ΔΙΚΗΓΟΡΙΚA ΓΡΑΦΕΙA

Δικαστηριακή - Συμβουλευτική Δικηγορία και Διαμεσολάβηση, DPO σε:
Θεσσαλονίκη, Aθήνα, Πέλλα (Αριδαία, Γιαννιτσά, Έδεσσα, Σκύδρα), Μακεδονία και σε όλη την Ελλάδα.




Παρασκευή 24 Ιουλίου 2015

Απόφαση ασφαλιστικών μέτρων: 253/2015 Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Προστασία σήματος, όχι κίνδυνος σύγχυσης όταν το κριτήριο του καταναλωτή είναι το κόστος της συνδρομής. Το crossfit δεν έχει διακριτική δύναμη γιατί είναι άθλημα.

Προϋποθέσεις προστασίας του διακριτικού τίτλου. Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο διακριτικών γνωρισμάτων, τότε ισχύει ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας. Διεθνής Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας. Εμπορική επωνυμία προερχόμενη από κράτος μέλος της Σύμβασης προστατεύεται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 146/1914 και του άρθρου 58 ΑΚ, έστω και αν αυτή δεν γίνεται από τον ίδιο τον δικαιούχο, αλλά από διανομέα υπό ευρεία έννοια, π.χ. εμπορικό αντιπρόσωπο, διανομέα αποκλειστικό. Ο όρος κρόσφιτ, γραμμένος είτε στην ελληνική είτε στην αγγλική γλώσσα, δεν έχει διακριτική δύναμη, αφού, πρόκειται για είδος άθλησης. Δεν πιθανολογήθηκε ότι δημιουργείται σύγχυση στους αθλούμενους της, που θέλουν να εκγυμνασθούν με τη μέθοδο κρόσφιτ λόγω της κοινής χρήσης του όρου «crossfit», πως η επιχείρηση της αιτούσας ταυτίζεται ή έστω έχει οικονομική σχέση με το καθ’ ου, καθώς αθλούμενοι προτιμούν να αθλούνται στο αθλητικό κέντρο του καθ' ου, λόγω της μικρότερης μηνιαίας συνδρομής.
Α' δημοσίευση σε "nomos"

ΑΠΟΦΑΣΗ 253/2015
ριθμός κατάθεσης αίτησης Ασφ 156/2015)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Αικατερίνη Ντόκα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του στις 9 lουνίου 2015, χωρίς τη σύμπραξη γραμματέα, για να δικάσει την αίτηση με αριθμό καταθέσεως Ασφ 156/23.3.2015 και αντικείμενο την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης μεταξύ:
ΤΗΣ ΑΙΤΟΥΣΑΣ: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………………………» που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευστάθιου Τζαμπάζη .Σ.Σερρών), που κατέθεσε σημείωμα.
               ΤΟΥ       ΚΑΘ' ΟΥ                      Η ΑΙΤΗΣΗ:   Σωματείου με την επωνυμία «............................» το οποίο εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου του δικηγόρου Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη .Σ. Έδεσσας).
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρου 121, 125 του ν. 4072/2012, συνάγεται ότι ο καταθέσας νομίμως σήμα, ήτοι σημείο επιδεκτικό γραφικής παράστασης ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, έχει το αποκλειστικό δικαίωμα της χρήσης αυτού, η οποία αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση, ιδίως δε έχει το δικαίωμα της χρήσης αυτού, το δικαίωμα να επιθέτει αυτό στα προϊόντα, τα οποίο προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει της παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, τους τιμοκαταλόγους, τις αγγελίες, τις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα.
Ο δικαιούχος του σήματος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές χωρίς την άδεια του: α. σημείο ταυτόσημο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωρισθεί, β. σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητας του με το σήμα και της ταυτότητας ή ομοιότητας των προϊόντων ή υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης, γ. σημείο ταυτόσημο ή παρόμοιο με το σήμα που έχει αποκτήσει φήμη και η χρησιμοποίηση του σημείου θα προσπόριζε σε αυτό, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού, ανεξάρτητα αν το σημείο προορίζεται να διακρίνει προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με τα προϊόντα ή υπηρεσίες του προγενέστερου σήματος. Κίνδυνος σύγχυσης, περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης υφίσταται σε περίπτωση πιστής αντιγραφής ή αναπαράστασης αυτού κατά τα κύρια σημεία του ή στο σύνολο του και έτσι δημιουργία άλλου, απομίμηση δε του σήματος η ιδιαίτερη προσέγγιση αυτού προς άλλο σήμα. Ο κίνδυνος σύγχυσης περιλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης, ή η απομίμηση αφενός εξαρτάται από την οπτική και ηχητική εντύπωση των δύο σημάτων, επί δε λεκτικών σημάτων και από την εννοιολογική τέτοια, κατά πάσα δε περίπτωση από τη συνολική εντύπωση των δύο σημάτων, ασχέτως βέβαια από τις επιμέρους  ιδιότητες και διαφορές των δύο σημάτων και αφετέρου μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις μέσους καταναλωτές σχετικά με την προέλευση των προϊόντων ή αντικειμένων εμπορίας από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από την επιχείρηση του χρήστη του σήματος, διά του σχηματισμού στους εν λόγω καταναλωτές της αντιλήψεως ότι εκείνα προέρχονται από αυτή την επιχείρηση ή αυτά προέρχονται από την άλλη επιχείρηση (πρβλ. ΑΠ 1604/2003 ΕλλΔνη 45.807, ΑΠ 1127/1.994 ΕλλΔνη 1997.1137, ΑΠ 399/1989 ΕΕμπΔ 1990.145, ΕφΑΘ 840/2012 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5321/1989 ΕλλΔνη 1991.204, ΔΕΚ C 425/1998 ΕλλΔνη 42.1462, ΔΕΚ C-81/2001 ΕλλΔνη 45.288, Λιακόπουλο, Βιομηχανική ιδιοκτησία έκδοση 2000, σελ. 349-352 όπου και παραπομπές σε νομολογία). Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 του ως άνω νόμου : «1. Επιτρέπεται η παραχώρηση αποκλειστικής ή μη χρήσης του εθνικού ή διεθνούς με ισχύ στην Ελλάδα σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα της Ελληνικής Επικράτειας. Η συμφωνία για την παραχώρηση άδειας χρήσης σήματος είναι έγγραφη. Είτε ο δικαιούχος, με δήλωση του είτε ο αδειούχος, με εξουσιοδότηση του δικαιούχου, ζητούν την καταχώριση της παραχώρησης στο μητρώο σημάτων. 4. Τις αξιώσεις επί προσβολής του σήματος ασκεί αυτοτελώς και ο αδειούχος χρήσης σήματος, εφόσον συναινεί ο δικαιούχος. Εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί διαφορετικά, ο αποκλειστικός αδειούχος μπορεί, και χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, να ασκήσει αυτοτελώς τις αξιώσεις επί προσβολής σήματος όταν ο τελευταίος, μολονότι ειδοποιήθηκε για την προσβολή του σήματος, δεν ασκεί τις αξιώσεις του σε εύλογο χρονικό διάστημα. 5. Όταν ο δικαιούχος ασκεί αγωγή, ο αδειούχος μπορεί να ασκήσει παρέμβαση και να ζητήσει αποκατάσταση της ζημίας που ο ίδιος υπέστη. 6. Όταν λύεται ή τροποποιείται η συμφωνία παραχώρησης άδειας χρήσης, το βιβλίο σημάτων ενημερώνεται σχετικά.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 177 του ν. 4055/2012 «1. Οι δικαιούχοι σημάτων που έχουν την επαγγελματική τους εγκατάσταση εκτός της Ελλάδας, προστατεύονται κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Επί σημάτων που κατατίθενται με διεκδίκηση προτεραιότητας σύμφωνα με τη Διεθνή Σύμβαση των Παρισίων (ν. 213/1975), η απόδειξη κατάθεσης του σήματος στην αλλοδαπή πολιτεία μπορεί να υποβάλλεται το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την υποβολή της δήλωσης κατάθεσης του σήματος στην ημεδαπή. 3. Για την προστασία στην Ελλάδα απαιτείται, επιπλέον, κατάθεση σύμφωνη με τις διατάξεις του παρόντος νόμου ... ».
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 ν. 146/1914 απαγορεύεται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές κάθε πράξη που γίνεται προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται προς τα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και για ανόρθωση της ζημίας που προκλήθηκε. Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 του ως άνω νόμου, προστατεύεται και ο διακριτικός τίτλος ή - σύμφωνα με την διατύπωση του άρθρου - το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης, που είναι μια λεκτική (λέξη πραγματική ή φανταστική ή ονομασία που αναφέρεται είτε στην επωνυμία είτε σε ορισμένο κύκλο πελατών είτε σε ορισμένη τοπική προέλευση κλπ.) ή παραστατική ένδειξη, με την οποία εξατομικεύεται και διακρίνεται ονοματικά η όλη επιχείρηση ή κλάδος αυτής ή μόνο το κατάστημα, αποσκοπεί δε στην αποφυγή της σύγχυσης της επιχείρησης που παρέχει υπηρεσίες ή γενικά εμπορεύεται το προϊόν που προέρχεται από αυτήν (ΠΠρΑΘ 7147/2000 ΑρχΝ 2003.671). Εξάλλου, το άυλο και αποκλειστικό δικαίωμα επί του διακριτικού τίτλου κτάται σύμφωνα με το ουσιαστικό σύστημα, ήτοι με την χρησιμοποίηση στις συναλλαγές, η δε καταχώριση σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο- μητρώο έχει δηλωτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, β' έκδ., 2009, σελ. 255-256, 302). Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 1 Ν. 146/1914 συνάγεται ότι προϋποθέσεις προστασίας του διακριτικού τίτλου είναι: α) η ύπαρξη διακριτικής δύναμης ή χαρακτήρα, η οποία υφίσταται καταρχήν σε ξενόγλωσσες λέξεις, που δεν έχουν καθιερωθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, ό.π., σελ. 267-269, 302), β)χρησιμοποίηση στις ημεδαπές συναλλαγές (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, ό.π., σελ. 270, 302) και γ) πρόκληση κινδύνου σύγχυσης από την χρήση του χρονικά μεταγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος, ήτοι ο κίνδυνος να πιστέψει ο μέσος καταναλωτής του οικείου συναλλακτικού κλάδου, που έχει την συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός-και ενημερωμένος, ότι πρόκειται για ίδιες επιχειρήσεις ή για επιχειρήσεις που έχουν οικονομική σχέση, ενώ τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη (ΑΠ 1123/2002 ΕΕμπΔ 2002.887, ΑΠ 1780/1999 ΕλλΔνη 41.973, ΕφΑθ 3250/2001 ΕλλΔνη 44.803). Προϋπόθεση όμως για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν τα τελευταία διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης προσδιορίζει και την έκταση προστασίας. Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (ΑΠ 241/1991 Ελ/Δνη 34.560, ΕφΘες 9977/2007 ό.π., ΕφΑθ 6260/2002 ΕλλΔνη 44.803, ΕφΑΘ 3250/2001 ΕλλΔνη 44.801). Εξάλλου, σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του v. 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 1 του νόμου αυτού για την προστασία του δικαιούχου διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης από προσβολές τρίτων δεν απαιτείται ο προσβολέας να ενεργεί με υπαιτιότητα και ιδίως με πρόθεση να προκαλέσει σύγχυση, αλλά αρκεί ότι γίνεται χρήση του διακριτικού γνωρίσματος κατά τρόπο που αντικειμενικά μπορεί να προκαλέσει σύγχυση (ΑΠ 241/1991 ΕλλΔνη 34.560, ΕφΘεσ 2331/2007 ΕπlσκΕμπΔ 2008.123). Η ύπαρξη δε κινδύνου σύγχυσης δεν προϋποθέτει σχέση ανταγωνισμού μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ή ομοιότητα των προϊόντων ή των παρεχόμενων υπηρεσιών τους, αρκεί να υπάρχει κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις. Ενόψει των ανωτέρω, σε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύγκρουση μεταξύ δύο διακριτικών γνωρισμάτων, τότε ισχύει ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας (prior in tempore potior injure), υπό την προφανή έννοια ότι το παλαιότερο κτηθέν διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του νεότερου (ΑΠ 606/2005 ΕΕμπΔ 2005. 810, ΑΠ 310/1990 ΝοΒ 1991. 553, ΕφΘεσ 2312/2009 ΕπισκΕμπΔ 2010.159, ΕφΑΘ 4760/2001 ΔΕΕ 2001. 989, ΕφΑΘ 3119/1995 ΕΕμπΔ 1995. 343). ΠΠΑΘ 6436/2008 δημ. ΤΝΠ Νόμος).    
Τέλος, με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, που κυρώθηκε με το ν. 213/1975, ορίζεται ότι "η εμπορική επωνυμία θα προστατεύεται εν πάση χώρα της ενώσεως άνευ υποχρεώσεως καταθέσεως ή καταχωρίσεως είτε αποτελεί ή μη μέρος του βιομηχανικού ή εμπορικού σήματος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι αλλοδαπές επωνυμίες προστατεύονται στα άλλα κράτη μέλη κατά τον ίδιο τρόπο που προστατεύονται και οι εσωτερικές επωνυμίες, δηλαδή εφόσον καλύπτουν τις προϋποθέσεις προστασίας του δικαίου της χώρας στην οποία ζητείται η προστασία αυτή, χωρίς να δημιουργείται μια
διεθνής προστασία της επωνυμίας με την έννοια ότι επεκτείνεται η προστασία μιας επωνυμίας που αποκτήθηκε σε ένα κράτος μέλος της Σύμβασης σε όλα τα άλλα συμβαλλόμενα κράτη. Έτσι, εμπορική επωνυμία προερχόμενη από κράτος μέλος της Σύμβασης προστατεύεται στην Ελλάδα με βάση τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 146/1914 και του άρθρου 58 ΑΚ, έστω και αν αυτή δεν γίνεται από τον ίδιο τον δικαιούχο, αλλά από διανομέα υπό ευρεία έννοια, π.χ. εμπορικό αντιπρόσωπο, διανομέα αποκλειστικό· ή μη. Για την προστασία αυτή της αλλοδαπής επωνυμίας, για την οποία δεν απαιτείται η χρήση της στη χώρα υποδοχής και η τήρηση εκεί τυπικών προϋποθέσεων, αλλά αρκεί το γεγονός ότι έχει αποκτηθεί δικαίωμα επί της επωνυμίας στη χώρα προέλευσης, λαμβάνεται υπόψη η αρχή της χρονικής προτεραιότητας. Θα πρέπει βέβαια για την παροχή της αξιούμενης προστασίας στην Ελλάδα να καλύπτονται οι όροι του άρθρου 13 του ν. 146/1914, το οποίο απαιτεί την ύπαρξη κινδύνου σύγχυσης, γεγονός που κατά κανόνα συμβαίνει, όταν η αλλοδαπή επωνυμία είναι ήδη επαρκώς γνωστή στην Ελλάδα ή όταν συνάγεται σοβαρή πρόθεση οικονομικής δραστηριότητας σ' αυτή, ή εκείνοι του άρθρου 58 ΑΚ, το οποίο απαιτεί να είναι παράνομη η προσβολή, δηλαδή να γίνεται η χρήση της αλλοδαπής επωνυμίας χωρίς δικαίωμα. (ΑΠ 1562/2014 δημ. σε ΝΟΜΟΣ)
Με την ένδικη αίτηση η αιτούσα εκθέτει ότι συστήθηκε στις 3.1.2014 και διατηρεί επιχείρηση εκμετάλλευσης γυμναστηρίου-αθλητικής σχολής στην πόλη των Σερρών, με ειδικότερο σκοπό τη διδασκαλία του CrossFit, που αποτελεί ένα πρόγραμμα άθλησης-προπόνησης. Ότι έχει συνάψει με την εταιρία CrossFit Inc., που εδρεύει στην πόλη Ουάσινγκτον των ΗΠΑ και η οποία έχει κατοχυρώσει τη χρήση της επωνυμίας «CrossFit» παγκοσμίως, την από 4.6.2014 σύμβαση δικαιόχρησης, δυνάμει της οποίας αυτή (η αιτούσα) κατέστη αποκλειστική δικαιούχος της χρήσης της επωνυμίας «CrossFit Serres». Ότι το καθ' ου σωματείο διατηρεί και εκμεταλλεύεται στην πόλη των Σερρών χώρο για την εκμάθηση του αθλήματος CrossFit, χρησιμοποιώντας ως επωνυμία το «CrossFit Box Serres» και κάνει χρήση του σήματος σε μπλούζες που παρέχει στα μέλη του. Ότι η επωνυμία «CrossFit Serres» έχει καθιερωθεί στη συνείδηση των Σερραίων αθλουμένων ως ταυτόσημος με τις υπηρεσίες που αυτή (η αιτούσα) παρέχει, με αποτέλεσμα να προκαλείται σύγχυση στο καταναλωτικό κοινό, που παραπλανάται, καθώς δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι το καθ' ου είναι φορέας των δικαιωμάτων του σήματος CrossFit. Επικαλούμενη επικείμενο κίνδυνο, από την οικονομική ζημία που υφίσταται και από την προσβολή της φήμης της, ζητεί να υποχρεωθεί το καθ' ου να παύσει τη χρήση της επωνυμίας «CrossFitBoxSerres» και του σήματος «CrossFit», να διαταχθεί η αφαίρεση από την πρόσοψη του καταστήματος, τα διαφημιστικά του φυλλάδια, έντυπα, κάρτες αλλά και από το διαδίκτυο της ως άνω επωνυμίας, να απειληθεί εναντίον του χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε παραβίαση του διατακτικού της απόφασης και να καταδικασθεί στη δικαστική του δαπάνη.
Η αίτηση αρμοδίως φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προς εκδίκαση κατά την προκειμένη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 682, 686 επ. ΚΠολΔ). Κατά το μέρος που στηρίζεται στις διατάξεις για την προστασία του σήματος δεν είναι επαρκώς ορισμένη, καθώς δεν αναφέρεται ότι η αλλοδαπή εταιρία, που είναι δικαιούχος, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτηση, του σήματος «CrossFit» έχει προβεί σε κατάθεση σχετικής αίτησης, για την προστασία στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 177 του Ν. 4072/2012, που αναφέρεται στην προστασία των σημάτων αλλοδαπών καταθετών. Κατά το μέρος που η αίτηση στηρίζεται στις διατάξεις περί αθέμιτου ανταγωνισμού, τυγχάνει παραδεκτή και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1,13 παρ.1, 22 του Ν. 146/1914,682 παρ. 1, 731, 732, 947 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης που δεν είναι νόμιμο, καθώς αυτή μπορεί να απαγγελθεί μόνο κατά του νομίμου εκπροσώπου, εναντίον του οποίου θα έπρεπε να στρέφεται η αίτηση ονομαστικώς (βλ. Π. Γέσιου - Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως - Ειδικό Μέρος, 2001, σ. 147, έτσι και Β. Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ [τ. ΕΙ 947 αριθ. 55).
Από τις χωρίς όρκο καταθέσεις των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του καθ' ου ...................., που εξετάσθηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι και τους εμπεριεχόμενους στασημειώματα των πληρεξουσίων τους δικηγόρων ισχυρισμούς, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα : Η αιτούσα ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……………………» συστήθηκε στις 3.1.2014, με έδρα στην πόλη των Σερρών και με σκοπό της εκμετάλλευση επιχείρησης γυμναστηρίου, το οποίο λειτουργεί δυνάμει της με αρ. 2205/2014 σχετικής άδειας ίδρυσης και λειτουργία. Ο νόμιμος εκπρόσωπός της και ομόρρυθμος εταίρος της ………………., γυμναστής, έχει συνάψει, συμβαλλόμενος ατομικά και όχι ως εκπρόσωπος της αιτούσας, την από 4.6.2014 σύμβαση, ετήσιας ισχύος, με την αμερικάνικη εταιρία με την επωνυμία CROSSFIT INC, που εδρεύει στην πόλη Ουάσινγκτον των Η.Π.Α., δυνάμει της οποίας η τελευταία παρέσχε στον ………………, ατομικώς, την μη αποκλειστική άδεια να χρησιμοποιεί το σήμα 'CrossfitSrres' στην επιχείρηση που διατηρεί στις Σέρρες, επί της οδού ……………………., καθώς και σε αθλητικό ρουχισμό, διαφημιστικά φυλλάδια και επαγγελματικές κάρτες, αντί του ποσού των 3.000 δολλαρίων, που κατέβαλε ο ………………. την 1.9.2014. Η αιτούσα από την έναρξη της λειτουργίας του γυμναστηρίου που διατηρεί επί της οδού ................... αρ. ..... χρησιμοποιεί ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησης το «CrossfitSerres» και παρέχει στους αθλούμενους, αντί μηνιαίας συνδρομής, ανερχόμενης στο ποσό των 55 ευρώ, την εκγύμναση με τη μέθοδο κρόσφιτ, που είναι ένα πρόγραμμα γυμναστικής με τεχνικές ενδυνάμωσης και αντοχής. Εξάλλου, το κρόσφιτ θεωρείται πλέον άθλημα και διοργανώνονται παγκόσμιοι αγώνες από το 2007, αλλά και αγώνες στα πλαίσια της ελληνικής επικράτειας.
Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι το καθ' ου ιδρύθηκε στις 11.12.2013
με τη μορφή του σωματείου, κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, με την
επωνυμία «...................» με έδρα την Πόλη των Σερρών και με σκοπό, μεταξύ άλλων, τη διδασκαλία του κρόσφιτ και άλλων πολεμικών τεχνών, διατηρεί δε χώρο άθλησης στην περιοχή ............ στις Σέρρες ενώ οι αθλούμενοι καταβάλλουν μηνιαία συνδρομή ποσού 40 ευρώ. Ο διακριτικός τίτλος που το καθ' ου έχει θέσει στην πρόσοψη του χώρου άθλησης που διατηρεί είναι «CROSSIT ΒΟΧ SERRES», τον οποίο χρησιμοποιεί και για τη συμμετοχή του σε αθλητικές διοργανώσεις καθώς και σε αθλητικό ρουχισμό που παρέχει στα μέλη του, ο δε όρος ΒΟΧ παραπέμπει σε χώρο εκπόνησης προγραμμάτων
crossfit. Μεταξύ της επιχείρησης της. αιτούσας και της δράσης του καθ' ου είναι προφανές ότι υφίσταται σχέση ανταγωνισμού. Ωστόσο, από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν πιθανολογήθηκε ότι δημιουργείται σύγχυση στους αθλούμενους της πόλης των Σερρών, που θέλουν να εκγυμνασθούν με τη μέθοδο κρόσφιτ, πως η επιχείρηση της αιτούσας ταυτίζεται ή έστω έχει οικονομική σχέση με το καθ’ ου, καθώς, όπως σαφώς κατέθεσε ο νόμιμος εκπρόσωπος της αιτούσας, πολλοί αθλούμενοι του έχουν δηλώσει ότι προτιμούν να αθλούνται στο αθλητικό κέντρο που διατηρεί το καθ' ου, λόγω της μικρότερης μηνιαίας συνδρομής που το τελευταίο λαμβάνει. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι αφενός ο όρος κρόσφιτ, γραμμένος είτε στην ελληνική είτε στην αγγλική γλώσσα, δεν έχει διακριτική δύναμη, αφού, όπως ήδη αναφέρθηκε, πρόκειται για είδος άθλησης, αφετέρου δεν πιθανολογήθηκε ότι η αιτούσα άρχισε να χρησιμοποιεί το διακριτικό τίτλο «CrοssfίtSerres» σε χρονικό διάστημα πρωθύστερο της  χρήσης του διακριτικού τίτλου «CROSSIT ΒΟΧ SERRES» από το καθ' ου. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν εξετάζεται εν προκειμένω τυχόν εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων της Σύμβασης των Παρισίων εν σχέσει με τη χρήση της επωνυμίας της αλλοδαπής εταιρίας CrossFit Inc., που εδρεύει στην πόλη Ουάσινγκτον των ΗΠΑ, καθώς η σύμβαση δικαιόχρησης υπογράφηκε μεταξύ του …………………. ατομικώς και όχι ως εκπροσώπου της αιτούσας, ενώ από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι ο τελευταίος δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από την εν λόγω σύμβαση ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση, στηριζόμενη στην παραβίαση των διατάξεων των
άρθρων 1 και 13 παρ.1 του Ν. 146/1916 εκ μέρους του καθ' ου, πρέπει να
απορριφθεί ως ουσιαστικώς αβάσιμη και να συμψηφισθούν τα δικαστικά
έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ' αρθ. 179 τελ. εδ. ΚΠολΔ.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔIΚΑΖΕI αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις Σέρρες, στις 8 Ιουλίου 2015, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με την σύμπραξη για τη δημοσίευση της γραμματέως Ευσταθίας Παπαδοπούλου

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Παράνομη η μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975. Δεκτός σχετικός λόγος ανακοπής. Ακύρωση διαταγής πληρωμής Τράπεζας σε βάρος δανειολήπτη.

H μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/1975 από την τράπεζα στο δανειολήπτη, στο βαθμό που αυτό είχε συμφωνηθεί ρητά με τους όρους της σύμβασης, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 128/1975. Ωστόσο ο ανατοκισμός, του ποσού της εισφοράς δεν είναι νόμιμος. Έτσι, το αιτούμενο ποσό με τη Διαταγή Πληρωμής ποσό δεν αποδεικνύεται στο σύνολο του, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στο λογαριασμό ποσών, που αντιστοιχούν στο συνολικό ποσό του ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/75. Η ακυρότητα, όμως, των επιμέρους αυτών ποσών που, ενόψει του ότι ενσωματώνονται στο σύνολο της απαίτησης που επιδικάσθηκε, καθιστούν αδύνατο το διαχωρισμό τους από την τελευταία, και κατά συνέπεια της υποχρέωσης έγγραφης απόδειξης της απαίτησης, αλλά και του ορισμένου του οφειλόμενου ποσού.
Α' δημοσίευση σε "nomos" 650605

ΑΠΟΦΑΣΗ 258/2015
(Αριθμός κατάθεσης ανακοπής: 144/1-7-2014)
ΤΟ
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΈΔΕΣΣΑΣ
ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Δικαστή Βαρβάρα Αγγελίδου, Πρωτοδίκη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Πρωτοδικείου Έδεσσας και από την γραμματέα, Αικατερίνη Βουλγαρίδου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στην μετ' αναβολή δικάσιμο της 11ης Ιουνίου 2015 για να δικάσει την υπ' αριθμ. καταθέσεως 144/1-7-2014 ανακοπή μεταξύ:
ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1. .................... του ..........., 2. .......................... του ................, κατοίκων Έδεσσας, οι οποίοι παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Εμμανουήλ Eμμανoυηλίδη.
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «.........................», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας της δικηγόρου, Ελένης Πρασσά.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ δημόσια συζήτηση της υποθέσεως και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη ανακοπή οι ανακόπτοντες ζητούν να ακυρωθεί η με αρ. 124/2014 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, καθώς και κάθε άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης, με ταυτόχρονη καταδίκη της καθ' ης στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με το ως άνω περιεχόμενο, η κρινόμενη ανακοπή, [η οποία ασκήθηκε μετά την αντικ. του άρθρου .632 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 Ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α'51/12-3-2012 και την αντικ. της παρ. 1 του άρθρου 933 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 19 παρ. 1 Ν. 4055/2012] αρμόδια φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού το οποίο είναι καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, αφού αυτό είναι το Δικαστήριο στο οποίο υπηρετεί η Δικαστής που εξέδωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (632 παρ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ,), για να δικαστεί κατά την τακτική διαδικασία (βλ. ΕφΑΘ' 7984/+990  ΑρχΝ 1991, 328, με τη σημείωση ότι, ακολουθείται η ίδια  διαδικασία για την εκδίκαση της ανακοπής που εφαρμόζεται και για τη διάγνωση της αξίωσης προς ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε αυτή, ακόμα και μετά την αντικατάσταση της παρ. 3 του άρθρου 632 ΚΠολΔ με την απαλοιφή της περί διαδικασίας εκδίκασης της ανακοπής σχετική διάταξη), εφαρμοζόμενων όμως και των αποκλίσεων που εισάγονται από τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 4055/2012, που, ούσα διάταξη δικονομικού χαρακτήρα, καταλαμβάνει το ατέλεστο μέρος της παρούσας διαδικασίας κατά γενική αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρα 4 και 12 ΕlσΝΚΠοΛΔ (βλ. ΕφΑΘ 702012001 ΝοΒ 2002, 1709, ΕφΑΘ 8947/1999 ΕλλΔνη 2000, 474). Ακόμη, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 632 παρ. ι εδ. α' ΚΠολ.Δ. προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών, καθώς η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους ανακόπτοντες στις 26/6/2014 (βλ. τις με αρ. 1829Δ/26-6-20 14 και 1828Δ/26-6-20 14 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Έδεσσας Νικολάου Μίλτση) και ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση ανακοπής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση να παρασταθεί κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα στην καθ' ης στις 4/7/2014 (βλ. τη με αρ. 7706Β'/4-7-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Εδέσσης' Ιωάννη Αραμπατζή). Πρέπει, επομένως, η κρινόμενη ανακοπή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα της, πλην του αιτήματος να ακυρωθεί οποιαδήποτε άλλη πράξη εκτέλεσης, το οποίο είναι απορριπτέο ως αόριστο. Τούτο δε διότι το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει συγκεκριμένο αίτημα (585 παρ. 2 α, 216 Κ.Πολ.Δ.) για την ακύρωση ορισμένης πράξης εκτέλεσης, ενώ στην προκειμένη περίπτωση δεν εξειδικεύονται οι συγκεκριμένες συναφείς πράξεις εκτέλεσης, την ακύρωση των οποίων οι ανακόπτοντες επιδιώκουν (Π.Γ. Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστκής Εκτελέσεως, Γενικό Μέρος, έκδ. 1998, σελ. 626).

Από τη γραμματική διατύπωση της παρ. 5 του άρθρου 1 ν. 128/1975, ο χαρακτηρισμός της επιβαλλομένης εισφοράς ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης αρχικώς για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείου προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που έφερε ο ν.2065/1992 ως γενικό έσοδο του Δημοσίου, δικαιολογεί τη σημασία της λέξης «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία. Από το ν. 128/1975 ούτε προβλέπεται ρητώς, ως συμβατικώς δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται, η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του νόμου αυτού, εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου, έναντι του Δημοσίου, προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης, που ιδρύεται με τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικώς στην κάθετη σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι στην οριζόντια σχέση μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς, επιτρέπεται με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης του ανωτάτου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνον εάν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση. Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του Ν.128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου δανείων της τράπεζας με έμμεσο αποτέλεσμα τη μετακύλιση της εισφοράς αυτής στους δανειολήπτες είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, η οποία δεν καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, αλλά ούτε και αντίκειται σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, εντάσσεται δε στο πλαίσιο του ελεύθερου καθορισμού των επιτοκίων στα τραπεζικά δάνεια. Η επίρριψη της σχετικής επιβάρυνσης στο δανειολήπτη, αποτέλεσε υπό την ισχύ του ν. 128/1975 συναλλακτική πρακτική των τραπεζών, στην παγίωση της οποίας συνετέλεσαν: α) το ότι μεταγενέστερα νομοθετήματα που τροποποίησαν τον ως άνω νόμο ανέφεραν γενικώς ότι η εισφορά βαρύνουν συναλλαγή, β) ότι το ύψος του συντελεστή, καθ' όλο το χρονικό διάστημα από  την καθιέρωση της εν λόγω εισφοράς, κλιμακώθηκε ποσοστιαίως, κατά τρόπο που αποσκοπεί στην ελάφρυνση ή και απαλλαγή ορισμένων κατηγοριών δανειοληπτών. Αν η εν λόγω εισφορά, εξάλλου, βάρυνε τα πιστωτικά ιδρύματα, δε θα θεσπίζονταν οι εξαιρέσεις του άρθρου 8 του ν. 2459/1997 κατ' άρθρον 19 παρ. 4β του Ν. 3152/2003 (δανειοδοτήσεις προς φυσικά και νομικά πρόσωπα, κοινοπραξίες με έδρα τα νησιά με πληθυσμό κάτω των 3.100 κατοίκων και δανειοδοτήσεις προς Ι. Μονές του Αγίου Όρους), και γ) η  Τράπεζα της Ελλάδος, από την έναρξη της εφαρμογής του Ν. 128/1975, ουδέποτε θεώρησε ότι η εν λόγω εισφορά επιβαρύνει τα πιστωτικά ιδρύματα, ώστε να έχει ληφθεί υπόψη κατά το χρονικό διάστημα που ίσχυε ο διοικητικός καθορισμός από μέρους της του περιθωρίου μεταξύ των επιτοκίων καταθέσεων χορηγήσεων, δηλαδή μέχρι το 1993. Εξάλλου και υπό καθεστώς ελεύθερης διαμόρφωσης των επιτοκίων, η Τράπεζα της Ελλάδος επέβαλε την υποχρέωση για ξεχωριστή αναφορά της σχετικής επιβάρυνσης με αποφάσεις της (ΠΔ/ΤΕ 1969/1991, 2501/2002). Με την ΠΔ/ΤΕ 2501/2002 (άρθρο 82) επεκτείνεται η υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη από την τράπεζα και για την επιβολή ειδικών εισφορών και η εισφορά του Ν.128/1975 είναι μία τέτοια ειδική εισφορά. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνον από την άποψη της διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο (ΕφΘεσ/νίκης 492/201, ΕφΑθ 5707/2008, ΕφΑΘ 1558/2007, ΕφΛαρ 114/2007, Τ.Ν.Π. Νόμος). Ωστόσο, δεν είναι νόμιμος ο ανατοκισμός του σχετικού ποσού της εισφοράς αυτής και τούτο γιατί, τόσο κατά το προϊσχύσαν (άρθρο 8 περ 6 του Ν. 1083/1980 και υπ' αριθ. 289/1980 απόφαση της νομισματικής επιτροπής) όσο και κατά το υφιστάμενο νομοθετικό καθεστώς (άρθρο 12 του Ν.2601/1998, 30 του Ν.2789/2000, 42 του Ν.,2912/2001 και 39 του Ν. 3259/2004), ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών, ενώ κάθε αντίθετη σύμβαση είναι αντίθετη στις παραπάνω διατάξεις και ελέγχεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 178, 179 του Ακ. (ΕφΛαμ 124/2007, ΜΠρΚέρκ 99/2010, ΜΠρΑΘ 2461/2009, Τ.Ν.Π. Νόμος). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 623Κ.Πολ.Δ., κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό, αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ενώ, κατά το άρθρο 624 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί, μόνον αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο. Είναι δε εκκαθαρισμένο το ποσό της απαίτησης και όταν αυτό δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια Μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 2210/2013, Νόμος). Ένα η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως με το ίδιο έγγραφο δημόσιο ή ιδιωτικό που έχει αποδεικτική δύναμη έναντι του καθ' ου), ο δικαστής οφείλει, σύμφωνα με το άρθρο 628 Κ.Πολ.Δ., να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 του ίδιου Κώδικα. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για το λόγο αυτό, απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, το οποίο δημιουργεί και η έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο, που δεν αποδεικνύει άμεσα την απαίτηση και το ποσό αυτής, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας απόδειξής της με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 713/2012, ΑΠ 1632/2013, ΜονΕφΘεσ/νίκης 1374/2014, Νόμος). Τέλος, επί ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, το δικαστήριο πρέπει να αποφανθεί επί όλων των λόγων της ανακοπής, όταν πρόκειται να την απορρίψει, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια ότι άφησε αίτημα αδίκαστο. Όταν όμως διαπιστώνει ότι, ένας από τους επικαλούμενους λόγους ανακοπής είναι νώμο και ουσία βάσιμος και οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής, το δικαστήριο κατ’ εφαρμογή της αρχής της διάθεσης (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δ) και δεν υποχρεούται να αποφανθεί επί των άλλων λόγων της ανακοπής. Τούτο, απορρέει από την αρχή της οικονομίας της δικαστικής ενέργειας και από το ότι ικανοποιείται πλήρως το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος (ΕφΑθ 1294/2009, ΕφΘεσ/νίκης 2292/2006, ΕφΠειρ 526/2003 Νόμος).
                
       Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο οι ανακόπτοντες ζητούν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ισχυριζόμενοι ότι η καθ' ης, αφού καταρχήν προέβαινε νόμιμα σε μετακύλιση σε αυτούς της εισφοράς του ν. 128/1975, στη συνέχεια τα ποσά που αντιστοιχούσαν στην ως άνω εισφορά τα ενσωμάτωνε στον οικείο λογαριασμό και τα ανατόκιζε παράνομα, επιβαρύνοντας αντίστοιχα την οφειλή τους, με αποτέλεσμα αφενός μεν  να μη υφίσταται έγγραφη απόδειξη του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής αφετέρου δε η οφειλή του να καθίσταται μη ορισμένη και μη εκκαθαρισμένη. Ο λόγος αυτός της ανακοπής, είναι οριζόμενος,  αφού οι ανακόπτοντες εν προκειμένω δεν αμφισβητούν το ύψος των επιμέρους κονδυλίων αλλά με τον ανωτέρω λόγο ανακοπής βάλουν ευθέως κατά της διαταγής πληρωμής λόγω της μη έγγραφης απόδειξης του ποσού για το οποίο εκδόθηκε η τελευταία. Είναι δε νόμιμος, στηριζόμενος στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, καθώς και σε αυτές των άρθρων 12 ν. 2601/98, 30 ν. 2789/00,42 ν. 2912/01 και 39 του ν. 3259/04 και 623,.626 παρ. 3, 628 παρ. 1α Κ.Πολ.Δ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. 

       Από όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη σημείωση κατωτέρω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται στην παρούσα απόφαση, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : η καθ’ ης χορήγησε προς τον πρώτο ανακόπτοντα μετά από αίτηση του  και για την κάλυψη των αναγκών της επιχείρησης του σε κεφάλαιο κίνησης επιχειρηματικό δάνειο ανοιχτής πίστωσης (EASY BUSINESS) ύψους 6.000,00 ευρώ με ταυτόχρονη χορήγηση κάρτας κάρτας easy business υπογράφηκε δε μετά της καθ’ ης και του πρώτου ανακόπτοντος ως πιστούχου, αφενός, και του δεύτερου αφετέρου, ως εγγυητή υπέρ του πρώτου, η υπ' αριθ. 1801/01.03.2007 Σύμβαση Ανοιχτού Επιχειρηματικού Δανείου «EASY ANOIXTO». Η ανωτέρω αρχική υπ' αριθ. 1801/01.03.2007 Σύμβαση Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό τροποποιήθηκε με την υπογραφή των υπ' αριθ. 1801/1/17.03.2008 και 1801/2/ 08.06.2010 Πράξεων Μεταβολής Ύψους Πίστωσης, σύμφωνα με την οποία το ποσό της αρχικής πίστωσης αυξήθηκε σε 25.000,00 ευρώ και 30.000,00 ευρώ αντίστοιχα, με τους ίδιους ακριβώς όρους της πιο πάνω αρχικής Σύμβασης Πίστωσης με Ανοικτό Λογαριασμό της οποίας Σύμβασης οι ως άνω Πράξεις Μεταβολής αποτέλεσαν ολοκληρωτικό και αναπόσπαστο μέρος. Ο δεύτερος ανακόπτων εγγυήθηκε στην καθ' ης--υπέρ- του 'πρώτου (πιστούχου) για την τήρηση όλων των όρων της σύμβασης και την ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου κατά το κλείσιμο του στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης ανοικτού λογαριασμού, ενώ ταυτόχρονα αποδέχθηκε και αναγνώρισε ως έγκυρη και ισχυρή κάθε αναγνώριση από την πιστούχο οποιουδήποτε υπολοίπου του λογαριασμού που τηρήθηκε βάσει της επίδικης σύμβασης. Στα πλαίσια της με αριθ. 1801/01.03.2007 Σύμβασης Ανοικτού Επιχειρηματικού Δανείου «EASY BUSSINESS» κινήθηκε ο με αριθ. 9991800300174344 λογαριασμός, ο οποίος την 25.01.2014 εμφάνισε χρεωστικό κατάλοιπο εις βάρος του πιστούχου εξ ευρώ είκοσι εννέα χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα και σαράντα δύο λεπτών (29.940,42€). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 25.01.2014, επειδή η παραπάνω λογιστική μερίδα δεν εξυπηρετούντο πλέον από τον πιστούχο, η καθ' ης με την από 25.01.2014 εξώδικη δήλωση, καταγγελία και πρόσκληση κατήγγειλε την ανωτέρω σύμβαση και έκλεισε τον τηρούμενο λογαριασμό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την 4-6-2014 κατόπιν της από 11-4-2014 αίτησης της καθ' ης εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμόν 124/2014 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας για το προαναφερόμενο ποσό. Από το συνδυασμό της προαναφερόμενης σύβασης (βλ. όρο 12.3 αυτής) και των επικυρωμένου αντιγράφου του αποσπάσματος του σχετικού τηρηθέντος λογαριασμού, που τέθηκαν υπόψη της Δικαστή που εξέδωσε την παραπάνω και ήδη προσβαλλόμενη, διαταγή πληρωμής, αποδείχθηκε αφενός μεν ότι στην σύμβαση προβλέφθηκε η επιβάρυνση του πιστούχου την εισφορά του Ν. 128/75, αφετέρου δε ότι η καθ' ης η ανακοπή κεφαλαιοποιούσε την παραπάνω εισφορά (του Ν. 128/75), κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσης και ανατόκιζε τα ποσά της, αφού στο κάθε φορά προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους (εκτοκισμός) περιέχοντες και ποσά εισφοράς του Ν. 128/75, στο νέο δε προκύπτον εκάστοτε κεφάλαιο, υπολόγιζε νέους τόκους περιέχοντες και εισφορά (εκτοκισμός και ανατοκισμός της εισφοράς). Ο ανατοκισμός αυτός συνομολογείται και από την καθ' ης δια των προτάσεών της. Ωστόσο, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η μεν μετακύλιση της εισφοράς του Ν. 128/75 από την καθ' ης στους ανακόπτοντες, στο βαθμό που αυτό είχε συμφωνηθεί ρητά με τους όρους της σύμβασης, δεν αντίκειται στο άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 128/1975 ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο δε ανατοκισμός, όμως, του ποσού της εισφοράς δεν ήταν νόμιμος. Επομένως, κατά την υποβολή της αίτησης της καθ' ης και της, βάσει αυτής, έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, το ποσό της απαίτησης των 29.940,42 ευρώ, για το οποίο η τελευταία εκδόθηκε, δεν αποδεικνυόταν στο σύνολο του, από το επικυρωμένο αντίγραφο του αποσπάσματος από τα σε ηλεκτρονική μορφή τηρούμενα εμπορικά βιβλία της Τράπεζας, που προσκομίστηκε με την αίτησή της καθ' ης, λόγω ακριβώς της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στους λογαριασμούς ποσών, που αντιστοιχούν στο συνολικό ποσό του ανατοκισμού της εισφοράς του Ν. 128/75. Η ακυρότητα, όμως, των επιμέρους αυτών ποσών που, ενόψει του ότι ενσωματώνονται στο σύνολο της απαίτησης που επιδικάσθηκε, καθιστούν αδύνατο το διαχωρισμό τους από την τελευταία, αναιρεί τη συνδρομή των απαιτούμενων, για την έκδοση διαταγής πληρωμής, προϋποθέσεων της έγγραφης. απόδειξης της απαίτησης, αλλά και του ορισμένου του οφειλόμενου ποσού της. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός και ως βάσιμος στην ουσία του και να ακυρωθεί στο σύνολο της η με αρ. 124/2014 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Η έρευνα των λοιπών προβαλλόμενων λόγων της ανακοπής παρέλκει, καθώς με την ευδοκίμηση του ως άνω λόγου ανακοπής ικανοποιείται πλήρως, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην οικεία θέση της μείζονος σκέψης, το έννομο συμφέρον των ανακοπτόντων. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των ανακοπτόντων, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ' ης η ανακοπή λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την με αρ. 124/2014 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ' ης στην καταβολή των δικαστικών εξόδων των
ανακοπτόντων ποσού τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε
έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στην Έδεσσα την 6 Ιουλίου 2015.

          Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ                            Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

συνδέσεις σε κοινωνικά δίκτυα

Piano & Band

J' accuse...

Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην Αστραπή και στην Ηχώ των Παρισίων, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..

Δικαιοσύνη

Εν δέ δικαιοσύνη συλλήβδην πάσ'αρετή εστί.

Ολες γενικά οι αρετές βρίσκονται μέσα στη δικαιοσύνη.
-Αριστοτέλης