφή Ενημέρωση στους οφειλέτες, τόσο για το ονοματεπώνυμο του καλούντος υπαλλήλου και την ιδιότητα του, όσο και για τον αριθμό Μητρώου της εισπρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 7 Ν. 3758/2009 και το σκοπό της επικοινωνίας τους. Σε κάθε δε έγγραφη επικοινωνία, είτε με επιστολή είτε με σταθερό μέσο, οι εισπρακτικές υποχρεούνται, πλέον των ανωτέρω, να αναγράφουν, την πλήρη εμπορική επωνυμία τους, την ταχυδρομική διεύθυνση της καταστατικής έδρας τους, με οδό, αριθμό, πόλη, ταχυδρομικό κώδικα, τηλεφωνικό αριθμό, αριθμό τηλεομοιοτυπίας και διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, καθώς και τον αριθμό Μητρώου.

Πολύ σημαντικό πως απαγορεύεται στις εισπρακτικές να εμφανίζονται ως Τράπεζες, δηλαδή να αντιποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο κατά την επικοινωνία τους με τους οφειλέτες την επωνυμία ή το διακριτικό τίτλο των δανειστών - εντολέων τους. Ταυτόχρονα πολύ σημαντικό πως απαγορεύεται στις εισπρακτικές να εμφανίζονται ως δικηγόροι ή δικαστικοί επιμελητές καθώς και να ενεργούν πράξεις, οι οποίες ασκούνται αποκλειστικά από δικηγόρους ή δικαστικούς επιμελητές, όπως έρευνα στα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία, παράσταση σε δημόσιες αρχές, κοινοποίηση δικαστικών ή εξώδικων πράξεων, κίνηση διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης ή με οποιονδήποτε τρόπο συμμετοχή σε αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Τέλος απαγορεύεται στις εισπρακτικές να αναθέτουν τη δικαστική διεκδίκηση των οφειλών σε δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές της δικής τους επιλογής, έργο που ανήκει αποκλειστικά στους δανειστές.

Τέλος οι πιο κάτω απαγορεύσεις είναι σαφείς και ρητές, σε σημείο που δε χωρεί αμφισβήτησή τους. Έτσι είναι παράνομες: η άσκηση σωματικής βίας, ψυχολογικής πίεσης περί διακινδύνευσης του επαγγέλματος, των περιουσιακών στοιχείων ή της ζωής του οφειλέτη ή των οικείων του· η επίδειξη προσβλητικής συμπεριφοράς ή η χρήση προσβλητικών εκφράσεων εναντίον του οφειλέτη ή και των οικείων του· η δυσφήμιση ή η απειλή δυσφήμισης του οφειλέτη στο οικογενειακό ή εργασιακό περιβάλλον του· η εκμετάλλευση περιστάσεων αντικειμενικής αδυναμίας του οφειλέτη· η απειλή λήψης μη νόμιμου μέτρου σε βάρος του· η παραπλανητική πληροφόρηση του οφειλέτη· οι κατ’ οίκον ή στο χώρο εργασίας του οφειλέτη επισκέψεις, καθώς και οι επισκέψεις σε άλλους χώρους αυστηρά προσωπικούς, όπως νοσοκομεία· η όχληση των οικείων προσώπων του οφειλέτη· η παραπλανητική χρήση και παρουσίαση εγγράφων που δημιουργούν εσφαλμένα την εντύπωση ότι πρόκειται για δικαστικά έγγραφα· και η οποιαδήποτε επικοινωνία που περιλαμβάνει ανακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις συνέπειες αθέτησης πληρωμών.

Σε κάθε περίπτωση που ο οφειλέτης διαπιστώνει τέλεση παρανομίας από κάθε εισπρακτικές εταιρία που τον οχλεί οφείλει να πληροφορηθεί τα δικαιώματά του, να συμβουλευτεί το δικηγόρο του και να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ενημέρωσης των αρμόδιων φορέων και άσκησης των δικαιωμάτων του ενώπιον κάθε αρχής ή δικαστηρίου.

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης