ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

http://law-thessaloniki.blogspot.gr

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.

Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

Οι διεθνεις αντιδράσεις για τον πόλεμο των Φώκλαντ. Η στήριξη της Θάτσερ από τις ΗΠΑ.



δημοσ. σε Ιστορικά Θέματα, τ. 10/2012.

Εισαγωγή

Με τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την ένοπλη σύγκρουση Ηνωμένου Βασιλείου (ΗΒ) και Αργεντινής στα νησιά Φώκλαντ, ήρθαν στη δημοσιότητα νέα στοιχεία για τις διεθνείς προεκτάσεις της σύγκρουσης. Μέσω αποχαρακτηρισμένων εγγράφων φάνηκε η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής (ΗΠΑ) απέναντι σε δύο συμμαχικές τους χώρες. Οι Βρετανοί εκμεταλλεύτηκαν τη στάση των ΗΠΑ, οι οποίες παρότι αρχικά δήλωναν ουδέτερες –έπειτα έλαβαν ξεκάθαρη θέση υπέρ των Βρετανών- αποδεικνύεται σήμερα πως υποστήριζαν εξ αρχής το ΗΒ. Σε αυτό συντέλεσε ιδιαίτερα η σχέση της Θάτσερ (Margaret Hilda Thatcher) με το Ρήγκαν (Ronald Wilson Reagan), αφού ήταν δύο πολιτικοί με ταυτόσημες απόψεις, πέραν των άλλων και, στην εξωτερική πολιτική. Οι στενοί αμερικανοβρετανικοί δεσμοί έπαιξαν έτσι σημαντικό ρόλο στην επιτυχημένη επιχείρηση ανακατάληψης των Φώκλαντ από το Ηνωμένο Βασίλειο. Εξίσου ενδιαφέρουσα ήταν η στάση και των υπολοίπων κρατών τόσο του Δυτικού όσο και του Ανατολικού συνασπισμού αλλά και το ότι η σύγκρουση είχε προεκτάσεις και στο εσωτερικό των δύο χωρών.


Οι αμφισβητήσεις της Αργεντινής στη βρετανική κυριαρχία στα Φώκλαντ


Η νησιωτική συστάδα των Φώκλαντ (Μαλβίνες κατά τους Αργεντινούς) αποτελείται από δύο μεγάλα νησιά στο νοτιοδυτικό Ατλαντικό, την Ανατολική και τη Δυτική Φώκλαντ και άλλα 200 νησάκια. Έχουν συνολική έκταση 12 στρέμματα., απέχουν 280 μίλια από το στενό του Μαγγελάνου, ο πληθυσμός τους το 1982 ήταν 1.800 άτομα, βρετανικής εθνικότητας και αποτελούν βρετανικό υπερπόντιο έδαφος [1].

Από το 1820 είχε εγκατασταθεί στα Φώκλαντ βρετανική στρατιωτική δύναμη και το 1833 τα νησιά έγιναν αποικία του ΗΒ. Η Αργεντινή διεκδικούσε -διεκδικεί ακόμα σήμερα- τα Φώκλαντ αφού θεωρούσε πως το 1829 δημιουργήθηκε αποικία των Ηνωμένων Επαρχιών του Ρίο ντε λα Πλάτα (προπατόρων της Αργεντίνικης Δημοκρατίας). Μετά το 1945 οι Βρετανοί είχαν προτείνει επανειλημμένα την παραπομπή του κυριαρχικού καθεστώτος των Φώκλαντ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγη, πράγμα που αρνούνταν οι Αργεντινοί. Από το 1964, και αφού μεσολάβησε η αποαποικιοποίηση, η Αργεντινή προέβαλε νέες έντονες αξιώσεις στα νησιά και επιχείρησε να αυξήσει την επιρροή της στους κατοίκους, π.χ. με συμφωνία επικοινωνιών και μεταφορών. Το 1978 οι Βρετανοί ανακάλυψαν μυστική στρατιωτική βάση του αργεντίνικου στρατού στα γειτονικά νησιά Σάντουιτς, και από τότε υπήρχε –μυστική- παρουσία βρετανικών υποβρυχίων στην περιοχή [2]. Από το 1975 έως το 1982 οι Βρετανοί μελετούσαν είτε την ύπαρξη δυνατοτήτων αξιοποίησης των νησιών -σχέδια Σάκλετον {Shackleton)- [3] είτε ένα σχέδιο συμβιβασμού με την Αργεντινή. Το τελευταίο εκπονήθηκε από τη νεοσύστατη κυβέρνηση της Θάτσερ το 1979 και τον υφυπουργό Εξωτερικών Ρίντλεϋ (Nicholas Ridley), αφού υπήρχε ανησυχία ότι η 150η επέτειος από την βρετανική κατάληψη θα αποτελούσε αφορμή εντάσεων από τους Αργεντινούς, και αποτελούνταν από τρεις εναλλακτικές. Η πρώτη προέβλεπε το «πάγωμα» του θέματος για τα νησιά, δηλαδή μια χρονική περίοδο όπου ΗΒ και Αργεντινή δε θα έθεταν ζητήματα κυριαρχίας• η τελευταία αρνήθηκε. Η δεύτερη προέβλεπε την συγκυριαρχία, δηλαδή την ύπαρξη μιας μεν κυβέρνησης, αλλά δε δύο σωμάτων ασφαλείας, δύο Βουλών, δύο επίσημες γλώσσες κ.λπ.• αυτή θεωρήθηκε ανεφάρμοστη. Η τρίτη προέβλεπε την εκμίσθωση την νησιών, δηλαδή την παραχώρησή τους στην Αργεντινή αλλά τη διατήρηση της βρετανικής εξουσίας για αρκετά χρόνια• και αυτή λόγω αντιδράσεων στο εσωτερικό του ΗΒ απορρίφθηκε, παρότι όμως [4]. Το 1981 το ΗΒ και η Αργεντινή είχαν συνομιλίες στη Ν.Υόρκη για την πρώτη προοπτική των προτάσεων Ρίντλεϋ, αλλά η στρατιωτική κυβέρνηση του στρατηγού Γκαλτιέρι (Leopoldo Fortunato Galtieri Castelli) αρνήθηκε την πρόταση• οι Βρετανοί ωστόσο θεωρούσαν πως η Αργεντινή θα προέβαινε μόνο σε οικονομικές κυρώσεις. Το Φεβρουάριου του 1982 επαναλήφθηκαν οι συνομιλίες στη Ν.Υόρκη με το νέο βρετανό αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Λους (Richard Napier Luce) και τον Αργεντινό υφυπουργό Ρος (Enrique Ros). Οι δύο χώρες συμφώνησαν την 1η Μαρτίου 1982 να συστήσουν μια διμερή επιτροπή που θα μελετούσε το θέμα και θα επανεξέταζε το εδαφικό καθεστώς ύστερα από ένα χρόνο [5]. Μία ημέρα μετά, στις 2 Μαρτίου, ο υπουργός Εξωτερικών της Αργεντινής Μεντέζ (Nicanor Costa Méndez) δήλωσε πως αρνούνταν την πάροδο ενός έτους διαπραγματεύσεων και επιφυλασσόταν να ανακτήσει τα νησιά με «άλλα μέσα» [6].

Εσωτερική κατάσταση σε ΗΒ και Αργεντινή

Το 1979 είχαν ανέλθει στην εξουσία στο Λονδίνο οι Συντηρητικοί, υπό τη Θάτσερ. Η Θάτσερ, ηγέτιδα των Tories από το 1975, αντιμετώπισε τα οξεία οικονομικά προβλήματα του ΗΒ –το οποίο χαρακτηριζόταν ως ο ασθενής της Ευρώπης- με αποφασιστική πολιτική έναντι της μετριοπάθειας της προηγούμενης κυβέρνησης των Εργατικών. H χώρα από το 1979 έως το 1982 αντιμετώπιζε οικονομική στασιμότητα, πτώση της βιομηχανικής παραγωγής και αύξηση της ανεργίας. Η Θάτσερ επιδίωξε την πτώση του πληθωρισμού, τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, τον περιορισμό των συνδικάτων, τις ιδιωτικοποιήσεις και γενικά την εφαρμογή μονεταριστικής πολιτική. Αρχικά δεν υπήρχαν αποτελέσματα και οι πολίτες αντιδρούσαν με ταραχές στις μεγάλες πόλεις. Η πρωθυπουργός πιεζόταν να ανακρούσει πρύμναν -όπως έπραξε το 1974 ο Χηθ (Edwuard Heath)- αλλά επέμεινε. Στην εξωτερική πολιτική επιδίωξε την ύπαρξη ειδικής σχέσης με τις ΗΠΑ του Ρήγκαν και χαρακτηριζόταν για τη αντισοβιετική ρητορεία της. Ήταν επιφυλακτική και προς την ΕΟΚ αλλά και την Κοινοπολιτεία, ενώ στο Βορειοιρλανδικό ήταν ανυποχώρητη από τις θέσεις της [7].

Το 1973 ο γηραιός ηγέτη Περόν (Juan Domingo Perón) ανέλαβε για τελευταία φορά νόμιμα την εξουσία στην Αργεντινή, με πλειοψηφία του 60%, ύστερα από μια εικοσαετία στρατιωτικών επεμβάσεων. Ο στρατός όμως ανέτρεψε πάλι την εκλεγμένη κυβέρνηση το 1976 και ανέλαβε την εξουσία της χώρας ο στρατηγός Βιντέλα (Jorge Rafael Videla), τον οποίο διαδέχθηκε το 1981 ο στρατηγός Βιόλα (Roberto Eduardo Viola), και τον τελευταίο, το Δεκέμβριο του 1981, ο Γκαλτιέρι. Την περίοδο εκείνη υπήρξε έντονη κρατική βία, διώξεις αριστερών, απαγωγές, εξαφανίσεις και βασανισμοί• εξαιτίας των βιαιοτήτων αυτών χαρακτηρίστηκε αυτή ως «βρώμικος πόλεμος» [8]. Οι σχέσεις των στρατιωτικών με τις ΗΠΑ ήταν καλές, μάλιστα το 1981 ο Γκαλτιέρι –προτού ανέλθει στην εξουσία- επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον και στήριξε τις ΗΠΑ στην αντιμετώπιση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα. Σημαντική ήταν η έξαρση του αργεντίνικου εθνικισμού με διεκδικήσεις σε βάρος της Χιλής για κάποια νησιά στο κανάλι Μπίγκλ των στενών του Μαγγελάνου, παρά το ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης είχε αποφανθεί πως το κανάλι ανήκει στη Χιλή [9]. Μεγάλα προβλήματα αντιμετώπιζε τέλος η οικονομία της Αργεντινής, αφού ο πληθωρισμός σκαρφάλωσε στο 250%, το χρέος εξαπλασιάστηκε και μειώθηκε πολύ η βιομηχανική παραγωγή [10]. Για να στρέψει έτσι την κοινή γνώμη στα εθνικά θέματα, ο Γκαλτιέρι αποφάσισε να σκληρύνει τη στάση του και να καταλάβει τα Φώκλαντ [11].

H συνεργασία ΗΒ-ΗΠΑ κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης

Μόλις κατέρρευσαν οι διαπραγματεύσεις στη Ν. Υόρκη, στα μέσα Μαρτίου 1982 έγινε σαφές πως η Αργεντινή θα αναλάμβανε ένοπλη δράση στα Φώκλαντ. Έτσι το ΗΒ άρχισε να προετοιμάζεται για κάθε ενδεχόμενο, ενώ ταυτόχρονα οι ΗΠΑ προσπάθησαν να αποσοβήσουν τη σύγκρουση. Τα κίνητρα των ΗΠΑ για να αποφευχθεί η ένοπλη βία ανάγονταν στο δίλημμα που θα αντιμετώπιζαν σε περίπτωση πολέμου. Αυτό γιατί είχαν αναπτύξει την ειδική σχέση με το ΗΒ αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελαν να δημιουργηθούν αντιαμερικανικά αισθήματα στη Νότια Αμερική και να αυξηθεί η επιρροή της ΕΣΣΔ στην περιοχή.
Έτσι η κοινή γνώμη στα λατινικά κράτη τόσο πριν την έναρξη των συγκρούσεων όσο και κατά τη διάρκεια αυτών ήταν υπέρ της Αργεντινής, αλλά οι κυβερνήσεις ήταν επιφυλακτικές στο να πάρουν θέση. Ταυτόχρονα η Κούβα (και λιγότερο η Βενεζουέλα και το Περού) επιχείρησε να εκμεταλλευτεί τα αντιαμερικανικά αισθήματα στα λατινοαμερικάνικα κράτη επικαλούμενη τη λατινική αλληλεγγύη έναντι των Αγγλοσαξώνων και να βελτιώσει τις σχέσεις της με την Αργεντινή [12]. Οι Αμερικανοί ανησυχούσαν ακόμα για τυχόν στροφή της Αργεντινής προς την ΕΣΣΔ –με την οποία είχαν αυξημένες εμπορικές ανταλλαγές σιτηρών- ή την Κίνα αναζητώντας στρατιωτική, οικονομική ή πολιτική στήριξη, σε περίπτωση που η σύγκρουση γενικευόταν και οι ΗΠΑ συντασσόντουσαν με το ΗΒ• ο φόβος αυτός όμως δεν επιβεβαιώθηκε [13].

Οι ΗΠΑ όμως αποφάσισαν να στηρίξουν το ΗΒ, καθώς η Θάτσερ είχε επιδοκιμάσει τη σκληρή στάση του Ρήγκαν έναντι του ανατολικού μπλοκ, και ο Ρήγκαν υπενθύμισε στη Θάτσερ πως εκτιμούσε τη στάση της [14]. Ωστόσο η στήριξη των ΗΠΑ αυτή θα έπρεπε να είναι συγκαλυμμένη, λόγω των παραπάνω ανησυχιών. Αρχικά στόχος ήταν να αποτραπεί η ένοπλη σύγκρουση και γι’ αυτό στις 31 Μαρτίου 1982 ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χέηγκ (Alexander Maigs Haig) διαβεβαίωσε το Βρετανό ομόλογό του Κάρριγκτον (Peter Alexander Rupert Carrington) πως οι ΗΠΑ θα έκαναν το παν για να βοηθήσουν στην επίλυση της κρίσης, προσπαθώντας να επηρεάσουν την Αργεντινή• ωστόσο για να έπειθαν τον Γκαλτιέρι έπρεπε να μη φαινόταν πως είχαν ταχθεί με το ΗΒ. O Ρήγκαν συνομίλησε στη 1 Απριλίου και με τον Γκαλτιέρι και προσπάθησε να τον πείσει να μην χρησιμοποιήσει βία στα νησιά, προσφέροντας ταυτόχρονα καλές υπηρεσίες μέσω του αντιπροέδρου Μπους (George Herbert Walker Bush), ο οποίος θα επισκεπτόταν το Μπουένος Άιρες. Ο Γκαλτιέρι όμως ήταν αδιάλλακτος και τόνισε πως τα γεγονότα είχαν ξεπεράσει τον Ρήγκαν [15]. Αυτό καθώς την επόμενη ημέρα, στις 2 Απριλίου, 2.000 Αργεντινοί στρατιώτες κατέλαβαν τα Φώκλαντ. Το ΗΒ αιτήθηκε από τις ΗΠΑ την παροχή πληροφοριών, χρήση τηλεπικοινωνιών και μεταφορικών μέσων, αίτημα το οποίο οι Αμερικανοί ικανοποίησαν.

Η Θάτσερ αποφάσισε να κρατήσει σκληρή στάση και να απαντήσει στην ένοπλη πρόκληση της Αργεντινής. Στις 3 Απριλίου ενημέρωσε το Κοινοβούλιο για τις εξελίξεις και ανήγγειλε την αναχώρηση ναυτικής δύναμης (82 πλοία και υποβρύχια), εκστρατευτικού σώματος (9.000 ανδρών) και αεροπορίας (38 αεροπλάνα και 140 ελικόπτερα) για τα Φώκλαντ, εξέλιξη την οποία στήριξε αναφανδόν και ο ηγέτης των Εργατικών Φούτ (Michael Foot) [16]. Ταυτόχρονα η Αργεντινή κατέλαβε τα βρετανικά νησιά Νότια Γεωργία και Σάντουιτς, 800 μίλια ανατολικά των Φώκλαντ. Στη συνέχεια, στις 5 Απριλίου ο Κάρριγκτον, παραιτήθηκε, αποδεχόμενος την ευθύνη της μη αποτροπής της Αργεντινής και τον αντικατέστησε ο Πυμ (Francis Leslie Pym).

Οι ΗΠΑ ανέλαβαν πρωτοβουλία για Χέηγκ μετέβη στο Λονδίνο στις 8-9 Απριλίου για συνομιλίες. O Χέηγκ διαπίστωσε πως η Θάτσερ ήταν αποφασισμένη να χρησιμοποιήσει βία για να επαναφέρει τα Φώκλαντ στο προηγούμενο status quo, παρόλο που λεκτικά τουλάχιστον –γιατί στην ουσία δεν πίστευε τις πιθανότητες μη ένοπλης λύσης- επιθυμούσε μια διπλωματική λύση. Οι Αμερικανοί διαπίστωσαν πως ήταν δύσκολο να ασκήσουν πίεση στη Θάτσερ, ακόμα και εάν οι Αργεντινοί ήταν διαλλακτικοί. Σε αυτό συνηγορούσε και ο Ρήγκαν που αναγνώρισε πως οι Βρετανοί δεν είχαν περιθώρια για διπλωματικούς ελιγμούς. Ταυτόχρονα προβληματιζόντουσαν για το πώς θα μπορούσαν να εξισορροπήσουν ανάμεσα στη στήριξη προς το ΗΒ και τη μη διατάραξη των σχέσεων των ΗΠΑ με τη Λατινική Αμερική [17]. Η Θάτσερ τόνιζε πως εξεπλάγη από την επιθετικότητα των Αργεντινών αφού ήταν σε εξέλιξη από το 1979 διαπραγματεύσεις για τα Φώκλαντ. Ανέφερε πως τη στηρίζουν Γερμανοί και Γάλλοι και πως παρότι επιθυμούσε τα διπλωματική λύση, ήταν αδύνατο να παραμείνει απαθής στη σύγκρουση. Τέλος δήλωσε πως κατανοούσε τη λεπτή θέση των ΗΠΑ αλλά ταυτόχρονα εκτιμούσε τη στήριξη σε θέματα πληροφοριών και στη στρατιωτική χρήση των αμερικανικών βάσεων της νήσου Αναλήψεως [18].

Εντωμεταξύ, ενόσω ο βρετανικός στόλος ήταν εν πλω, το ΗΒ στις 12 Απριλίου κήρυξε ναυτική ζώνη αποκλεισμού 200 μιλίων γύρω από τα Φώκλαντ. Μία μέρα μετά, το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο ΑΒC αποκάλυψε ότι οι ΗΠΑ παρέχουν στο ΗΒ στρατιωτική στήριξη σε επίπεδο επικοινωνιών, πληροφοριών, μετεωρολογίας και προμήθειες από τη νήσο Αναλήψεως• η κυβέρνηση Ρήγκαν δε διέψευσε την είδηση, αρνούμενη να τη σχολιάσει. Ταυτόχρονα άρθρα στον τύπο της Αργεντινής τόνιζαν πως ο Χέηγκ ενεργούσε υπέρ του ΗΒ και όχι ως ουδέτερος μεσολαβητής, ενώ οι ΗΠΑ αρνήθηκαν την παροχή δορυφορικών φωτογραφιών των Φωκλαντ από ένα διαστημικό πρόγραμμα (Landsat) στο οποίο συμμετείχε και η Αργεντινή.

Στις 9-11 Απριλίου ο Χέηγκ επισκέφθηκε το Μπουένος Άιρες και μετέφερε στον Γκαλτιέρι πως η Θάτσερ επιθυμούσε ναι μεν την ειρηνική λύση, αλλά ήταν αποφασισμένη να απαντήσει ενόπλως [19]. Είχε μεσολαβήσει η επικοινωνία Μεντέζ-Χέηγκ στις 6 Απριλίου, όπου ο πρώτος δήλωσε πως αποδέχεται τη μεσολάβηση των ΗΠΑ• και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Ρος δήλωσε πως ο Μεντέζ επιθυμούσε ειρηνική λύση, αλλά οι στρατηγοί κρατούσαν πιο επιθετική στάση [20]. Στη συνάντηση Χέηγκ-Γκαλτιέρι δεν προέκυψε αποτέλεσμα και ο πρώτος επισκέφθηκε εκ νέου στις 12-13 Απριλίου το Λονδίνο, δίχως όμως επιτυχία. Στις 15-19 Απριλίου ο Χέηγκ μετέβη ξανά στο Μπουένος Άιρες. Ο Γκαλτιέρι τήρησε και πάλι σκληρή στάση και μάλιστα για πρώτη φορά έθεσε το θέμα των Φώκλαντ στο πλαίσιο της αποαποικιοποίησης και ζήτησε το ΗΒ να «αποαποικιοποιήσει τις Μαλβίνες μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1982» [21].

Ενόψει της επερχόμενης όξυνσης στις συζητήσεις ο Χέηγκ παρουσίασε στις 17 Απριλίου ένα σχέδιο πέντε σημείων στον Γκαλτιέρι, το οποίο προέβλεπε διμερή βρετανοαργεντινική διοίκηση, αμοιβαία απόσυρση στρατευμάτων και έναρξη διαπραγματεύσεων για το μελλοντικό καθεστώς των νησιών. Παρότι οι Αμερικανοί προσπαθούσαν να δώσουν στον Γκαλτιέρι την εντύπωση πως το ΗΒ πρόκειται να προτάξει ένοπλη βία, ώστε ο Γκαλτιέρι να αποδεχθεί τη διπλωματική λύση, ο τελευταίος απέρριψε στις 19 Απριλίου την πρόταση Χέηγκ. Ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος εισήλθε στις 22 Απριλίου στα χωρικά ύδατα των Φώκλαντ και κατέλαβε στις 25 Απριλίου τη Νότια Γεωργία. Στις 27 Απριλίου ο Χέηγκ παρουσίασε το τελευταίο ειρηνευτικό σχέδιο που προέβλεπε άμεση κατάπαυση πυρός, αντιπροσώπευση της Αργεντινής στη διοίκηση των Φώκλαντ και μελλοντικές διαπραγματεύσεις για το κυριαρχικό καθεστώς [22]. Η Αργεντινή απέρριψε τη δεύτερη πρόταση Χέηγκ στις 29 Απριλίου και μία μέρα αργότερα οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν την επίσημη στήριξή τους στο ΗΒ καθώς και κυρώσεις εναντίον της Αργεντινής (αναστολή στρατιωτικών εξαγωγών και παρακράτηση των εξαγωγικών και εισαγωγικών τραπεζικών πιστώσεων της Αργεντινής).

Το επιτελείο της Αργεντινής έδειχνε να μην είχε εκτιμήσει σωστά τη στρατιωτική κατάσταση και μετέφερε στους Αμερικανούς πως δε θα άνοιγαν πρώτοι πυρ κατά των Βρετανών, παρά το ότι το Ναυτικό τους «πεινούσε για δράση», αφού διαφορετικά θα έχανε το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης [23]. Ωστόσο η πραγματικότητα ήτα διαφορετική καθώς το ΗΒ προέβη σε αεροπορικές επιδρομές (1 Μαΐου), βύθισε το καταδρομικό General Belgrano (2 Μαΐου) –οι Αργεντινοί ανταπάντησαν βυθίζοντας το Sheffield (4 Μαΐου)- κήρυξε ναυτικό αποκλεισμό 12 μίλια από τις ακτές της Αργεντινής (7 Μαΐου), επιβίβασε στρατό στα νησιά (21 Μαΐου) και εν τέλει απώθησε οριστικά τους Αργεντινούς (14 Ιουνίου).

Διεθνείς αντιδράσεις για την κρίση

Μία μόλις ημέρα μετά την κατάληψη των Φώκλαντ από την Αργεντινή κατατέθηκε ψήφισμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας (Σ.Α.) του ΟΗΕ από τον Βρετανό αντιπρόσωπο Πάρσονς (Anthony Parsons). Το ψήφισμα με αρ. 502 προέβλεπε άμεση κατάπαυση πυρός και αποχώρηση των αργεντίνικων στρατευμάτων. Αυτό υιοθετήθηκε με ψήφους 10 υπέρ, 1 κατά (του Παναμά) και 4 αποχές (την πάλαι ποτέ αποικιοκρατική Ισπανία και τις κομμουνιστικές ΕΣΣΔ, Πολωνία και Κίνα) [24]. Το ψήφισμα αυτό ήταν πολύ σημαντικό, αφού πλέον το ΗΒ επικαλούνταν το άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ για τη χρήση ένοπλης βίας έναντι της Αργεντινής νόμιμης άμυνας [25]. Μεταγενέστερα, και έχοντας κριθεί το αποτέλεσμα της σύγκρουσης, το Σ.Α. πέρασε το με αρ. 505 ψήφισμα, καλώντας ΗΒ και Αργεντινή να συνεργαστούν με το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ για κατάπαυση πυρός [26].
Η ΕΟΚ, στο συμβούλιο των υπουργών Εξωτερικών της 19ης Απριλίου 1982, στήριξε ξεκάθαρα το ΗΒ ενώ στις 10 Απριλίου είχε επιβάλει οικονομικές κυρώσεις (πάγωμα εισαγωγών για 4 εβδομάδες, που μείωσε κατά 20% τις εξαγωγές της Αργεντινής) σε βάρος της Αργεντινής, βασιζόμενη στο ψήφισμα 502 του Σ.Α. του ΟΗΕ. H στήριξη μπορεί να θεωρούνταν αυτονόητο, ωστόσο δεν ήταν, αφού η Θάτσερ ήταν ευρωσκεπτικίστρια• η στάση της ΕΟΚ ήταν θετική για τους Βρετανούς [27]. Η Γαλλία επίσης κράτησε θετική στάση υπέρ του ΗΒ, αφού έχοντας προμηθεύσει αεροπλάνα (Mirage και Etendard) την Αργεντινή, παρείχε πληροφορίες για αυτά στους Βρετανούς ώστε να γνωρίζουν τη μαχητική ικανότητα των Αργεντινών. Τόσο η Θάτσερ όσο και ο υπουργός Άμυνας Νοτ (John William Frederic Nott) παραδέχτηκαν εκ των υστέρων πως ο Μιτεράν (François Maurice Adrien Marie Mitterrand) παρείχε κρίσιμη στήριξη στην κρίση των Φώκλαντ [28].
Τα κράτη της Κοινοπολιτείας στήριξαν αναφανδόν το ΗΒ, αναλαμβάνοντας την κάλυψη αμυντικών αναγκών στον Ινδικό ωκεανό, προκειμένου τα περιπολούντα βρετανικά πλοία να μετακινηθούν στα Φώκλαντ. Η Ν.Αφρική και η Ν.Ζηλανδία διέκοψαν και τις διπλωματικές τους σχέσεις με την Αργεντινή [29].

Από τα λατινοαμερικανικά κράτη, στήριξη στην Αργεντινή παρείχε το Περού, μέσω παροχής ανταλλακτικών και πυρομαχικών. Επίσης κατέθεσε στις 5 Μαΐου, δίχως όμως αποτελέσματα, πρόταση για κατάπαυση πυρός, με κύριο χαρακτηριστικό τη σύγκληση μιας διεθνούς ομάδας επαφής για να διαπραγματευτεί λύση στο εδαφικό καθεστώς [30]. Βοήθεια προσέφεραν η Κούβα και η Βενεζουέλα αλλά ο Γκαλτιέρι την αρνήθηκε λόγω ιδεολογικών διαφορών του καθεστώτος με τα κομμουνιστικά κράτη. Ο Παναμάς –σε συνεργασία με την Ισπανία- προσπάθησε στις 3 Ιουνίου, δηλαδή στο τέλος των συγκρούσεων, να περάσουν ψήφισμα από το Σ.Α. του ΟΗΕ καλώντας για κατάπαυση πυρός, επί του οποίου άσκησαν βέτο οι ΗΠΑ και ΗΒ, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έβαιναν προς ολοκλήρωση υπέρ την Βρετανών. Λεκτική στήριξη παρείχαν και άλλα κράτη της κεντρικής και λατινικής Αμερικής, η οποία όμως ήταν κενή περιεχομένου αφού στην ουσία δεν ήθελαν να διαταράξουν τις σχέσεις τους με τις ΗΠΑ [31]. Αντίθετα η Χιλή, λόγω της αντιπαράθεσης για το κανάλι Μπίγκλ (ο Γκαλτιέρι επιθυμούσε μετά τα Φώκλαντ να εισβάλει και στο Μπιγκλ), στήριξε έμμεσα το ΗΒ, παρέχοντας -όπως και η Θάτσερ αναγνώρισε- σημαντικές πληροφορίες στα βρετανικά στρατεύματα και δη για τις κινήσεις τις αργεντίνικης αεροπορίας [32]. Στήριξη στο ΗΒ παρείχε και η Κολομβία.
Ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών στήριξε την Αργεντινή, ως μέλος του. Έτσι σε ψηφίσματά του καλούσε αρχικά για ειρηνική επίλυση της κρίσης (13 Απριλίου), έπειτα όμως πήρε ξεκάθαρα στάση υπέρ των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Αργεντινής στα Φώκλαντ και καταδίκασε τις σε βάρος της κυρώσεις (28 Απριλίου) καλώντας τις ΗΠΑ να τις άρουν και να σταματήσουν τη στήριξη στο ΗΒ• καλούσαν και τους λαούς των λατινοαμερικανικών κρατών να στηρίξουν την Αργεντινή, παρά το τι έπρατταν οι κυβερνήσεις τους (29 Μαΐου) [33].

Τέλος η ΕΣΣΔ καταδίκασε φραστικά το ΗΒ, τις ΗΠΑ για τη στήριξη που παρείχαν, και τις οικονομικές κυρώσεις της ΕΟΚ, αλλά πέραν της λεκτικής παρέμβασης δε συμμετείχε ουσιαστικά στα τεκταινόμενα της σύγκρουσης. Οι πληροφορίες του ΗΒ για σοβιετική πρόταση παραχώρησης μέσω της Βενεζουέλας πλοίων, αεροσκαφών και πυραύλων εδάφους στην Αργεντινή δεν επιβεβαιώθηκαν. Η Αργεντινή αρνήθηκε πως λάμβανε πληροφορίες από την ΕΣΣΔ, παρά το ότι οι Βρετανοί είχαν παρατηρήσει αυξημένη σοβιετική φωτογραφική δορυφορική δραστηριότητα στα Φώκλαντ [34]. Ωστόσο ανέμενε –μάταια- έμμεση διπλωματική στήριξη από την ΕΣΣΔ, αλλά και την Κίνα, ιδίως καταψηφίζοντας το ψήφισμα 502 του Σ.Α. του ΟΗΕ [35].


Συμπεράσματα


Η σύγκρουση στα Φώκλαντ, που είχε φανεί από το 1979 πως θα επερχόταν, δημιούργησε μια εστία έντασης ανάμεσα σε δύο δυτικά κράτη και επηρέασε τις εξελίξεις στο εσωτερικό τους. Πήγαζε κυρίως από την ανάγκη νομιμοποίησης του βίαιου στρατιωτικού καθεστώτος στην Αργεντινή και προσωρινά πέτυχε το στόχο του, αφού οι Αργεντινοί συσπειρώθηκαν γύρω από τον Γκαλτιέρι. Ωστόσο η ήττα ήταν η αρχή του τέλους της δικτατορίας και οδήγησε σε ελεύθερες εκλογές το 1983. Από την άλλη η Θάτσερ εμφανίστηκε ως δυναμική και ικανή να προστατεύσει τα βρετανικά συμφέροντα ακόμα και στην άκρη του κόσμου. Το γεγονός αυτό αντέστρεψε την αρνητική εικόνα και έπεισε τους ψηφοφόρους να υπερψηφίσουν ξανά τους Συντηρητικούς το 1983. Για τις ΗΠΑ η σύγκρουση ήταν ένα δίλημμα. Έπρεπε να στηρίξουν τη στενή τους σύμμαχο Θάτσερ, όχι όμως απροκάλυπτα, αφού αυτό φοβούνταν πως θα οδηγούσε αντιαμερικανισμό στη Λατινική Αμερική, ακόμα και εμπλοκή της ΕΣΣΔ στη σύγκρουση. Κατάφεραν τόσο να επιζητούν διπλωματική λύση, όσο και να ενισχύουν στρατιωτικά τους Βρετανούς, έως ότου βέβαια στήριξαν ανοιχτά το ΗΒ. Η σύγκρουση ανέδειξε τέλος τη διαίρεση της Λατινικής Αμερικής αλλά και την αλληλεγγύη των ευρωπαϊκών και κοινοπολιτειακών κρατών στο ΗΒ.

Πηγές

Πρωτογενείς:
i. ιστοσελίδα Falklandtimeline
ii. ιστοσελίδα National Security Archive
iii. βάση δεδομένων Ηνωμένων Εθνών
iv. βάση δεδομένων Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών


Δευτερογενείς:

i. Luis Andarcia, Falkland's War: Strategic, Intelligence and Diplomatic Failures, US Army War College, Pennsylvania, 1985.
ii. Duncan Anderson, The Falklands War 1982, εκδ. Osprey Publishing, Οξφόρδη, 2002.
iii. Peter Calvocoressi, Διεθνής Πολιτική, 1945-200, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2004, σ. 1105CIA, The World Factbook 2009, εκδ. CIA, Washington DC, 2009.
iv. Alejandro Corbacho, Predicting the Probability of War During Brinkmanship Crises: The Beagle and the Malvinas Conflicts, πανεπιστήμιο CEMA, 2003, Documento de Trabajo no. 244.
v. Norberto Galasso, Historia de la Argentina, εκδ. Colihue, Μπουένος Άιρες, 2011, τ. ΙΙ.
vi. Daniel Gibran, The Falklands War: Britain Versus the Past in the South Atlantic, εκδ. McFarland, Jefferson, 2007.
vii. Wolfgang Heinz & Hugo Frühling. Determinants of Gross Human Rights Violations by State and State-sponsored Actors in Brazil, Uruguay, Chile, and Argentina: 1960–1990, εκδ. Martinus Nijhoff, Χάγη, 1999.
viii. Lisa Martin, Institutions and Cooperation: Sanctions during the Falkland Islands Conflict, International Security, vol. 16, no. 4, Spring, 1992.
ix. John Nott, Here Today, Gone Tomorrow: recollections of an errant politician, εκδ. Politico's Publishing Ltd, Λονδίνο, 2003.
x. Margaret Thatcher, Statecraft: Strategies for a Changing World, εκδ. HarperCollins, Νέα Υόρκη, 2002.
xi. John Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991, πολιτική ιστορία, εκδ Πατάκη, Αθήνα, 2002.


Παραπομπές

[1] CIA, The World Factbook 2009, εκδ. CIA, Washington DC, 2009, ενοτ.: Falkland Islands/Malvinas Islas
[2] Peter Calvocoressi, Διεθνής Πολιτική, 1945-200, εκδ. Τουρίκη, Αθήνα, 2004, σ. 1105
[3] Shackleton Report, HC Deb 08 December 1982, vol 33 σσ.851-860
[4] Συνεδρίαση της Βουλής των Κοινοτήτων, της 2ης Δεκεμβρίου 1980, δημοσίευση λόγου υφυπουργού Εξωτερικών Ridley, δημοσ. σε Falkland Islands Newsletter, αρ. 9, τ. Δεκεμβρίου 1980.
[5] Daniel Gibran, The Falklands War: Britain Versus the Past in the South Atlantic, εκδ. McFarland, Jefferson, 2007, σ. 44
[6] Το κείμενο της δήλωσης διαθέσιμο στην ιστοσελίδα falklandtimeline, διαδικτ.: http://falklandstimeline.wordpress.com/1982-2/
[7] John Young, Η Ευρώπη του Ψυχρού Πολέμου, 1945-1991, πολιτική ιστορία, εκδ Πατάκη, Αθήνα, 2002, σσ. 251-255
[8] Wolfgang Heinz & Hugo Frühling. Determinants of Gross Human Rights Violations by State and State-sponsored Actors in Brazil, Uruguay, Chile, and Argentina: 1960–1990, εκδ. Martinus Nijhoff, Χάγη, 1999. σσ. 236–237.
[9] Απόφ. 18ης Φεβρουαρίου 1977, Reports of International Arbitral Awards, vol. XXI, UN, Ν.Υόρκη, 2006, σσ. 53-264
[10] Norberto Galasso, Historia de la Argentina, εκδ. Colihue, Μπουένος Άιρες, 2011, τ. ΙΙ, σσ. 505-532
[11] Alejandro Corbacho, Predicting the Probability of War During Brinkmanship Crises: The Beagle and the Malvinas Conflicts, πανεπιστήμιο CEMA, 2003, Documento de Trabajo no. 244, σ. 3
[12] Secretary of State Haig’s review to U.S. diplomats in Latin America, 7 May 1982, δημοσ. σε ιστότοπο The National Security Archive (NSA), διαδικτ.: http://www.gwu.edu/~nsarchiv/NSAEBB/NSAEBB374/
[13] Falkland Islands, Haig to Pym and Mendez, April 28, 1982, NSA
[14] Presidential Message to Mrs. Thatcher on Falkland Island Dispute, April 1, 1982, NSA.
[15] President’s Conversation with Argentine President Galtieri, April 2, 1982, NSA.
[16] Ο λόγος της Thatcher ενώπιον του Κοινοβουλίου αυτούσιος στον ιστότοπο falklandtimeline, διαδικτ.: http://falklandstimeline.wordpress.com/1982-2/
[17] Memo [from Secretary of State] to the President: Discussions in London, April 9, 1982, NSA, καθώς και Your Discussions in London, President Reagan to Secretary Haig, April 9, 1982, NSA.
[18] Memo: Secretary’s [Haig] Meeting with Prime Minister Thatcher, April 8: Falkland Crisis, NSA.
[19] Memorandum for the President, April 12, 1982, NSA.
[20] Falkland Dispute, Haig to US Embassy in Buenos Aires καθώς και US Ambassador in Buenos Aires to Haig, April 8, 1982. NSA.
[21] Falkland Dispute: Argentine Proposal, US Embassy in Buenos Aires, April 15, 1982, NSA.
[22] US Peace proposal, April 27, 1982, ιστότοπος falklandtimeline, διαδικτ.: http://www.falklands.info/history/82doc.html
[23] Falklands Crisis: Prospective US measures, US Embassy Buenos Aires, April 30, 1982 καθώς και Falkland Island Disputes, Argentine Air Force Chief to US Deputy Chief of Mission in Argentina, May 1, 1982, NSA.
[24] UNSC Resolution 502, April 3, 1982, Meeting no.: 2350, Code: S/RES/502
[25] Daniel Gibran, σ. 77
[26] UNSC Resolution 505, May 26, 1982, Meeting no: 2368, Code: S/RES/505
[27] Lisa Martin, Institutions and Cooperation: Sanctions during the Falkland Islands Conflict, International Security, vol. 16, no. 4, Spring, 1992.
[28] John Nott, Here Today, Gone Tomorrow: recollections of an errant politician, εκδ. Politico's Publishing Ltd, Λονδίνο, 2003, ενοτ. Falklands: the first week - landing and victory
[29] Luis Andarcia, Falkland's War: Strategic, Intelligence and Diplomatic Failures, US Army War College, Pennsylvania, 1985.
[30] Peruvian Peace Proposal, 5 May 1982, διαδικτ.: http://www.falklands.info/history/82doc010.html
[31] Duncan Anderson, The Falklands War 1982, εκδ. Osprey Publishing, Οξφόρδη, 2002, σ. 72 επ.
[32] Margaret Thatcher, Statecraft: Strategies for a Changing World, εκδ. HarperCollins, Νέα Υόρκη, 2002, σ. 267.
[33] OAS, Res 359 (13 April 1982), 360 (21 April 1982), 1 (28 April 1982), 2 (29 May 1982), διαδικτ.: http://www.falklands.info/history/82doc.html
[34] British Joint Intelligence Committee, Immediate Assessment/JIC82IA29, April 17, 1982, NSA.
[35] Situation in Falkland Islands as of 700 EST, U.S. Embassy Buenos Aires, April 3, 1982, NSA.

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης