ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

http://law-thessaloniki.blogspot.gr

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

Η πολιτική των βαλκανικών κρατών και το Κυπριακό 1974-1975

Δημοσιευμένο άρθρο στο περιοδικό Ιστορικά Θέματα, τ. Ιουλίου 2011, σελ. 52-63

Το καλοκαίρι του 1974 αποτέλεσε τομή για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Τα γεγονότα της Κύπρου διαμόρφωσαν σημαντικά τις επιλογές της ελληνικής διπλωματίας. Αμεση προτεραιότητα ήταν η αντιμετώπιση της τουρκικής εισβολής και η αποφυγή του ελληνοτουρκικού πολέμου. Προκειμένου η Ελλάδα να ενισχύσει τη διεθνή της θέση, προχώρησε σε αναθεώρηση της πολιτικής της, στρεφόμενη στη σύσφιξη των σχέσεών της με τα βαλκανικά κράτη. Για τον σκοπό αυτό, ενισχύθηκαν οι σχέσεις με τη Βουλγαρία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Ρουμανία. Η κίνηση αυτή έφερε αποτελέσματα, αφού τα βαλκανικά κράτη τάχθηκαν άμεσα ή έμμεσα υπέρ της Ελλάδας – στάση που τήρησαν και κατά το ελληνικό «βαλκανικό άνοιγμα», το 1975.
Κατά τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης, η ελληνική εξωτερική πολιτική έκανε μια σαφή στροφή προς την κατεύθυνση της άμεσης βελτίωσης των σχέσεων με τα βαλκανικά κράτη, στα πλαίσια μιας νέας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής. Αυτή η νέα πολιτική εκφράστηκε με την επιδίωξη για άμεση ένταξη στην ΕΟΚ, την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, τις επαφές με την Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή και βέβαια τη νέα βαλκανική πολιτική. Το έτος 1974 αποτέλεσε τομή στην ελληνική εξωτερική πολιτική και για έναν επιπλέον λόγο: τότε μεταβλήθηκε πλήρως το ελληνικό αμυντικό δόγμα, καθώς ο κίνδυνος προερχόταν πλέον από την ανατολή και όχι από τον βορρά. Κυρίαρχη πεποίθηση στην Ελλάδα ήταν ότι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο προοιωνιζόταν μια υπαρκτή και όχι δυνητική απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.
Βέβαια, η βελτίωση των σχέσεων της Ελλάδας με τα βαλκανικά κράτη, παρότι είχε τον χαρακτήρα «κλεισίματος μετώπου» ή αντίβαρου, ώστε να αντιμετωπιστούν οι τουρκικές προκλήσεις, δεν ήταν ο μοναδικός στόχος της Ελλάδας. Η προσέγγιση της Ελλάδας με τα σοσιαλιστικά κράτη των Βαλκανίων είχε ως πολιτική πράξη και έναν αυτόνομο χαρακτήρα. Αλλωστε, η διεθνής συγκυρία ευνοούσε το βαλκανικό άνοιγμα, αφού η οικονομική ύφεση είχε μειώσει την ένταση ανάμεσα στους δύο μεγάλους συνασπισμούς. Την ίδια στιγμή, η Τελική Πράξη του Ελσίνκι (1 Αυγούστου 1975), η οποία λειτούργησε προς την κατεύθυνση της προσέγγισης των δύο αντίπαλων κόσμων, έπαιξε καίριο ρόλο για τη νέα βαλκανική πολιτική της Ελλάδας, τόσο σε διμερές όσο και σε πολυμερές επίπεδο, αφού η νέα αυτή πολιτική θεωρείτο ως η υλοποίηση του πνεύματος του Ελσίνκι στον περιφερειακό-βαλκανικό χώρο.
Ετσι, από τα τέλη του 1974 και κατά τις αρχές του 1975, Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία συμφώνησαν να απομακρύνουν στρατεύματα από τα κοινά τους σύνορα, προκειμένου να τα προωθήσουν σε άλλα σημεία της μεθορίου τους –όπου υπήρχαν μεγαλύτερες ανάγκες– διατηρώντας μόνο μικρές φρουρές για τη συνήθη φύλαξη των συνόρων. Ταυτόχρονα, η Γιουγκοσλαβία εγκαλούσε την Τουρκία για την εισβολή στην Κύπρο και για το ότι οι τουρκικές ενέργειες έθεταν σε κίνδυνο την ειρήνη στην περιοχή. Αντίστοιχα, και η Βουλγαρία παρείχε, μετά τη συνάντηση Ζίβκοφ-Καραμανλή τον Ιούνιο του 1975, πλήρη εγγύηση για το απαραβίαστο των ελληνικών συνόρων. Είναι γεγονός, βέβαια, ότι ακόμα και νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής και της αλλαγής της εξουσίας στην Ελλάδα, η στάση των βαλκανικών κρατών ήταν ενδεικτική του θετικού κλίματος στις σχέσεις τους με την Ελλάδα.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΕΙΣΒΟΛΗΣ

Η γιουγκοσλαβική πολιτική
Σημαντική δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο ανέπτυξε η Γιουγκοσλαβία, λόγω των καλών σχέσεων που διατηρούσε με την Κύπρο, αφού και οι δύο χώρες συμμετείχαν στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Το γεγονός της συμπάθειας του Τίτο προς τον Μακάριο, σε συνδυασμό με την όξυνση των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων κατά τα τελευταία χρόνια της δικτατορίας, οδήγησε τη Γιουγκοσλαβία, αρχικά, να λάβει αμέσως μετά το πραξικόπημα του Σαμψών θετική στάση υπέρ της Τουρκίας. Συγκεκριμένα, πριν τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας δικαιολόγησε την τουρκική εισβολή και, ταυτόχρονα, υποστήριξε την ανάγκη αποκατάστασης της συνταγματικής τάξης στην Κύπρο.
Η γιουγκοσλαβική στάση άλλαξε μετά την πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα. Στο εξής, το Βελιγράδι θα τασσόταν υπέρ της ακεραιότητας, της ανεξαρτησίας και της συνταγματικής νομιμότητας της Κύπρου. Ακόμα, υποστήριξε την ανάγκη άμεσης και πιστής εφαρμογής των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (1). Ωστόσο, επιφυλάξεις διατήρησε η Γιουγκοσλαβία για τη Δήλωση της Διάσκεψης της Γενεύης (2), κατά τη διάρκεια των τριμερών (Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο) διαπραγματεύσεων μεταξύ 25 και 30 Ιουλίου 1974. Το Βελιγράδι θεωρούσε πως οι τρεις χώρες δρομολογούσαν λύση του Κυπριακού ευνοϊκή για το ΝΑΤΟ και ότι ίσως στη Διάσκεψη της Γενεύης υπήρξε συμπαιγνία και συναλλαγή μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων (3).
Ακολούθως, σημαντική για την ενίσχυση των ελληνικών θέσεων ήταν η επίσκεψη του Μίλος Μίνιτς, αντιπροέδρου του Ομοσπονδιακού Εκτελεστικού Συμβουλίου (κυβέρνησης) και υπουργού Εξωτερικών της Γιουγκοσλαβίας, στην Αθήνα. Στις 17 Αυγούστου 1974 ακολούθησε επίσκεψη και στην Αγκυρα και ενημέρωση και της τουρκικής ηγεσίας. Η επίσκεψη δεν είχε προγραμματιστεί αλλά πραγματοποιήθηκε εκτάκτως με πρωτοβουλία του Τίτο. Ο Μίνιτς μετέφερε μήνυμα του Γιουγκοσλάβου ηγέτη προς τον Καραμανλή, πρωθυπουργό της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας. Συναντήσεις πραγματοποιήθηκαν και με τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη και με τον υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Μαύρο.
Στο μήνυμά του ο Τίτο καταδίκασε ρητά τόσο το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου όσο και την τουρκική εισβολή, αναφέροντας ότι: «η Κυβέρνηση και οι λαοί της Γιουγκοσλαβίας κατεδίκασαν αυτή την ανάμιξη (συνεπεία του στρατιωτικού πραξικοπήματος) στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, μιας φιλικής χώρας που ακολουθεί αδέσμευτη πολιτική […] Επισύραμε την προσοχή της παλαιάς ελληνικής Κυβερνήσεως στο γεγονός ότι αναλαμβάνει όλη την ευθύνη για τις συνέπειες […] Ταχθήκαμε υπέρ της άμεσου καταπαύσεως της ξένης επεμβάσεως, υπέρ της αποχωρήσεως των ξένων στρατιωτικών δυνάμεων και υπέρ της αυστηρής εφαρμογής της αποφάσεως 353 του Σ.Α. του ΟΗΕ».
Ο Τίτο προχώρησε στη συγκεκριμένη κίνηση ως ηγετική μορφή του Κινήματος των Αδέσμευτων, μέλος της οποίας ήταν και η Κύπρος: «Οι αδέσμευτες χώρες, που είδαν στην παραβίαση της ανεξαρτησίας της Κύπρου και μίαν επίθεσην κατά της πολιτικής της μη-δεσμεύσεως γενικά, εξέφρασαν σαφώς και επανειλημμένως, ιδίως στην δήλωσή τους, της Νέας Υόρκης στις 6 Αυγούστου, την κοινή τους θέση σχετικά με την κατάσταση στην Κύπρο […] Χώρα γειτονική και αδέσμευτη η Γιουγκοσλαβία ενδιαφέρεται έντονα να βρεθή μια λύση στην σοβαρή κατάσταση που δημιουργήθηκε σχετικά με την Κύπρο».
Η στάση της Γιουγκοσλαβίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως θετική για τις ελληνικές θέσεις, παρά τις αρχικές επικρίσεις ενάντια στη Χούντα. Καταρχάς, αποκαταστάθηκαν οι διαταραγμένες διμερείς σχέσεις κατά την προηγούμενη διετία, λόγω της πολιτικής της δικτατορίας. Επιπλέον, οι απόψεις του Τίτο ήταν ταυτόσημες με τις απόψεις της ελληνικής Κυβέρνησης, ως προς την επίλυση της κρίσης του Κυπριακού. Ως αφετηρία της γιουγκοσλαβικής πολιτικής, ο Τίτο διακήρυσσε «μια Κύπρο ενιαία, κυρίαρχη ανεξάρτητη» και ζητούσε να τερματιστεί η «ξένη ανάμιξη». Επίσης, δεσμευόταν για βοήθεια στην Κύπρο, άρα και για υποστήριξη των ελληνικών θέσεων στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών, θεωρώντας ότι «ο ΟΗΕ καλείται να παίξη στο θέμα αυτό ένα ρόλο αναντικατάστατο» (4). Πράγματι, η υιοθέτηση του ψηφίσματος 3212 στις 11 Νοεμβρίου 1974 (5) από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, αποφασίστηκε κατόπιν πρότασης και σχετικής κινητοποίησης των Αδέσμευτων χωρών. Τέλος, η χείρα φιλίας που έτεινε ο Τίτο, λειτούργησε και ως ευκαιρία για την Ελλάδα να βρει συμπαραστάτες στις Αδέσμευτες χώρες υπέρ των θέσεών της στο Κυπριακό.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός των γιουγκοσλαβικών ανησυχιών για ενδεχόμενη επίκληση από την Αθήνα του Τριμερούς Συμφώνου Γιουγκοσλαβίας-Ελλάδας-Τουρκίας του 1954. Το Τριμερές Σύμφωνο είχε εικοσαετή διάρκεια και τυπικά έληγε στις 7 Αυγούστου 1974. Παρότι αυτό είχε καταστεί προ πολλού «νεκρό γράμμα», κανένα από τα τρία μέρη δεν είχε καταγγείλει το Σύμφωνο (6). Το γεγονός αυτό ανησυχούσε τη γιουγκοσλαβική ηγεσία για τη στάση που έπρεπε να κρατήσει η χώρας τους σε ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύρραξη και κατά πόσον είχε αυτή νομική υποχρέωση να παρέμβει υπέρ κάποιου από τα δύο άλλα μέρη. Εντέλει, κατά τις επισκέψεις του σε Αθήνα και Αγκυρα ο Μίνιτς δήλωσε πως η Γιουγκοσλαβία και τυπικά αποχωρεί από το Τριμερές Σύμφωνο.
Επίσης, ενδιαφέρουσα ήταν και η στάση του Κύπριου ηγέτη, Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Σε συνάντηση που είχε με τον υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Μαύρο στη Γενεύη, τον Σεπτέμβριο του 1974, κατέστη σαφής η θέση του Μακαρίου υπέρ της συνεργασίας με τον Τίτο. Πιο συγκεκριμένα, ο Μακάριος υπολόγιζε στην υποστήριξη που του παρείχε το Κίνημα των Αδέσμευτων. Ετσι, εξέφρασε την επιθυμία του να επισκεφθεί το Κάιρο, το Αλγέρι και το Βελιγράδι. Σκοπός του ήταν η κινητοποίηση των Αδέσμευτων χωρών, ώστε να ενισχυθούν οι κυπριακές θέσεις για τη λύση του προβλήματος (7).

Η βουλγαρική στάση
Οταν ξέσπασε το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, η Βουλγαρία το καταδίκασε έντονα, τονίζοντας δε πως αναγνώριζε ως νόμιμη κυβέρνηση αυτή του ανατραπέντος Μακαρίου. Μάλιστα, η Βουλγαρία ήταν μεταξύ των χωρών που ζήτησε στα Ηνωμένα Εθνη τη σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας και επέμενε στην αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Κύπρο. Μετά την έναρξη του Αττίλα Β’, η Βουλγαρία καταδίκασε έντονα την τουρκική στάση και τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της εδαφικής ακεραιότητας του νησιού. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, ότι δέχθηκε για εργασία στο έδαφός της 5.000 Κύπριους πρόσφυγες. Επειτα από την πτώση της δικτατορίας και την άνοδο στην εξουσία της κυβέρνησης Καραμανλή, η Βουλγαρία συνέπλευσε με τις ελληνικές θέσεις. Μάλιστα, ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών Δημήτριος Μπίτσιος (που είχε αντικαταστήσει τον παραιτηθέντα Γεώργιο Μαύρο από τις 17 Οκτωβρίου 1974), είχε επαφές στη Σόφια τόσο με τον πρόεδρο του Συμβουλίου του Κράτους Τοντόρ Ζίβκοφ όσο και με τον υπουργό Εξωτερικών Πέταρ Μλαντένοφ. Σε αυτές τις συναντήσεις τονίστηκε ρητά εκ μέρους της Βουλγαρίας η αντίθεσή της στη διχοτόμηση της Κύπρου και η υποστήριξη στην ειρηνική συνύπαρξη στα Βαλκάνια.

Η στάση της Ρουμανίας
Την ίδια θετική για την Ελλάδα στάση στο Κυπριακό τήρησε και η Ρουμανία. Μόλις στις 2 Σεπτεμβρίου 1974, ο Μαλίτσα, ειδικός απεσταλμένος της κυβέρνησης Τσαουσέσκου, επισκεπτόμενος την Αθήνα μετέφερε στον Καραμανλή μήνυμα του Ρουμάνου ηγέτη για μεσολάβηση προς την Τουρκία, ώστε το Κυπριακό να λυθεί εντός των πλαισίων του ΟΗΕ και με σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας και ανεξαρτησίας της Κύπρου. Ταυτόχρονα η ρουμανική Κυβέρνηση προσκαλούσε επίσημα τον Καραμανλή να επισκεφθεί το Βουκουρέστι. Στην απάντησή του ο Ελληνας πρωθυπουργός, αποδεχόμενος την πρόσκληση να επισκεφτεί τη Ρουμανία, επιβεβαίωσε τις καλές ελληνορουμανικές σχέσεις, εκφράζοντας την επιθυμία για περαιτέρω βελτίωση. Επίσης, πρότεινε στη βαλκανική χώρα να πιέσει την Τουρκία για το Κυπριακό τόσο στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών όσο και σε διμερές επίπεδο. Ο Μαλίτσα συναντήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 1974 και με την τουρκική ηγεσία στην Αγκυρα, όπου επισήμανε την αντίθεση των λόγων των Τούρκων με τις θέσεις τους στη συζήτηση του Κυπριακού στον ΟΗΕ (8).

ΤΟ «ΒΑΛΚΑΝΙΚΟ ΑΝΟΙΓΜΑ» ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ

Οι ελληνορουμανικές επαφές
Στις 26-27 Μαΐου 1975, ο Καραμανλής πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στο Βουκουρέστι Το απόγευμα της 26ης Μαΐου οι Καραμανλής και Τσαουσέσκου είχαν συνάντηση στην οποία συζήτησαν εκτενώς ζητήματα διμερών σχέσεων και γενικότερης εξωτερικής πολιτικής. Ευχαριστώντας τη Ρουμανία για τη στήριξη στο Κυπριακό, ο Καραμανλής συνέδεσε την ανάγκη επίλυσης των ελληνοτουρκικών προβλημάτων, ούτως ώστε να μην υπάρξουν «επικίνδυνες εξελίξεις» στα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο, με την ανάπτυξη διμερούς και πολυμερούς βαλκανικής συνεργασίας.
Ως προς το Κυπριακό, ο Ρουμάνος ηγέτης δήλωσε ότι η χώρα του υποστηρίζει την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων από το νησί και τάχθηκε υπέρ της ανεξαρτησίας, της ακεραιότητας και της ουδετερότητας της Κύπρου. Ο Τσαουσέσκου στην ανάλυσή του για το Κυπριακό αρχικά έριξε το βάρος της ευθύνης για την έναρξη των γεγονότων στη δικτατορική Ελλάδα που επιχείρησε να ανατρέψει το Μακάριο, άποψη που είχαν εκφράσει και τα άλλα βαλκανικά κράτη. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τον Καραμανλή να του απευθύνει ερώτημα ως προς το εάν θεωρούσε η Ρουμανία δικαιολογημένη την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, λαμβάνοντας την απάντηση πως δεν δικαιολογείται ούτε η τουρκική εισβολή, ούτε και η προσπάθεια ανατροπής του Μακαρίου. Ο Ρουμάνος ηγέτης δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στους κινδύνους για τα Βαλκάνια από μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική σύγκρουση και στο γεγονός ότι θα επιθυμούσε τη συμμετοχή και άλλων βαλκανικών κρατών στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης στο Κυπριακό (9).
Oι ρουμανικές πρωτοβουλίες για την επίλυση του Κυπριακού συνεχίστηκαν και το 1975. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκεόργκε Μακοβέσκου έλαβε πρωτοβουλία για να συγκληθεί συνδιάσκεψη των βαλκανικών και μεσογειακών κρατών με σκοπό τη δημιουργία πλαισίου για την εξεύρεση λύσης του Κυπριακού. Προς το σκοπό αυτό, κινήθηκε μέσω των Ηνωμένων Εθνών και ήρθε σε επαφή με άλλους υπουργούς Εξωτερικών, δίχως όμως να υπάρξει απτό αποτέλεσμα. Τέλος, έμμεσα και ο ίδιος ο Τσαουσέσκου έθεσε το ζήτημα της Κύπρου στον Αμερικανό Πρόεδρο Τζέραλντ Φορντ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης του τελευταίου τον Αύγουστο του 1975 στο Βουκουρέστι. Σε ερώτημά του σχετικά με την άποψη των ΗΠΑ για τις ξένες επεμβάσεις σε άλλες χώρες, ο Φορντ απάντησε γενικόλογα πως οι ΗΠΑ «καλωσορίζουν την αληθινή ειρήνη στην Ευρώπη» (10).

Η Συνάντηση Καραμανλή-Τίτο
Στις 4-5 Ιουνίου 1975 ο Ελληνας πρωθυπουργός επισκέφθηκε επίσημα τη Γιουγκοσλαβία. Στις αρχικές επαφές μεταξύ του προέδρου της γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης Τζεμάλ Μπίγιεντιτς και Καραμανλή, ο Γιουγκοσλάβος αξιωματούχος έθεσε προς συζήτηση τα θέματα που ενδιέφεραν περισσότερο τη χώρα του. Αυτά ήταν η διεθνής οικονομική κρίση της εποχής, η πολιτική της Υφεσης και των Αδέσμευτων χωρών, οι εξελίξεις για τη Διάσκεψη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΔΑΣΕ), το Κυπριακό, το Μεσανατολικό και η Βαλκανική Συνεργασία. Στη συνέχεια παρατέθηκαν οι ελληνικές απόψεις για το Κυπριακό και τις αξιώσεις της Τουρκίας έναντι της Ελλάδας, με τον Καραμανλή να αναφέρει πως υπολογίζει και στη συμπαράσταση της Γιουγκοσλαβίας (11) Την επόμενη ημέρα, 5 Ιουνίου 1975, ο Καραμανλής είχε συνεργασία με τον πρόεδρο Τίτο. Αφού η ελληνική πλευρά προέβη σε επισκόπηση των συνομιλιών της προηγούμενης ημέρας, αναφέρθηκε στο Κυπριακό και στα ελληνοτουρκικά, ζητώντας τη συμπαράσταση της Γιουγκοσλαβίας και του Τίτο, ως ηγέτη «με παγκόσμιο κύρος, ιδία μεταξύ του κόσμου των Αδέσμευτων» (12). Τέλος, και στο κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε μετά τη λήξη της επίσημης επίσκεψης Καραμανλή στη Γιουγκοσλαβία, γινόταν αναφορά στις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού.

Οι ελληνοβουλγαρικές συνομιλίες
Από τις 2 έως τις 4 Ιουλίου 1975, ο Καραμανλής είχε επίσημες συναντήσεις με τη βουλγαρική ηγεσία στη Σόφια. Την ελληνική αντιπροσωπεία υποδέχτηκαν ο πρωθυπουργός Στάνκο Τοντόροφ και o υπουργός Εξωτερικών Πέταρ Μλαντένοφ, στις 4 Ιουλίου 1975. Την ίδια ημέρα πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του Καραμανλή και του Ζίβκοφ, αρχικά κατ’ ιδίαν και έπειτα παρουσία των υπουργών που τους συνόδευαν. Εκεί η ελληνική πλευρά έθεσε εκτενώς το θέμα του Κυπριακού.
Ο Βούλγαρος πρόεδρος αναφέρθηκε και στη στάση της χώρας του κατά την κρίση του Κυπριακού, αναφέροντας πως η Βουλγαρία δεν εκμεταλλευόταν για ιδιοτελείς σκοπούς δυσκολίες στις σχέσεις άλλων χωρών, παρότι «μας εγένεντο προτάσεις ως και προσπάθειαι να μας επιβληθούν κινήσεις, αλλά ημείς ουδέν επράξαμεν δυνάμενον να βλάψη την Ελλάδα». Ενόψει του ιδιαίτερα σοβαρού υπαινιγμού του Ζίβκοφ, ο Καραμανλής τον ρώτησε εάν οι προτάσεις αυτές είχαν γίνει από την Τουρκία. Ο Βούλγαρος πρόεδρος απάντησε αρνητικά, αλλά διευκρίνισε πως εννοούσε πολιτική επέμβαση και όχι στρατιωτική, προσθέτοντας πως δεν είχε σημασία από ποιον προερχόταν η προτροπή.
Σε συνέχεια των συζητήσεων για το Κυπριακό, έγινε σαφής η τάση της Βουλγαρίας να εναρμονιστεί με τη σοβιετική πολιτική. Ως εκ τούτου, ο Ζίβκοφ τάχθηκε υπέρ μιας αποστρατιωτικοποιημένης Κύπρου και κατά του ενδεχομένου (για το οποίο ο Καραμανλής τον διαβεβαίωσε πως δεν ίσχυε) να μετατραπεί το νησί σε νατοϊκή βάση. Στις 4 Ιουλίου 1975 οι δύο ηγέτες είχαν εκ νέου συνάντηση στην οποία συζήτησαν διμερή και βαλκανικά θέματα. Αναφορά έγινε και πάλι από την ελληνική πλευρά στο Κυπριακό. Ο Βούλγαρος ηγέτης εκδήλωσε ενδιαφέρον να προωθήσει, εάν και η Ελλάδα συμφωνούσε, τη σύγκληση μιας ευρύτερης διάσκεψης για λύση του Κυπριακού, σε περίπτωση που δεν απέδιδαν οι διακοινοτικές συνομιλίες. Επίσης, προθυμοποιήθηκε να μεταφέρει, ως βουλγαρικές, τις ελληνικές απόψεις για το Κυπριακό στον Τούρκο πρωθυπουργό που θα συναντούσε για τα εγκαίνια κοινού έργου. Μάλιστα, στο σημείο αυτό φάνηκαν και οι διαφορές μεταξύ Βουλγαρίας και Ρουμανίας, με τον Ζίβκοφ να μέμφεται τον Τσαουσέσκου για έλλειψη βαρύτητας των αντίστοιχων πρωτοβουλιών της ρουμανικής πλευράς, λέγοντας χαρακτηριστικά πως: «ο Ρουμάνος πρόεδρος Τσαουσέσκου …ευκόλως υπόσχεται πολλά» (13).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Συνοψίζοντας τη θέση των βαλκανικών κρατών στο Κυπριακό, αυτή εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα. Ασφαλώς, τα κίνητρα των βαλκανικών χωρών διέφεραν από τα ελληνικά. Η Γιουγκοσλαβία, ως ενεργό μέλος του Κινήματος των Αδέσμευτων, στήριζε το Μακάριο, ενώ τόσο η ίδια όσο και η Ρουμανία και η Βουλγαρία, εκφράζοντας –κυρίως η τελευταία– τη σοβιετική άποψη για το Κυπριακό, τάσσονταν εναντίον ενδεχόμενης «νατοποίησης» της Κύπρου. Χαρακτηριστικό ήταν το γεγονός ότι στις ψηφοφορίες στον ΟΗΕ, ενώ οι δυτικοί σύμμαχοι της Ελλάδας –με εξαίρεση τη Γαλλία– είτε απείχαν είτε καταψήφιζαν τις ελληνικές θέσεις για το Κυπριακό, οι βαλκανικές και αδέσμευτες χώρες τις υπερψήφιζαν και λάμβαναν πρωτοβουλίες θετικές για τις ελληνικές επιδιώξεις. Τέλος, οι πρωτοβουλίες που θέλησαν να αναπτύξουν αρχικά η Ρουμανία και, έπειτα, η Βουλγαρία για σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για το Κυπριακό, παρότι φαίνονταν να ανταποκρίνονται στις ελληνικές θέσεις, θεωρήθηκε ότι υπέκρυπταν σοβιετικές φιλοδοξίες για επιρροή στην Κύπρο. Συνεπώς, ήταν βέβαιο ότι θα συναντούσαν τις δυτικές αντιρρήσεις, με αποτέλεσμα η Αθήνα να μην συνταχθεί με τις πρωτοβουλίες αυτές, επιμένοντας στις διαδικασίες μέσω του ΟΗΕ.
Η βαλκανική πολιτική της Ελλάδας και το σκέλος της ως προς το Κυπριακό δεν ήταν παροδική ή καιροσκοπική. Αντίθετα, αποτελούσε προέκταση της περισσότερο αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής, η οποία είχε ως σκοπό την ενίσχυση της χώρας στον διεθνή στίβο και συνδυαζόταν με την προσπάθεια ένταξης στην ΕΟΚ και τις επαφές με τον αραβικό κόσμο. Συνεπώς, ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα του βαλκανικού ανοίγματος ήταν και η αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας στην Κύπρο. Γενικά, πάντως, η στάση των βαλκανικών χωρών μπορεί να χαρακτηριστεί ως θετική για τα ελληνικά συμφέροντα και, παρότι δεν απέτρεψε τις δυσμενείς εξελίξεις στην Κύπρο, βοήθησε την Ελλάδα να ενισχύσει τη διεθνή θέση της τη διετία 1974-1975.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. UN Security Council Resolution 353 (1974), 1781 συνάντηση στις 20 Ιουλίου 1974 και Security Council Resolution 367 (1975), 12 Μαρτίου 1975 και General Assembly resolution 3212(XXIX), 1 Νοεμβρίου 1974.
2. Με αυτή συμφωνήθηκε να σταματήσουν οι εχθροπραξίες, να δημιουργηθεί ζώνη ασφαλείας γύρω από την περιοχή που ήλεγχαν τα τουρκικά στρατεύματα και να ελαττωθούν βαθμιαία οι αντίπαλες ένοπλες δυνάμεις.
3. Κ.Σβολόπουλος, Κωνσταντίνος Καραμανλής: αρχείο, γεγονότα και κείμενα, τ. 8, εκδ. ΙΔΚ, Αθήνα 2005, σ. 104-105.
4. Αρχείο Καραμανλή, φ. 2Β, Ι. Μπροζ Τίτο προς Κ. Καραμανλή, 17 Αυγούστου 1974 (επ. μτφρ.).
5. Το ψήφισμα τασσόταν, μεταξύ άλλων, υπέρ της ανεξαρτησίας, κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου, καλούσε τα ξένα στρατεύματα να αποχωρήσουν από το νησί και υπενθύμιζε την ανάγκη επιστροφής των προσφύγων. Βλ. A/RES/3212(XXIX).
6. Το άρθρο 6 του συμφώνου έκανε λόγο για ακύρωσή του εάν ένα από τα μετέχοντα μέρη κατήγγελλε το σύμφωνο ένα χρόνο πριν τη λήξη της εικοσαετίας, ειδάλλως το σύμφωνο εξακολουθούσε να ισχύει μέχρι κάποιο από τα μέρη να το ακυρώσει.
7. Αρχείο Καραμανλή, φ. 2Β, σημείωμα περί συνομιλιών κ. αντιπροέδρου Κυβερνήσεως και υπουργού Εξωτερικών κατά τας επισκέψεις τους εις Παρισίους και Βόννην.
8. Αρχείο Καραμανλή, φ. 2Β, συνομιλία του Ρουμάνου ειδικού απεσταλμένου υπουργού κ. Μαλίτσα μετά του προέδρου της Κυβερνήσεως κ. Καραμανλή και του αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως και υπουργού Εξωτερικών κ. Μαύρου, 2 Σεπτεμβρίου 1974.
9. Αρχείο Καραμανλή, φ. 50Β, πρακτικά ελληνορουμανικών συνομιλιών επ’ ευκαιρία της επισήμου επισκέψεως εις Βουκουρέστιον του πρωθυπουργού.
10. Memorandum of Conversation, August 2-3, 1975, President Ford/Secretary Kissinger/President Ceauşescu. Embassy of the USA Bucharest, 8 August 1975.
11. Αρχείο Καραμανλή, φ. 50Β, πρακτικά συνομιλίας κ.κ. πρωθυπουργών Ελλάδος και Γιουγκοσλαβίας, εν Μπλέντ, την 4ην Ιουνίου 1975.
12. Αρχείο Καραμανλή, φ. 50Β πρακτικόν συνομιλίας μεταξύ στρατάρχου Τίτο και Α.Ε. κ. προέδρου Κυβερνήσεως την 5ην Ιουνίου 1975.
13. Αρχείο Καραμανλη, φ. 50Β, πρακτικά ελληνοβουλγαρικών συνομιλιών επ’ ευκαιρία της επισήμου επισκέψεως εις Σόφιαν του πρωθυπουργού κ. Κ. Καραμανλή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωτογενείς πηγές
(1) Αρχείο Καραμανλή
(2) Εθνικό Οπτικοακουστικό Αρχείο
(3) Geraldrfordfoundation.org
(4) Official Documents System of the United Nations
(5) Sl.Stankovic, THE CYPRUS CRISIS AND THE BALKAN PACT, 19.08.1974, Open Society Archive, RADIO FREE EUROPE Research, folder, 115-2-199
(6) Εφημ. Το Βήμα, φύλλο 26ης Μαΐου 1975

Δευτερογενείς πηγές
(1) Στ. Αλειφαντής: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ, 1974-1981, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1987.
(2) Σ. Βαλντέν: ΠΑΡΑΤΑΙΡΟΙ ΕΤΑΙΡΟΙ: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ, ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΚΑΙ ΒΑΛΚΑΝΙΑ (1967-1974), εκδ. Πόλις, Αθήνα 2009.
(3) Κ. Σβολόπουλος: Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ, 1974-1981, εκδ. Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1987.
(4) Κ. Σβολόπουλος: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ -ΑΡΧΕΙΟ, ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ, τ. 8, εκδ. ΙΔΚ, Αθήνα 2005.
(5) Δ.Μπίτσιος: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, εκδ. Εστία, Αθήνα 1983.
(6) M.Leighton: GRECO-TURKISH FRICTION: CHANGING BALANCE IN EASTERN MEDITERRANEAN, Conflict Studies Institute for the Study of Conflict, 1979, no. 109,
(7) Γ.Μηλιός και Τ. Κυπριανίδης: «ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΜΕΤΑ ΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ. ΜΕΡΟΣ Δ’ (1974 - 1977)», περιοδ. Θέσεις, τχ. 29, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1989.
(8) T. Veremis: GREEK SECURITY: ISSUES AND POLITICS, Adelphi papers, no. 179, 1982.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

Η αναπροσαρμογή μισθώματος εμπορικού καταστήματος (σχολιασμός δικαστικής απόφασης)

Εισαγωγή

Πριν ένα μήνα δημοσιεύτηκε η με αρ. 49/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου [1], με την οποία μειώθηκε κατά ποσοστό 20% το καταβαλλόμενο ενοίκιο από εμπορικά καταστήματα. Η απόφαση αυτή είναι σημαντική και εντάσσεται σε σειρά δικαστικών αποφάσεων που πραγματεύονταν το ζήτημα της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων. Η αναπροσαρμογή του ενοικίου προς τα κάτω είναι απότοκο της κακής οικονομικής κατάστασης, η οποία πλήττει ιδιαίτερα τον κλάδο του εμπορίου, ενώ για πρώτη φορά -δικαστικά- τα αποτελέσματα της δημοσιονομικής κρίσης εμφανίζονται να επηρεάζουν τόσο τις μισθωτικές σχέσεις των ιδιωτών.

Σύντομο ιστορικό

Ενάγουσα ήταν ανώνυμη εταιρία που μίσθωνε δύο ισόγεια με ανώγειο καταστήματα στη συμβολή των οδών Ερμού και Κ. Καρτάλη στο κέντρο του Βόλου, εμβαδού 88,50 τ.μ. και 45,42 τ.μ. καθαρών, με σκοπό την εμπορία ετοίμων ενδυμάτων. Η μίσθωση έγινε κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας που διενήργησε υπηρεσία της Περιφέρειας Θεσσαλίας, όπου η ενάγουσα προσέφερε τον Ιούλιο του 2009 μισθώματα 8.500 € και 4.500 € για καθένα των καταστημάτων (αρκετά παραπάνω από την ελάχιστη προσφορά που κυμαινόταν με βάση την προκήρυξη σε 3.200 € και 2.000 €). Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εννεαετής, αρχίζοντας το Σεπτέμβριο του 2009 και λήγοντας το Σεπτέμβριο του 2018. Στη νομική διαμάχη ενεπλάκη και το Δημοσίου, αφού η αγωγή επιδόθηκε και στον Υπουργό Οικονομικών, ως ασκούντα εποπτεία επί καταλειπομένων περιουσιών, ο οποίος δεν παραστάθηκε. Η ετήσια προσαύξηση των μηνιαίων μισθωμάτων οριζόταν από τη σύμβαση σε ποσοστό 5%.
Η εταιρία εμπορίας ενδυμάτων, από την αρχή του 2010 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και κατόπιν ανεπιτυχών διαπραγματεύσεων με τον ιδιοκτήτη των καταστημάτων, κατέθεσε τον Ιούνιο του 2010 αγωγή σε βάρος του με σκοπό την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων σε ποσό 5.100 και 2.700 € σε καθένα από τα καταστήματα. Επικαλέστηκε ως λόγους για το αίτημά της αυτό απρόοπτη μεταβολή των περιστατικών αλλά και συγκεκριμένες οικονομικές, νομισματικές και λοιπές συνθήκες που επικράτησαν στην Ελλάδα από τις αρχές του 2010. Ως τέτοιες εξειδίκευσε την εγχώρια οικονομική κρίση, που οδήγησε σε δημοσιονομικό δανεισμό, τη μείωση των αποδοχών των μισθωτών κατά ποσοστό 30%, την έλλειψη ρευστού χρήματος, και την αύξηση της ανεργίας. Όλα αυτά θεωρούσε πως είχαν περαιτέρω επιπτώσεις και στο δείκτη πωλήσεων στο λιανικό εμπόριο, με επακόλουθο την παραπέρα μείωση του τζίρου της επιχείρησης.

Νομική βάση

Το άρθρο 7 παρ. 4 του προεδρικού διατάγματος 34/1995 περί εμπορικών μισθώσεων προβλέπει σε περίπτωση αναπροσαρμογής του μισθώματος την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ. Στο τελευταίο τίθενται οι προϋποθέσεις ώστε ένας εκ των συμβαλλόμενων -εν προκειμένω ο μισθωτής- να μπορεί να μεταβάλει την διαμορφωθείσα κατάσταση μέσω της δικαστικής διόρθωσης του ποσού που πρέπει να καταβάλει και να το επαναφέρει στο μέτρο που αρμόζει. Αυτές είναι η μεταβολή των περιστατικών στα οποία κυρίως τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της μίσθωσης• η μεταβολή μπορεί να είναι μεταγενέστερη της σύναψης της μίσθωσης και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν, και από τη μεταβολή αυτή η καταβολή του μισθώματος -με βάση όσα του παρέχονταν από τα ενοικιαζόμενα καταστήματα - να καθίσταται υπέρμετρα ασύμφορη για αυτόν [3].
Σε περίπτωση που δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η απρόοπτη και ανυπαίτια μεταβολής των συνθηκών, μπορεί ο μισθωτής να επικαλεστεί την εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ. Δηλαδή όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές [4].
Κρίσιμη είναι η έννοια της εμμονής του εκμισθωτή στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ως άνω άρθρων. Η έμμονη σε αυτή την περίπτωση έχει κριθεί πως είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Συνεπώς πρέπει να λάβει χώρα αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, που να αίρεται η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών. Έτσι παρακάμπτεται η ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία όμως δεν εξαλείφεται• αντίθετα συνεκτιμάται από τον εφαρμοστή του νόμου, όπως και έγινε με τη με αρ. 49/2011 ΜΠρΒολ [5].
Νομολογιακά έχει ήδη κριθεί πως γεγονότα που στοιχειοθετούν δυνατότητα αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι εκείνα τα οποία δεν επέρχονται κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, αλλά προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, φυσικά, πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.α. Σε αυτά όμως δεν εντάσσονται οι αυξομειώσεις των εισπράξεων μιας επιχείρησης, οι αυξήσεις της αξίας του ακίνητου από την υποτίμηση του νομίσματος και τις παρεπόμενες αυξήσεις του κόστους ζωής, οι αυξήσεις της αξίας του ακινήτου οι οποίες οφείλεται στην αύξηση της ζήτησης για μίσθωση ανάλογων ακινήτων [6]. Συνεπώς για να τύχει εφαρμογής η αναπροσαρμογή του μισθώματος, θα πρέπει ο μισθωτής -αν καταβάλλει το συμφωνημένο ενοίκιο- να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, που προκλήθηκε έκτακτα και απρόοπτα• δηλαδή αυτή δεν ήταν δυνατό να διαγνωσθεί υπό ομαλές οικονομικές συνθήκες, ο δε εκμισθωτής να ωφελείται υπέρμετρα, σε βάρος του μισθωτή, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί [7].
Τέλος σημαντικό είναι να τονιστεί πως σε περίπτωση αναπροσαρμογής του μισθώματος, το ύψος του τελευταίου ισχύει για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, το οποίο ορίζει το Δικαστήριο. Έπειτα επανέρχεται στο προ της αναπροσαρμογής ύψος (αρκεί να μην εξακολουθούν να υφίστανται οι πραγματικοί λόγοι που οδήγησαν στη μείωση) ενώ και η συμφωνία περί προσαύξησής του στην αρχική σύμβαση, παραμένει σε ισχύ [8].

Λόγοι αναπροσαρμογής του μισθώματος

Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του ύψους της αναπροσαρμογής του μισθώματος είναι η μισθωτική αξία του μισθωμένου ακινήτου, η μεγάλη ή μικρή προσφορά καταστημάτων στην ίδια περιοχή της αυτής περίπου έκτασης, θέσης και χρήσης. Απαιτείται η αναφορά επακριβώς στο ύψος της μείωσης της μισθωτικής αξίας του ακινήτου και η παράθεση συγκριτικών στοιχείων και η σχέση αυτών με το σε κάθε περίπτωση μισθωμένο ακίνητο [9].
Συμπληρωματικά με τα αμέσως παραπάνω, η 49/2011 ΜΠρΒολ, δέχεται ως προσδιοριστικά στοιχεία για την αναπροσαρμογή του μισθώματος στην την ουσιώδη μεταβολή των ειδικών οικονομικών συνθηκών που υπήρχαν κατά την κατάρτιση της μίσθωσης και, ειδικότερα, τη σημαντική μείωση του τιμάριθμου και του ατομικού εισοδήματος, την ευρύτητα της επαγγελματικής στέγης, που έχει ως συνέπεια τη σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου ακινήτου, και τη ζημία του μισθωτή, η οποία υπερβαίνει τον κίνδυνο που εκείνος ανέλαβε με τη σύμβαση.

Η σημερινή οικονομική κρίση ως λόγος μείωσης του μισθώματος

Η συνεισφορά της σχολιαζόμενης απόφασης στο ζήτημα της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων είναι ότι, αυτή στηρίζει τη μείωση του ενοικίου σε λόγους που απορρέουν από την οικονομική κρίση που πλήττει τα τελευταία δύο χρόνια την Ελλάδα [10]. Έτσι η απόφαση επικαλείται τη σημαντική μείωση των αποδοχών των μισθωτών ύψους έως και 30%, ενώ θεωρεί πως σημαντική επίπτωση στη μίσθωση έχει επέλθει από την καταφυγή της Ελλάδας προκειμένου να ανταποκριθεί στις τρέχουσες δημοσιονομικές ανάγκες της στον Προσωρινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης.
Επιπρόσθετα απρόβλεπτα γεγονότα κατά το χρόνο κατάρτισης της μισθωτικής σύμβασης ήταν η μείωση των αποδοχών και το κλείσιμο των επιχειρήσεων με την απώλεια πολλών θέσεων εργασίας. Τα παραπάνω απορρέουν από την οικονομική αστάθεια της χώρας και τις συναφείς οικονομικές συναλλαγές και δεν νοούνται ως συνήθη γεγονότα κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων. Προκειμένου να ενισχύσει τη δικαιοδοτική του κρίση το Δικαστήριο επικαλείται στοιχεία όπως την υποχώρηση του δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, τις επιδεινούμενες σχετικές προβλέψεις της παραγωγής και των Ελλήνων καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους, ενώ τονίζει το χάσμα των τιμών επί των ως άνω δεικτών σε σχέση με τον τρέχοντα μέσο όρο σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ευρωζώνης.
Επιπλέον στην απόφασή του το Δικαστήριο κάνει λόγο για την όλο και μειούμενη εμπορική κίνηση και ζήτηση ακινήτων για επαγγελματική στέγη στο κέντρο του Βόλου, αλλά και για την ύπαρξη χωρίς μίσθωση καταστημάτων στην πιο εμπορική περιοχή της πόλης. Τέλος υπάρχει συγκριτική ανασκόπηση μισθωμάτων και των μειώσεων -από 11% έως 25%- που μεσολάβησαν σε άλλα εμπορικά καταστήματα αλλά και δημόσια κτίρια σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Συμπεράσματα

Το ζήτημα της αναπροσαρμογής των μισθωμάτων είναι παλιό, αλλά σήμερα τίθεται σε νέα βάση, λόγω της άσχημης οικονομικής συγκυρίας. Ο νόμος και οι εφαρμοστές του έχουν θέσει το γενικό πλαίσιο που προστατεύει τα μέρη μίας σύμβασης. Η μείωση του μισθώματος, είναι ένα γεγονός που απασχολεί αρκετούς στον εμπορικό κόσμο, αλλά και άλλους σε περιπτώσεις αστικών μισθώσεων. Η απόφαση με αρ. 49/2011 ΜΠρΒόλου δεχόμενη σε πολλά την αγωγή του εμπόρου έρχεται να διατυπώσει νομικά αυτό που εδώ και δύο χρόνια βιώνει τόσο το κράτος όσο και οι πολίτες και προβαίνει στη ρύθμιση των μισθωτικών διαφορών• αυτό αποτελεί την καινοτομία της και ίσως αποτελέσει τον οδηγό για αντίστοιχες περιπτώσεις. Καταληκτικά οι πληροφορίες για 1.600 εκκρεμείς αγωγές αναπροσαρμογής μισθώματος [11] είναι ανησυχητικές για τη διατάραξη των μισθωτικών σχέσεων και το θέμα της δημοσιονομικής κρίσης και των επιπτώσεών της στα ενοίκια μάλλον δε θα μείνει αδρανές.

Υποσημειώσεις:

[1] Αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, προσβάσιμη στην ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
[2] Τα παραπάνω δέχτηκε και η 1464/2009 ΑΠ, δημοσ. σε Αρμενόπουλο (Αρμ) 2010 σελ. 668, η οποία αναίρεσε απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών και αφορούσε την προς τα πάνω αναπροσαρμογή μισθώματος καταστήματος σε κεντρική οδό των Γιαννιτσών.
[3] ΟλΑΠ 9/1997, δημοσ. σε Ελληνική Δικαιοσύνη (ΕλλΔνη) τ. 38, σελ. 767.
[4] Όμοια η ΕφΠειρ 48/2010, αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΔΣΑ.
[5] ΑΠ 1171/2004, δημοσ. σε Nomos, 364357.
[6] ΕφΘεσ 2678/2006, δημοσιευμένη σε Αρμ 2007, σελ. 1168
[7] ΕφΠειρ 337/1995 δημοσ. σε ΕλλΔνη 36 σελ. 1614
[8] ΑΠ 2166/2009 δημοσ. σε ΕΔικΠολ 2010, σελ. 254
[9] Όμοια και η ΜΠΑθ 1658/2010, δημοσ. σε Αρμ. 2011 σελ. 43.
[10]Δελτίο Τύπου Εμπορικού Συλλόγου Ν. Σερρών, 17 Αυγούστου 2011.

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης